Συνέντευξη στη «Βραδυνή» της Κυριακής

poulakis-kwstasΓια πρώτη φορά η Αττική δέχεται τόσο μεγάλη ρύπανση, με τραγικές συνέπειες σε πολλούς τομείς. Ακούσαμε μέχρι και ότι μπορούμε να κάνουμε μπάνια. Τι πιστεύετε ότι δε λειτούργησε; Παρεμπιπτόντως, εσείς θα κάνατε μπάνια;

«Όχι, δε θα κάνω. Έχουν δοθεί οδηγίες από το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο Υγείας, στις οποίες και πρέπει όλοι να συμμορφωθούμε. Πέραν αυτού, στο Σαρωνικό είναι σε εξέλιξη μια σημαντική περιβαλλοντική κρίση, για την οποία έχουν κινητοποιηθεί όλα τα διαθέσιμα μέσα του κράτους και των ΟΤΑ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του καθενός, αλλά και διεθνής βοήθεια. Τώρα είναι η ώρα της δράσης. Η ώρα του καταλογισμού των ευθυνών –όχι μόνο των τυχόν ποινικά υπαίτιων– θα ακολουθήσει».

Παρατηρείται μια καθυστέρηση στο κυβερνητικό έργο. Κάτι που, εμμέσως πλην σαφώς, το σημείωσε και ο πρωθυπουργός. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει;

«Κεντρική προτεραιότητα της κυβέρνησης αυτή τη στιγμή είναι να ολοκληρωθεί γρήγορα η τρίτη και τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος έως το τέλος της χρονιάς. Αυτό θα μας δώσει λίγο παραπάνω από ενάμιση χρόνο “καθαρής” θητείας, προκειμένου να ξεδιπλώσουμε σε όλη την έκτασή του το πρόγραμμά μας, του οποίου όμως δίνουμε καθημερινά δείγματα γραφής. Από εκεί και πέρα, πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, τόσο του συνολικού συντονισμού της κυβέρνησης όσο και της απόδοσης κάθε επιμέρους στελέχους της. Άλλωστε, η αποτελεσματικότητα όλων μας κρίνεται καθημερινά, όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, αλλά πρώτα και κύρια από την ίδια την κοινωνία».

Ασκήσατε δριμεία κριτική σε όσα είπε ο κ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ. Είναι πράγματι τόσο βαθιές οι διαφορές, παρ’ όλο που και εσείς υλοποιείτε μια μνημονιακή Συμφωνία;

«Όταν πριν από δύο χρόνια ακριβώς, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, θέσαμε τις επιλογές μας στην κρίση του ελληνικού λαού, είπαμε με σαφήνεια ότι πρόκειται για μια Συμφωνία που αναγκαστήκαμε να υπογράψουμε. Και ότι θα υλοποιήσουμε τα συμφωνηθέντα, αξιοποιώντας όμως κάθε χαραμάδα για να εφαρμόζουμε τη δική μας, εναλλακτική πολιτική. Σήμερα, δύο χρόνια μετά, η κυβέρνηση έχει κάνει πράξη τη δέσμευσή της. Σε ένα χρόνο από σήμερα, τον Αύγουστο του 2018, θα έχουμε βγάλει τη χώρα από την επιτροπεία, ενώ παράλληλα υλοποιούμε και θα εντείνουμε την υλοποίηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων και μέτρων για την ενίσχυση των ασθενέστερων.
Ο κ. Μητσοτάκης τι μας είπε στη ΔΕΘ; Ότι θέλει να υπογράψει νέο Μνημόνιο και να εφαρμόσει μια ακόμα σκληρότερη πολιτική λιτότητας. Είναι θιασώτης, άλλωστε, της λογικής ότι “ακόμα και αν δεν υπήρχαν τα Μνημόνια, θα έπρεπε να τα εφεύρουμε”. Και βέβαια, με απόλυτο κυνισμό κατέθεσε ξεκάθαρα την άποψη ότι η επιδίωξη της ισότητας είναι δήθεν “αφύσικη”, ενώ παρείχε και πλήρη κάλυψη στην ακροδεξιά ρητορική και πρακτική του αντιπροέδρου του, κ. Γεωργιάδη. Επομένως, για να απαντήσω ευθέως, ναι. Με τη σκληρά νεοφιλελεύθερη και ταυτόχρονα αυταρχική Δεξιά του κ. Μητσοτάκη μάς χωρίζει άβυσσος».

