Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Advertisements

Χαιρετισμός Κ. Πουλάκη στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα «Εξέλιξη των ταφικών εθίμων στην Ελλάδα και η αποτέφρωση των νεκρών»

OΜ τεχνικός μελισσοκομίας 04

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε της Ένωσης Γραφείων Λειτουργών Γραφείων Κηδειών και Ταριχευτών Ελλάδας,

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε της «Ελληνικής Κοινωνίας Αποτέφρωσης»,

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε του Επιμελητηρίου Μαγνησίας,

Αξιότιμη κ. Προϊσταμένη της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λάρισας,

Κυρίες και Κύριοι,

Με τον σύντομο γραπτό χαιρετισμό μου θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση να παραστώ στο τόσο ενδιαφέρον συνέδριο το οποίο συνδιοργανώνετε και να ζητήσω την κατανόησή σας για το γεγονός ότι ανειλημμένες υποχρεώσεις στο Υπουργείο δεν μου επιτρέπουν να παραστώ.

Τα ταφικά έθιμα έχουν, πράγματι, πολλές πλευρές από τις οποίες μπορεί και οφείλει κανείς να τα προσεγγίσει :συνισταμένη θρησκευτικών κανόνων, λαϊκών δοξασιών και παραδόσεων, κοινωνικών αναγκών. Αλλά – ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή – αποτελούν και έκφραση, την τελευταία έκφραση, της ελευθερίας της προσωπικότητας, του δικαιώματος του κάθε ανθρώπου να ακολουθεί τις προσωπικές του πεποιθήσεις ακόμα και μετά θάνατον.

Υπό αυτό το πρίσμα – και ενόψει της μεγάλης και έντονης συζήτησης που έχει προκύψει στη χώρα μας σχετικά με την αποτέφρωση των νεκρών – έχω τη γνώμη ότι το συνέδριό σας έχει πολλά να προσφέρει, όχι μόνο στους ειδικούς επιστήμονες και επαγγελματίες, αλλά και ευρύτερα να συμβάλλει στο δημόσιο διάλογο.

Από την πλευρά της πολιτείας, αλλά και ειδικότερα της σημερινής κυβέρνησης και του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, έχουν ήδη ληφθεί οι βασικότερες αναγκαίες πρωτοβουλίες που αφορούν τη θεσμοθέτηση των Κέντρων Αποτέφρωσης Νεκρών, ώστε να διευκολυνθεί η όσο γίνεται ταχύτερη κατασκευή και λειτουργία τους, γεγονός που αποτελεί πλέον αναγκαιότητα και ώριμο αίτημα μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας.

Σαφέστατα, υπάρχουν ακόμα επιμέρους εκκρεμότητες, κυρίως σε ό,τι αφορά τη χωροθέτηση των ΚΑΝ, αλλά όχι αποκλειστικά, για τις οποίες βρισκόμαστε σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία.

Ωστόσο – και με αυτό ολοκληρώνω το σύντομο χαιρετισμό μου – αυτό που προέχει είναι η πολιτική βούληση όλων των εμπλεκομένων, και κυρίως των κατά τόπους Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, να προχωρήσουν γρήγορα στην κατασκευή και λειτουργία των Κέντρων. Και, βέβαια, ο σεβασμός εκ μέρους όλων των πλευρών στο δικαίωμα και των Ελλήνων πολιτών να επιλέγουν την αποτέφρωση, το οποίο η πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει.

Με αυτές τις σκέψεις, σας καταθέτω τη διάθεσή μας για περαιτέρω συνεργασία για την επίλυση όλων των θεμάτων που τυχόν ανακύπτουν, καθώς και τις θερμότερες ευχές μου για την επιτυχία των εργασιών του συνεδρίου σας.

Με εκτίμηση,

Κώστας Πουλάκης

Γενικός Γραμματέας

Υπουργείου Εσωτερικών & Δ.Α.

Ομιλία στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ : «Δεν θα παραδώσουμε τα όπλα. Θα πολεμήσουμε και θα νικήσουμε όλοι μαζί»

2o-synedrio

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Το 2ο συνέδριό μας είναι ιστορικό. Είμαστε το μόνο κόμμα της Αριστεράς στην καρδιά της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης που είμαστε στην Κυβέρνηση στις πιο δύσκολες ίσως στιγμές που αντιμετωπίζει η χώρα μας μεταπολεμικά και σε ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον.Και σ’ αυτές τις ιστορικές προκλήσεις πρέπει να απαντήσουμε, υπερβαίνοντας συχνά τους εαυτούς μας, ατομικά και συλλογικά.

Μέχρι πριν είκοσι μήνες, και για πολλά χρόνια, οι περισσότεροι και οι περισσότερες ανατραφήκαμε μέσα στην Αριστερά των αγώνων, των διωγμών αλλά και της ήττας, στην Αριστερά που προτιμούσε να ομφαλοσκοπεί και να αναστοχάζεται διαρκώς. Ήρθε ο καιρός, συντρόφισσες και σύντροφοι, να ζήσουμε και να γίνουμε η Αριστερά της δράσης,η Αριστερά της λύσης των προβλημάτων, η Αριστερά της νίκης.

Σαφέστατα δεν είμαστε ούτε αφελείς ούτε γενικώς και αορίστως αισιόδοξοι. Το συνέδριό μας δεν πρέπει να εκφυλιστεί ούτε σε μια αυτάρεσκη αυτοεπιβράβευση για τη μέχρι σήμερα πορεία μας, ούτε όμως και σε μια μικρόψυχη ρητορική απογοήτευσης και παραίτησης.

Κυρίως το βασικότερο απ’ όλα θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα : Τι σημαίνει στις σημερινές συνθήκες αριστερή διακυβέρνηση στην Ελλάδα;

Έχουμε προχωρήσει, ενάμιση χρόνο πριν, σε μία αναγκαστική παράκαμψη της ιστορικής μας πορείας, η οποία αποτυπώθηκε στη συμφωνία που υπογράψαμε και υλοποιούμε. Μια συμφωνία ελιγμό, και όχι στρατηγικού χαρακτήρα ήττα. Κι όμως, συντρόφισσες και σύντροφοι, το αν η συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού θα αποδειχθεί απλώς μία παράκαμψη ή αν θα μας εκτρέψει για πάντα από το δρόμο μας και θα ματαιώσει τον προορισμό μας, δεν εξαρτάται τόσο από τον εντός και εκτός των συνόρων αντίπαλο, αλλά κυρίως από μας.

Στις περσινές εκλογές, που έγιναν μετά το συμβιβασμό του καλοκαιριού, μιλήσαμε στους πολίτες για τέσσερα πράγματα :

  • 1ον. Ότι θα εξαντλήσουμε όλα τα διαπραγματευτικά περιθώρια εντός του πλαισίου της συμφωνίας, προκειμένου να προστατέψουμε τους πιο αδύναμους και να αναδιανείμουμε τα βάρη που προκύπτουν από την εφαρμογή της.
  • 2ον. Ότι θα εφαρμόσουμε, εκτός των δεσμεύσεων της συμφωνίας, και το δικό μας «παράλληλο» πρόγραμμα σε όλους τους τομείς.
  • 3ον. Ότι στο δίπολο «παλιό-νέο», εμείς θέλουμε να συγκρουστούμε με ό,τι εκπροσωπεί το παλιό και να αποτελέσουμε το νέο στην πολιτική ζωή της χώρας, όχι μόνο ηλικιακά, αλλά και σε ό,τι αφορά την εξάρτηση από πάσης φύσεως συμφέροντα, αλλά και τις κατεστημένες αντιλήψεις και νοοτροπίες.
  • 4ον. Ότι θα χτυπήσουμε τη διαφθορά και την διαπλοκή όπου και αν την ανακαλύπτουμε. Ότι έφαγαν έφαγαν.

Και στα τέσσερα, είναι αλήθεια ότι έχουμε κάνει ήδη σημαντικές προσπάθειες με καλά αποτελέσματα. Ωστόσο οφείλουμε να κάνουμε περισσότερα και καλύτερα, με μεγαλύτερη συνοχή και συντονισμό μεταξύ τους.

Οι προγραμματικές αιχμές που θα διαμορφώσουμε πρέπει να απαντάνε στα σημαντικότερα κοινωνικά αιτήματα και ανάγκες. Είναι δικό μας καθήκον να διασφαλίσουμε ότι η Αριστερά δεν θα γίνει ο διάττων αστέρας της πολιτικής ζωής του τόπου, αλλά θα εδραιωθεί ως η πολιτική εκείνη δύναμη που θα βάλει ηγεμονικά τη σφραγίδα της στις μελλοντικές εξελίξεις.

Μεταξύ των βασικών μεσοπρόθεσμων στόχων, θα ήθελα να σταθώ σε δύο :

Πρώτον, και σημαντικότερο, στην πραγματοποίηση μεγάλων θεσμικών τομών που θα βαθαίνουν τη δημοκρατία, θα ευνοούν την κοινωνική ενεργοποίηση και θα αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην πολιτική.

Το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία» που κυριάρχησε το 2011 στις πλατείες, μέσα στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, δεν ήταν τυχαίο.

Η δημοκρατία είναι άλλωστε από τα βασικά ταυτοτικά στοιχεία που αναγνωρίζουν οι πολίτες στον ΣΥΡΙΖΑ. Τέτοια τομή είναι η πρωτοβουλία μας για καθιέρωση της απλής αναλογικής, κόντρα σε όλους, γι’ αυτό και η απήχηση που είχε ήταν θετικότατη.