Θα προχωρήσει η υλοποίηση του σχεδίου σας για την αλλαγή στη Τοπική Αυτοδιοίκηση; Και το ρωτώ, διότι κατηγορείστε πως υποκρύπτει κομματική λογική, προκειμένου να εξασφαλίσετε σε πολλούς δήμους την εκπροσώπηση του κόμματός σας…

«Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι από τις κεντρικές κυβερνητικές προτεραιότητες και θα φέρει το ξεκάθαρο αριστερό πολιτικό μας πρόσημο. Άλλωστε, στην επίσκεψή του πριν από λίγο καιρό στο ΥΠ.ΕΣ., ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο, τουλάχιστον το πρώτο μέρος της, να έχει ψηφιστεί εντός του 2017. Σε ό,τι, δε, με αφορά, η Επιτροπή της οποίας ήμουν πρόεδρος, που είχε ως αντικείμενο την επεξεργασία και κατάθεση κάποιων κατ’ αρχήν προτάσεων, έχει ολοκληρώσει τις εργασίες της και έχει καταθέσει ένα εκτεταμένο πόρισμα στον υπουργό Εσωτερικών από την 1η Μαρτίου.
Όσο για την κριτική –η οποία εκπορεύεται αποκλειστικά και μόνο από τα ηγετικά κλιμάκια της Ν.Δ.– πρέπει να σας πω ότι δεν έχει καμία απολύτως βάση. Ας αναρωτηθεί ο καθένας: είναι κομματική σκοπιμότητα η απλή αναλογική, το πιο γνήσια δημοκρατικό εκλογικό σύστημα, αλλά δεν είναι κομματική σκοπιμότητα το εκλογικό σύστημα που επέβαλε ο πάλαι ποτέ δικομματισμός, που προβλέπει ότι ο δήμαρχος παίρνει το 60% των εδρών, ακόμα και με λιγότερο από 20% των ψήφων; Το σύστημα που δημιούργησε απίστευτα φαινόμενα τοπικού παραγοντισμού, αυταρχισμού και αδιαφάνειας σε πολλές περιπτώσεις;
Εμείς προωθούμε μία μεταρρύθμιση που θα καταστήσει τους ΟΤΑ κύτταρα τοπικής δημοκρατίας και συμμετοχής, ενώ ταυτόχρονα θα αναβαθμίσει το επίπεδο των παρεχόμενων προς τους πολίτες υπηρεσιών. Θέλουμε να φέρουμε τις τοπικές κοινωνίες στο προσκήνιο. Και αυτό δε νομίζω πως έχει λόγο να το φοβάται ή να το απορρίπτει κανείς».

Έχουν ακουστεί απόψεις περί κατάργησης της προσευχής στα σχολεία. Ποια η γνώμη σας;

«Το δημόσιο σχολείο είναι για όλους, επί ίσοις όροις, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων. Το κράτος, σε όλες του τις εκφάνσεις, πρέπει επιτέλους να αποκτήσει κοσμικά χαρακτηριστικά. Ο θεσμός της πρωινής προσευχής είναι κατάλοιπο μιας πολύ περασμένης εποχής και μιας απολύτως αντιδραστικής αντίληψης περί… “Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών”, που εισάγει –ακόμα και σε συμβολικό επίπεδο– έναν ανεπίτρεπτο διαχωρισμό μεταξύ των μαθητών. Η άσκηση της λατρείας είναι προσωπικό θέμα των παιδιών και των οικογενειών τους. Όχι του σχολείου».

Αν οι εταίροι μάς θέσουν νέες απατήσεις-μέτρα εκτιμάτε πως αυτό θα αποτελεί πολιτική επιλογή ρήξης; Θα τα δεχθείτε;

«Από την πλευρά μας έχουμε κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι θα τηρήσουμε πλήρως τα συμφωνηθέντα. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτούμε οποιαδήποτε απαίτηση εκτός της τρέχουσας Συμφωνίας. Ξέρετε πολύ καλά ότι στην προηγούμενη αξιολόγηση βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια παρελκυστική τακτική από την πλευρά κυρίως του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Για να το πω όπως το έθεσε ο πρόεδρος Μακρόν στην πρόσφατη επίσκεψη στη χώρα μας, ελπίζουμε ότι δε θα δούμε τέτοιες συμπεριφορές και τώρα. Αν παρ’ όλα αυτά υπάρξουν απαιτήσεις εκτός Συμφωνίας από την πλευρά του ΔΝΤ, νομίζω ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είναι εκείνοι που θα κληθούν να στηρίξουν την εσωτερική συνοχή της Ευρώπης. Περίπτωση για επιπλέον μέτρα δεν υπάρχει».

Τις τελευταίες ημέρες έγινε αρκετή συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι οποίες μάλιστα συνοδεύτηκαν και από καταγγελίες της Ν.Δ. Μιας που ασχολείστε επί πολλά χρόνια με το θέμα, ποια είναι η δική σας άποψη;

«Λέω πάντοτε –είτε τα ευρήματα είναι θετικά είτε είναι αρνητικά για τον ΣΥΡΙΖΑ– ότι οι δημοσκοπήσεις είναι επιστημονικό εργαλείο και αποτυπώνουν το σήμερα. Δεν υποκαθιστούν τις εκλογές. Πολλώ δε μάλλον σε μια εξαιρετικά ρευστή περίοδο, όπου έχει αποδειχθεί δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν επιτυχώς οι διαθέσεις μιας κοινωνίας σε διαρκή κίνηση.
Σαφέστατα, βέβαια, η αίσθησή μου είναι, από τους πολίτες με τους οποίους συνομιλώ καθημερινά, ότι υπάρχει μια σχετική βελτίωση του κλίματος για την κυβέρνηση. Χωρίς όμως αυτό να δικαιολογεί ούτε εφησυχασμό ούτε, πολύ περισσότερο, πανηγυρισμούς.
Ως προς την πρόσφατη διαμάχη, θα έλεγα ότι γίνεται πολύ κακό για το τίποτα. Στην πραγματικότητα, η επιρροή των δημοσκοπήσεων, θετική ή αρνητική, είναι πολύ μικρότερη από ό,τι πολλοί υποθέτουν, στις επιλογές του εκλογικού σώματος. Ψηφίζουμε με βάση την πραγματικότητα που ζούμε, όχι γιατί κάποια έρευνα θα μας υποδείξει το νικητή και το χαμένο. Οφείλουμε, λοιπόν, όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δημοσκόποι δεν είναι μάγοι, αλλά επιστήμονες. Δεν κινούν τα νήματα της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης.
Ο καθένας, λοιπόν, είτε είναι δημοσκόπος είτε είναι πολιτικός, είναι καλό να περιοριστεί στο ρόλο του και να προσπαθήσει να διαφυλάξει το κύρος του θεσμού που έκαστος υπηρετεί».

Advertisements

Για την παρουσία του Κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ : Απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό και τον αυταρχισμό του, απαντάμε με περισσότερη δημοκρατία παντού

mitsotakis_deth9-768x512Αφαιρώντας το σκέλος της σκηνοθεσίας (αν και αυτή δοκιμάστηκε, από τα φυσικά όρια του ίδιου, που απέδειξε ότι δεν «το ‘χει» στην επικοινωνία του, είτε μαζική είτε face-to-face, με τον κόσμο) από τη διήμερη επίσκεψη του αρχηγού της ΝΔ στη ΔΕΘ, μένουν δύο πράγματα:
Πρώτον, η απροκάλυπτη ταύτισή του με την πιο ακραία εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, που αντιμετωπίζει ως εμπόδιο στο αχαλίνωτο κεφάλαιο ακόμα και τις στοιχειώδεις συντεταγμένες αρχές και διαδικασίες κάθε ευνομούμενου κράτους (διοικητικός και δικαστικός έλεγχος της ιδιωτικής δράσης) και οραματίζεται μια κοινωνία στην οποία η ανισότητα πρέπει να εκλαμβάνεται ως «φυσική» και αναλαμβάνει να παρέχει διαφοροποιημένες υπηρεσίες (παιδεία, υγεία κ.λπ.) στους έχοντες και κάτι ψίχουλα στους υπόλοιπους, στα όρια μόνο του να κρατηθούν στη ζωή, ως φθηνό και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό.
Και δεύτερον, η επιβεβαίωση της ακροδεξιάς και αυταρχικής στροφής του, μια ιδέα της οποίας – μετά και την ανάδειξη, ως προσωπική του επιλογή, του Άδωνι Γεωργιάδη – μας έδωσε στη ΔΕΘ με την κατάργηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, την κατάργηση της δημοκρατικής συμμετοχής των φοιτητών στη διοίκηση των ΑΕΙ, αλλά και το μένος του για την απλή αναλογική.