Στην ίδια κατεύθυνση, έχουμε ήδη ξεκινήσει το μεγάλο βήμα της συνταγματικής αναθεώρησης.  Αλλά και άλλες, επιμέρους μεταρρυθμίσεις, όπως αυτή λόγου χάρη που προχωράμε στο Υπουργείο Εσωτερικών σε σχέση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην κατεύθυνση του να «ριζώσει» η Αριστερά. Για παράδειγμα, θα προχωρήσουμε, ακόμα και σε ρήξη με διάφορους «παράγοντες» της Δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ, στην καθιέρωση της απλής αναλογικής στους Δήμους και τις Περιφέρειες, στην εισαγωγή θεσμών ουσιαστικής συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου, στην πραγματική διαφάνεια στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε να θέσουμε τη δική μας σφραγίδα σε έναν κατεξοχήν λαϊκό θεσμό; Ή θα περιοριστούμε σε μικροδιευθετήσεις, στο όνομα του να μη «σπάσουμε αυγά»;

Δεύτερον, στην ορατή βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Σε αντίθεση με ό,τι λέγεται συνήθως, η γραφειοκρατία δεν είναι τεχνικό, αλλά εξόχως πολιτικό πρόβλημα και με σαφή ταξική διάσταση. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας και η δημιουργία σύγχρονων και αποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών μπορεί να μην φαίνεται τόσο επαναστατική πράξη, είναι όμως γιατί αποτελεί την «επανάσταση του αυτονόητου».

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Θα κλείσω με μία σκέψη.

Κάνουμε αυτή τη στιγμή το συνέδριό μας εν θερμώ, μέσα στη φωτιά της μάχης. Ένα συνέδριο που το παρακολουθεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Και – σας διαβεβαιώνω – ότι μας παρακολουθεί με ανάμεικτα ενδεχομένως συναισθήματα, αλλά κυρίως με προσμονή. Αυτή την κοινωνία έχουμε ιστορικό χρέος που ξεπερνάει τη γενιά μας και τη χώρα μας, να μην τη διαψεύσουμε.

Περισσότερο από την αναγκαστική υποχώρηση του περασμένου καλοκαιριού, περισσότερο από τις δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις που αναγκαζόμαστε να παίρνουμε καθημερινά σε όποια θέση μας έταξε το κόμμα μας, υπάρχει ένα πράγμα που δεν θα μας συγχωρέσουν οι πολίτες που εξακολουθούν να προσβλέπουν σε μας και να ονειρεύονται : Να τους αφήσουμε ξεκρέμαστους, να αφήσουμε τον πόλεμο στη μέση και να αφήσουμε χώρο στην πιο αντιδραστική παλινόρθωση.

Ο Marx στην αντιπαράθεση του με τον Feuerbach είπε : Οι φιλόσοφοι απλά ερμηνεύουν τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Όμως το θέμα είναι να τον αλλάξουμε. Γι αυτό λοιπόν δεν θα παραδώσουμε αμαχητί τα όπλα, δεν θα ζήσουμε τη δική μας Βάρκιζα. Θα πολεμήσουμε, και θα νικήσουμε όλοι μαζί.

Συνέντευξη στο news247 : Δεν ήρθαμε για να νεκραναστήσουμε το παρελθόν

Συνέντευξη στη Βίκυ Σαμαρά
07_poulakis
Ο γγ του υπουργείου Εσωτερικών και μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Πουλάκης συμμετέχει στο διάλογο του News247 για το ΣΥΡΙΖΑ εν όψει του συνεδρίου. Τάσσεται υπέρ του ανοίγματος, αλλά διαμηνύει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δε θέλει όσους επιδιώκουν να είναι κοντά στην εκάστοτε εξουσία

«Δεν ήρθαμε να νεκραναστήσουμε το παρελθόν”, τονίζει ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Πουλάκης, συμμετέχοντας στο διάλογο του News247 για το ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή το συνέδριο.

Προσθέτει πάντως: “Προφανώς δεν πετάμε τίποτα από τις θετικές, προοδευτικές παρακαταθήκες της δημοκρατικής παράταξης”, αλλά σημειώνει ότι: “Οι πολίτες μας εμπιστεύτηκαν στις τελευταίες εκλογές, παρά την αναγκαστική αναδίπλωση του καλοκαιριού του 2015, γιατί είδαν στο ΣΥΡΙΖΑ το «νέο», το φορέα που θέλει και μπορεί να ανανεώσει την ελληνική πολιτική ζωή, τόσο σε επίπεδο ουσίας, όσο και σε επίπεδο συμβόλων και προσώπων.”

Δηλώνει λοιπόν ότι: “Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είναι, ούτε πρέπει και – θα προσέθετα – ούτε μπορεί να γίνει ΠΑΣΟΚ. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση, θα έχει και την τύχη του ΠΑΣΟΚ” και πως: “Δεν υπάρχει κανένας λόγος και καμία περίπτωση να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ο δρόμος για να επιστρέψουν στο προσκήνιο πρόσωπα φθαρμένα, που οι ίδιοι οι πολίτες έχουν απορρίψει.”

Ο κ.Πουλάκης τάσσεται υπέρ της διεύρυνσης με νέα μέλη από “τη μεγάλη προοδευτική κοινωνική συμμαχία που στήριζε και στηρίζει το ΣΥΡΙΖΑ”, τονίζει όμως ότι: “Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για όσους επιδιώκουν απλώς να είναι κοντά στην εκάστοτε «εξουσία»”.

Ως προς το ερώτημα των τάσεων, ζητά “να διακρίνουμε τους μηχανισμούς, που συγκροτούνται με ιδιοτελή κριτήρια και έχουν ως αντικείμενο την νομή της εσωκομματικής και, εν μέρει, της κυβερνητικής εξουσίας, από το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των μελών και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να συζητούν συλλογικά, ανοιχτά και δημοκρατικά και να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους.”

Η αριστερά δε μιλάει γενικά και αόριστα για ανάπτυξη, αλλά για δίκαιη ανάπτυξη, επισημαίνει ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών, τονίζοντας πως “δεν αρκεί η ευημερία των αριθμών, αν δεν μεταφράζεται και σε ευημερία των ανθρώπων.”

Αυτό κατά τον κ.Πουλάκη μεταφράζεται σε δημιουργία πολλών και σταθερών θέσεων εργασίας, με σεβασμό στα κατοχυρωμένα δικαιώματα των εργαζομένων και σε αρμονία με το οικονομικό, κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.

Οι απαντήσεις του Κώστα Πουλάκη στα επτά ερωτήματα του News247 έχουν ως εξής:

1. Πως βλέπετε το χώρο της αριστεράς και τη χώρα σε δέκα χρόνια; Ποια πέντε πράγματα θα μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να πει ότι άλλαξε, παρά την υποχώρηση του τρίτου μνημονίου;

Ο ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να πρωταγωνιστήσει μέσα σε ένα πρωτόγνωρο, ρευστό και εξαιρετικά πυκνό πολιτικά σκηνικό, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Στόχος μας είναι, μέσα από δύσβατα μονοπάτια, να χαράξουμε μία νέα, αριστερή και προοδευτική πορεία για τη χώρα και όχι για να δικαιώσουμε τις παλιές, δεξιές διαδρομές. Και οι είκοσι πρώτοι μήνες της διακυβέρνησής μας το αποδεικνύουν.

Ο επώδυνος συμβιβασμός που υποχρεωθήκαμε να κάνουμε δεν είναι παρά μία αναγκαστική παράκαμψη στην πορεία μας, κάτι το οποίο έχει ήδη αντιληφθεί η πλειοψηφία της κοινωνίας, γι’ αυτό και επέλεξε να μας ξαναδώσει την εμπιστοσύνη της. Πλέον, με αφετηρία το Συνέδριό μας, έχει έρθει η ώρα να δούμε πέρα και πάνω από τον ορίζοντα του «μνημονίου» και να σχεδιάσουμε την «επόμενη μέρα», την εικόνα που θέλουμε για τη χώρα μας μετά το 2019 και το τέλος του προγράμματος.

Αποσκοπούμε, λοιπόν, σε έναν ριζικού χαρακτήρα, δομικό μετασχηματισμό, που – αν πετύχουμε – θα έχει αλλάξει άρδην τη φυσιογνωμία και της χώρας μέσα στα επόμενα χρόνια. Αιχμές μιας τέτοιας προσπάθειας, μέσω των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ θα αφήσει το στίγμα του, θα έλεγα ότι είναι οι εξής :

Πρώτον, η εμβάθυνση της Δημοκρατίας, ώστε ο λαός να καταστεί κύριος της ζωής του. Ήδη, υπενθυμίζω, έχουμε ξεκινήσει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, που θα αποτελέσει σταθμό, όχι μόνο λόγω του περιεχομένου της, αλλά και λόγω των πρωτότυπων συμμετοχικών δημοκρατικών διαδικασιών μέσω των οποίων θα προκύψει.

Δεύτερον, η ορατή βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, μέσα από τη δημιουργία σύγχρονων και αποτελεσματικών διοικητικών δομών. Η Αριστερά είναι ο κατεξοχήν χώρος που μπορεί να φέρει αυτή την «επανάσταση του αυτονόητου», γιατί έχει τη βούληση για ρήξεις και μεγάλες θεσμικές τομές, όπως αυτές που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, και κυρίως γιατί βρίσκεται φύσει και θέσει δίπλα στους απλούς ανθρώπους. Γι’ αυτό, θεωρώ ότι θα πρέπει να θέσουμε την καθημερινότητα στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας.

Τρίτον, η αποφασιστική καταπολέμηση της διαφθοράς και η οριστική ρήξη με τις «τριγωνικές» σχέσεις διαπλοκής που στήριξαν το παλιό σύστημα εξουσίας, αλλά κυρίως η εγκαθίδρυση θεσμών που θα εξασφαλίζουν στο διηνεκές τη διαφανή λειτουργία του κράτους. Είναι προφανές ότι το στοιχείο αυτό έχει ενοχλήσει πολλούς και πολύ, γι’ αυτό και η σημερινή κυβέρνηση δέχεται έναν άνευ προηγουμένου πόλεμο με ανοίκεια μέσα.

Τέταρτον, η στήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, στοιχείο σύμφυτο με την έννοια της Αριστεράς,. Η ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης κατείχε κεντρική θέση στο πρόγραμμά μας ήδη από το 2012 και στοχοποιήθηκε ιδιαίτερα από τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που αντιλαμβάνονται την κοινωνία ως ζούγκλα. Στον ενάμιση χρόνο της διακυβέρνησής μας πήραμε μέτρα που ανακούφισαν όσους βρισκόταν αντιμέτωποι με την ακραία φτώχεια, εξασφάλισαν τα βασικά αγαθά σε όλα τα νοικοκυριά και στήριξαν τους άνεργους, τους άπορους, τους ανασφάλιστους, αλλά και τους πρόσφυγες που βρέθηκαν στη χώρα μας κυνηγημένοι κατά χιλιάδες, κινητοποιώντας πόρους και ανθρώπινο δυναμικό στην κατεύθυνση αυτή.

Τέλος, η αυτονόητη υλική προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω, η επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης, με σαφές κοινωνικό και περιβαλλοντικό πρόσημο, που συγκροτεί αυτό που συνοπτικά ονομάσαμε “δίκαιη ανάπτυξη”. Τα στοιχεία από τον προϋπολογισμό του 2017, αλλά και τις μεσοπρόθεσμες προβλέψεις είναι ενθαρρυντικά και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η κυβέρνηση πέτυχε σαφώς χαμηλότερους στόχους δημοσιονομικής προσαρμογής, σε σχέση με τα προηγούμενα συμφωνηθέντα, προκειμένου να έχουμε τη δυνατότητα να κινητοποιήσουμε πόρους σε αναπτυξιακές παρεμβάσεις.

2. Ποιο πρέπει να είναι το ιδεολογικό στίγμα του ΣΥΡΙΖΑ; Εφόσον αριστερό είναι ό,τι φέρνει ανάπτυξη, μία επένδυση που δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά καταστρέφει το περιβάλλον είναι θεμιτή για παράδειγμα;

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να θυμίσω ότι η Αριστερά ουδέποτε μιλούσε γενικώς και αορίστως για “ανάπτυξη”. Αντίθετα, διαχρονικά επιμέναμε ότι δεν αρκεί η ευημερία των αριθμών, αν δεν μεταφράζεται και σε ευημερία των ανθρώπων. Γι’ αυτό άλλωστε, παρουσιάζοντας την εθνική αναπτυξιακή στρατηγική με ορίζοντα το 2020, ο πρωθυπουργός έθεσε στο επίκεντρο την έννοια της “δίκαιης ανάπτυξης”. που επιμερίζει δίκαια τόσο τα βάρη και τις επιπτώσεις της, όσο και τα οφέλη που προκύπτουν από αυτή. Με άλλα λόγια, “δίκαιη” είναι η ανάπτυξη που, πρώτον, παράγει υψηλή κοινωνική προστιθέμενη αξία, μέσω της δημιουργίας πολλών και σταθερών θέσεων εργασίας, με σεβασμό στα κατοχυρωμένα δικαιώματα των εργαζομένων, δεύτερον, λειτουργεί αρμονικά και σε συνέργειες με το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων κάθε περιοχής, τρίτον, έχει ως γνώμονα την κάλυψη των βασικών αναγκών της κοινωνίας και, επομένως, στρέφεται σε αντίστοιχους τομείς και, βέβαια, σέβεται το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, παρόν και μελλοντικό, με την έννοια της βιωσιμότητας και της αειφορίας.

3. Είναι ή πρέπει να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ το νέο ΠΑΣΟΚ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είναι, ούτε πρέπει και – θα προσέθετα – ούτε μπορεί να γίνει ΠΑΣΟΚ. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση, θα έχει και την τύχη του ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε, ο όρος «ΠΑΣΟΚοποίηση» έχει καθιερωθεί διεθνώς για να περιγράψει τον κίνδυνο κατάρρευσης που αντιμετωπίζει η Σοσιαλδημοκρατία σε όλες τις χώρες, λόγω της στρατηγικής της ταύτισης με την ακραία νεοφιλελεύθερη Δεξιά.

Και βέβαια, τα αίτια της θεαματικής κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ, εκτός των στρατηγικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών του επιλογών, θα πρέπει να αναζητηθούν και αλλού. Ενώ τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του στην ελληνική πολιτική σκηνή το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να εκφράσει το ριζοσπαστισμό, τις δημοκρατικές διεκδικήσεις και το αίτημα για μεγάλες προοδευτικές τομές της ελληνικής κοινωνίας, στην πορεία, η πολιτική κουλτούρα την οποία προέβαλε, το ήθος και το ύφος της εξουσίας που καλλιέργησε, είχε ως αποτέλεσμα να είναι πλέον ταυτισμένο στη συνείδηση των πολιτών με τις μεγαλύτερες παθογένειες που κληροδότησε στη χώρα ο παραδοσιακός «δικομματισμός» : πελατειακές λογικές, λαϊκισμός, διαπλοκή, λαφυραγώγηση του κράτους, κομματοκρατία, αναξιοκρατία.

Κατηγορηματικά, λοιπόν, θα έλεγα ότι δεν ήρθαμε να νεκραναστήσουμε το παρελθόν. Προφανώς δεν πετάμε τίποτα από τις θετικές, προοδευτικές παρακαταθήκες της δημοκρατικής παράταξης. Όμως δεν ξεχνάμε ότι οι πολίτες μας εμπιστεύτηκαν στις τελευταίες εκλογές, παρά την αναγκαστική αναδίπλωση του καλοκαιριού του 2015, γιατί είδαν στο ΣΥΡΙΖΑ το «νέο», το φορέα που θέλει και μπορεί να ανανεώσει την ελληνική πολιτική ζωή, τόσο σε επίπεδο ουσίας, όσο και σε επίπεδο συμβόλων και προσώπων. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος και καμία περίπτωση να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ο δρόμος για να επιστρέψουν στο προσκήνιο πρόσωπα φθαρμένα, που οι ίδιοι οι πολίτες έχουν απορρίψει.

4. Ποια πρέπει να είναι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και την Ευρώπη; Πρέπει να ενταχθεί στη Σοσιαλιστική Διεθνή; Και πως είναι σύμμαχοι οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες, όταν ο Φρανσουά Ολάντ στα εργασιακά έχει εφαρμόσει πολύ πιο σκληρά μέτρα από αυτά που ζητούνται από την Ελλάδα;

Καταρχήν, η συζήτηση για τη σχέση Αριστεράς και Σοσιαλδημοκρατίας ανατρέχει αιώνες πίσω, ήδη από την εποχή του Μαρξ. Ωστόσο, σαφέστατα σήμερα αποκτά νέα επικαιρότητα, ενόψει της σφοδρής επίθεσης που δέχονται και οι ελάχιστες κοινωνικές κατακτήσεις και της ανάγκης αντίστασης στην ακραία νεοφιλελεύθερη στροφή της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία σήμερα βρίσκεται σε ένα στρατηγικού χαρακτήρα αδιέξοδο, ως απόρροια της επιλογής της να ταυτιστεί τα προηγούμενα χρόνια σε πολύ μεγάλο βαθμό με τις νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις και να μετατραπεί σε συμπλήρωμα και παρακολούθημα της Δεξιάς, γεγονός που τη φέρνει απέναντι στην παραδοσιακή κοινωνική της βάση. Το αδιέξοδο αυτό έχει σήμερα πυροδοτήσει διεργασίες, ως γνωστόν, εντός της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας και σημαντικές ενδείξεις προβληματισμού και στρατηγικού αναπροσανατολισμού της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, έχει συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή και ιδεολογική τοποθέτηση. Ανήκει στον πυρήνα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και είναι μεταξύ των δυνάμεων που πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Προφανώς, με την ιδιότητά του αυτή και ενόψει του ότι αποτελεί το μοναδικό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη που βρίσκεται στην κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες διαλόγου, που σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν σε επιμέρους συμμαχίες της κυβέρνησής μας με σοσιαλδημοκράτες ηγέτες άλλων χωρών, ιδίως αλλά όχι μόνο του Νότου.

Οι πρωτοβουλίες ωστόσο αυτές, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν απόσπαση του ΣΥΡΙΖΑ από την Αριστερά και η προσκόλλησή του στη Σοσιαλδημοκρατία. Το «σπίτι» μας, ο φυσικός μας χώρος είναι η ευρωπαϊκή Αριστερά, μέσω της οποίας και μόνο παίρνουμε όλες τις πρωτοβουλίες για διάλογο, όσμωση και συνεργασία μεταξύ των δύο οικογενειών, η οποία θα γίνει συντεταγμένα και συλλογικά.

5. Την επομένη του συνεδρίου ξεκινά η διαπραγμάτευση για τα εργασιακά. Βασική θέση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο βασικός μισθός στα 700 ευρώ και οι συλλογικές συμβάσεις. Πόσο μπορεί να υποχωρήσει σε ένα τόσο κομβικό θέμα;

Η μάχη για την προστασία των βασικών εργασιακών δικαιωμάτων που αποτέλεσαν κεκτημένα του εργατικού κινήματος μετά από δεκαετίες αγώνων δεν είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, μόνο ελληνική υπόθεση. Σαφέστατα, η πίεση που δέχεται η χώρα μας είναι εντονότερη, όχι μόνο λόγω των απαιτήσεων των δανειστών, αλλά κυρίως λόγω της τεράστιας ανεργίας που καθιστά ευάλωτους τους εργαζόμενους και τους αποτρέπει από τη διεκδίκηση ακόμα και των κατοχυρωμένων ήδη δικαιωμάτων τους. Ωστόσο, το πρόβλημα των εργασιακών σχέσεων απασχολεί σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, καθώς εγγράφεται στην απολύτως στρεβλή λογική της αύξησης της «ανταγωνιστικότητας», μέσω της μείωσης του εργατικού κόστους.

Από την πλευρά μας, τόσο σε κομματικό όσο και σε κυβερνητικό επίπεδο, έχουμε πει ότι είναι πρώτης προτεραιότητας η επιτυχής έκβαση της διαπραγμάτευσης για τα εργασιακά. Και έχουμε αναλάβει όλες τις δυνατές πρωτοβουλίες προσπαθώντας να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο εσωτερικό «μέτωπο». Στο πλαίσιο άλλωστε αυτό, η ειδική επιτροπή «σοφών» που συγκροτήθηκε με ακαδημαϊκούς, κατέληξε σε ένα πόρισμα το οποίο τάσσεται κατά των επί τα χείρω αλλαγών στο συνδικαλιστικό νόμο και τοποθετείται θετικά για το ζήτημα του καθορισμού του κατώτατου μισθού από τους κοινωνικούς εταίρους με Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, καθώς και για σειρά άλλα ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις (επεκτασιμότητα, αρχή της εύνοιας, μετενέργεια κ.λπ.). Είναι νομίζω ένα πόρισμα το οποίο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση για συζήτηση και οφείλουν επ’ αυτού να τοποθετηθούν και οι κοινωνικοί εταίροι και τα πολιτικά κόμματα.

6. Ποια πρέπει να είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στις αποκρατικοποιήσεις, ειδικότερα όσον αφορά νερό και ενέργεια;

Η αντίθεση του ΣΥΡΙΖΑ στην ιδιωτικοποίηση βασικών κοινωνικών αγαθών, όπως ιδίως το νερό και η ενέργεια, παραμένει δεδομένη. Άλλωστε, ήταν ένας από τους βασικούς πυλώνες επί των οποίων οικοδομήθηκε η ευρεία κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία που έφερε το ΣΥΡΙΖΑ στο προσκήνιο.

Εξακολουθούμε λοιπόν να λέμε – και δεν νομίζω ότι υπάρχουν περιθώρια να αλλάξει αυτή η ταυτοτικού χαρακτήρα θέση – ότι τα βασικά κοινωνικά αγαθά πρέπει να είναι υπό δημόσιο έλεγχο, προκειμένου να διαφυλάσσονται στο διηνεκές και να εξασφαλίζεται η πρόσβαση όλων σε αυτά. Γι’ αυτό και στην πρόταση που παρουσίασε ο πρωθυπουργός για την συνταγματική αναθεώρηση περιλαμβάνεται η ρητή συνταγματική κατοχύρωση του δημόσιου ελέγχου του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας, δύο αγαθών που, όπως είπε ο ίδιος στην ομιλία του, «συγκροτούν τον πυρήνα της ζωής και με τη φυσική και με την κοινωνική της έννοια».

Την ίδια θέση αρχής επιδιώξαμε, υπό αντίξοες συνθήκες, να υπερασπιστούμε και με τη συμφωνία για το νέο «υπερταμείο». Το νέο ταμείο, του οποίου μοναδικός μέτοχος με ανεκχώρητες και ακατάσχετες μετοχές είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν έχει ως κύριο ή αποκλειστικό σκοπό τις ιδιωτικοποιήσεις, σε αντίθεση με το ΤΑΙΠΕΔ, στο οποίο είχε ούτως ή άλλως μεταφερθεί η περιουσία του Δημοσίου. Αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο υπερταμείο δεν πρόκειται να περάσουν υπό ιδιωτική ιδιοκτησία και έλεγχο. Απλώς θα αναδιαρθρωθούν και θα εξεταστούν οι δυνατότητες βέλτιστης αξιοποίησής τους, ώστε να λειτουργήσουν αποτελεσματικά προς όφελος του λαού και της χώρας, πάντοτε υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο.

7. Πρέπει να υπάρχουν τάσεις και πως διασφαλίζεται ότι δε θα λειτουργούν ως κόμματα μέσα στο κόμμα; Επίσης, θεωρείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κλειστό κόμμα;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα με βαθιές δημοκρατικές ρίζες. Η ύπαρξη διαφορετικών ρευμάτων σκέψης, το δικαίωμα της άποψης και ο διάλογος είναι βασικά στοιχεία που συγκρότησαν την ταυτότητά του και, επομένως, χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν νοείται ΣΥΡΙΖΑ.

Προφανώς, μέσα από την ιστορική μας διαδρομή, έχουμε εντοπίσει αδυναμίες από τη λειτουργία όχι τάσεων, αλλά μηχανισμών μέσα στο κόμμα, κάτι που δυστυχώς δεν αποτελεί – όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί – πρωτοτυπία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά διαχρονική παθογένεια όλων σχεδόν των κομμάτων. Συνεπώς, θα πρέπει να διακρίνουμε τους μηχανισμούς, που συγκροτούνται με ιδιοτελή κριτήρια και έχουν ως αντικείμενο την νομή της εσωκομματικής και, εν μέρει, της κυβερνητικής εξουσίας, από το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των μελών και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να συζητούν συλλογικά, ανοιχτά και δημοκρατικά και να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους.

Σε ό,τι δε αφορά τη συζήτηση περί της οργανωτικής διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η κρίση των μαζικών πολιτικών κομμάτων του παρελθόντος είναι γενικευμένη και αφορά όλους τους πολιτικούς χώρους, λόγω της αποστροφής της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών για την πολιτική, πολλώ δε μάλλον για την οργανωμένη κομματική ζωή.

Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, θα πρέπει να συζητήσουμε ξανά πώς εννοούμε σήμερα, στον 21ο αιώνα, την κομματική ένταξη, αν δηλαδή πρέπει να εμμείνουμε στις παραδοσιακές οργανωτικές δομές ή αν θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλες, εναλλακτικές μορφές οργάνωσης και κοινωνικής κινητοποίησης.

Και βέβαια, ενόψει και της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, θα πρέπει να διακρίνουμε τους λόγους για τους οποίους ο καθένας επιλέγει σήμερα να ενταχθεί στις οργανώσεις μας. Θέλουμε, σαφέστατα, τη διεύρυνσή μας με νέα μέλη, με ανθρώπους που προέρχονται από τη μεγάλη προοδευτική κοινωνική συμμαχία που στήριζε και στηρίζει το ΣΥΡΙΖΑ και έχουν ανιδιοτελή διάθεση κινητοποίησης και προσφοράς μέσα από τη συλλογική λειτουργία που χαρακτηρίζει την Αριστερά. Αυτοί οι άνθρωποι είναι περισσότερο από αναγκαίοι και ευπρόσδεκτοι. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για όσους επιδιώκουν απλώς να είναι κοντά στην εκάστοτε «εξουσία» και θεωρούν ότι μέσω των οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ θα διαιωνίσουν την πελατειακή λογική με την οποία είχαν ανατραφεί στο παρελθόν.

Οι απαντήσεις των Ρ. Δούρου, Ν. Βούτση, Χρ. Παπαδόπουλου, Π. Σκουρλέτη, Ν. Ηλιόπουλου, Γ. Μπαλάφα και Γ. Κυρίτση εδώ : http://news247.gr/eidiseis/dialogos-gia-tin-aristera

Στο ρ/σ «Παραπολιτικά» 90,1 : «Οι δημοσκοπήσεις πέφτουν έξω γιατί χρησιμοποιούν εργαλεία που δεν ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα»

Για την πολιτική επικαιρότητα, το επικείμενο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα ευρήματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά» 90.1, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών & Δ.Α. και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Πουλάκης. Αναφερόμενος ειδικότερα στο ζήτημα που ανέκυψε με τις δημοσκοπήσεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (της Public Issue για την «Αυγή» και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για το ΣΚΑΪ), ο Κ. Πουλάκης επισήμανε  τα κενά που υπάρχουν στη μεθοδολογία των δημοσκοπήσεων, καθώς αυτές χρησιμοποιούν μεθοδολογικά εργαλεία του παρελθόντος, που δεν αναλύουν επιτυχώς το σημερινό πολιτικό σκηνικό, γι’ αυτό και πολύ συχνά τελευταία οι έρευνες «πέφτουν έξω», ενώ επίσης παρουσίασε κάποιες σημαντικές τις αντιφάσεις που παρουσιάζονται σε ορισμένες έρευνες, ανάμεσα στα λεγόμενα ποιοτικά στοιχεία και την πρόθεση ψήφου. Τέλος, ο Κ. Πουλάκης εκτίμησε ότι η σημερινή δημοσκοπική εικόνα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα των εκλογών που θα γίνουν σε τρία χρόνια από σήμερα, καθώς η κυβέρνηση θα κερδίσει και πάλι την υποστήριξη των πολιτών, με βάση το συγκεκριμένο οδικό χάρτη που θα έχει εφαρμόσει για την έξοδο από την κρίση.

Ακούστε ολόκληρο το ηχητικό απόσπασμα :

Δήλωση Κ. Πουλάκη για τα απαράδεκτα σχόλια του Υπουργού Εσωτερικών και την αποχώρησή του από το βήμα του έκτακτου συνεδρίου της ΕΝΠΕ

Με αφορμή τα απαράδεκτα σχόλια του Υπουργού Εσωτερικών, κ. Μιχελάκη, από το βήμα του εκτάκτου συνεδρίου της ΕΝΠΕ, ο οποίος αφού επιχείρησε να συσχετίσει τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων που παρευρέθηκαν στο συνέδριο με τις δολοφονικές επιθέσεις των ναζί, αποχώρησε εν συνεχεία από το συνέδριο, ο Κώστας Πουλάκης,  μέλος της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ, υπεύθυνος για την Αυτοδιοίκηση, έκανε την ακόλουθη δήλωση :

«Η προσπάθεια του Υπουργού Εσωτερικών να συκοφαντήσει τους αγώνες των εργαζομένων για δουλειά και ζωή, χαρακτηρίζοντάς τους “σόου για το δελτίο των 8” και επιχειρώντας να τους ταυτίσει με τη ναζιστική δολοφονική βία προκαλεί τουλάχιστον αποτροπιασμό και αγανάκτηση, την ίδια στιγμή που – με τη θεατρινίστικη αποχώρησή του από το συνέδριο της ΕΝΠΕ – ο ίδιος απέφυγε να πάρει θέση για τα ασφυκτικά προβλήματα της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης.

Ο κ. Μιχελάκης, αντί να απολογηθεί για την απελπισία την οποία έχει προκαλέσει στους πολίτες η πολιτική που ο ίδιος και η κυβέρνησή του εφαρμόζει, με τις απολύσεις, την ανεργία και τη γενικευμένη φτώχεια, αντί να απολογηθεί για την κάλυψη που στελέχη του κόμματός του δίνουν στη ναζιστική ανομία, είχε το θράσος να επιστρατεύσει την πιο αισχρή, ανιστόρητη και πολιτικά επικίνδυνη λασπολογία κατά των εργαζομένων. Απέδειξε σήμερα ότι εχθρός του και της κυβέρνησής του είναι οι άνθρωποι του μόχθου, οι άνθρωποι που αγωνίζονται για επιβίωση, αξιοπρέπεια, δημοκρατία».