Ε, απέναντι σε αυτό, εμείς απαντάμε με περισσότερη ισότητα και αλληλεγγύη, με εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης και, κυρίως, με περισσότερη συμμετοχή και δημοκρατία παντού. Αυτό κάναμε με την ψήφιση της απλής αναλογικής και τη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου και στους 17χρονους, πριν ένα χρόνο. Αυτό κάνουμε τους αμέσως επόμενους μήνες με τη δημοκρατική ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με νέους συμμετοχικούς θεσμούς και με απλή αναλογική και στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό. Αυτό κάνουμε σε κάθε πλευρά της πολιτικής μας.

Η ανάρτηση στο facebook :

Αφαιρώντας το σκέλος της σκηνοθεσίας (αν και αυτή δοκιμάστηκε, από τα φυσικά όρια του ίδιου, που απέδειξε ότι δεν «το ‘χ…

Δημοσιεύτηκε από Κώστας Πουλάκης στις Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

«Η καθαριότητα ανήκει στον πυρήνα των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης. Η πολιτική άποψη της κυβέρνησης εξαρχής ήταν η στελέχωση με μόνιμο προσωπικό»

Στην εκπομπή «Πρώτη Γραμμή» του ΣΚΑΪ (Οικονόμου, Λυριτζής) μίλησε για το θέμα των συμβασιούχων που εργάζονται στην καθαριότητα των ΟΤΑ, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ, Κώστας Πουλάκης.

Ο Κ. Πουλάκης υπενθύμισε ότι «η καθαριότητα ανήκει στον πυρήνα των αρμοδιοτήτων, και συνταγματικά, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις που ακούγονται», αποκλείοντας εμμέσως την κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης της σχετικής υπηρεσίας, που προτείνεται από ορισμένες πλευρές.

Όπως εξήγησε ο ΓΓ του ΥΠΕΣ, «η φιλοσοφία της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ότι οι παρατάσεις που έγιναν στα οκτάμηνα αποδεικνύουν ότι εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, άρα πρέπει να καλυφθούν με μόνιμους», γεγονός που συμβαδίζει και με τη βασική πολιτική άποψη της κυβέρνησης.

Υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση έχει ψηφίσει τον Φεβρουάριο του 2016 το νόμο για το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα», με το άρθρο 7 του οποίου απελευθερώθηκαν οι προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στις ανταποδοτικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, τις οποίες είχαν απαγορεύσει πλήρως οι προηγούμενες κυβερνήσεις, δημιουργώντας την ανάγκη πρόσληψης συμβασιούχων. Σε σχέση δε με το ερώτημα αν οι προσλήψεις αυτές εντάσσονται στη ρήτρα της μίας πρόσληψης για κάθε τέσσερις αποχωρήσεις, ξεκαθάρισε : «Είμαι από την πρώτη μέρα στο Υπουργείο Εσωτερικών και είχα την ευθύνη της διαπραγμάτευσης των άρθρων του “παράλληλου προγράμματος”. Τα στοιχεία που έχω από όλη τη διαδικασία είναι ότι οι προσλήψεις στα ανταποδοτικά είναι εκτός των περιορισμών».

Παρουσιάζοντας τον οδικό χάρτη που ακολουθεί το ΥΠΕΣ, ο Κ. Πουλάκης τόνισε :

«Ζητήσαμε από τους Δήμους τις ανάγκες τους σε μόνιμο προσωπικό με βάση την ψηφισμένη διάταξη που έχουμε και ήρθαν 2.500 αιτήματα. Ο Υπουργός υπέγραψε αυτές τις 2.500. Στη συνάντηση με τη ΚΕΔΕ είπαμε ότι επειδή αυτές οι 2.500 θέσεις δεν είναι επαρκείς, αναμορφώστε άμεσα τους οργανισμούς σας, για να μας στείλετε τις επιπλέον αναγκαίες θέσεις που έχετε, ούτως ώστε να προχωρήσουνε κι αυτές.

Και επειδή πάμε για μόνιμο προσωπικό, το οποίο χρειάζεται μία χρονοβόρα διαδικασία – και στη ρύθμιση που σχεδιάζουμε επιταχύνουμε τα πράγματα – εμείς επεξεργαζόμαστε ρύθμιση η οποία συνταγματικά και νομικά θα καλύπτει τους συμβασιούχους που εργάζονται ήδη και θα ανταποκρίνεται στο σχεδιασμό που είχανε κάνει για τις οικογένειές τους ως 31/12/2017».

Τέλος, σε σχέση με δημοσιεύματα τα οποία ακολούθησαν την ανωτέρω τοποθέτηση του ΓΓ του ΥΠΕΣ, βάσει των οποίων δήθεν ανακοίνωσε πως οι συμβασιούχοι δεν θα μονιμοποιηθούν, και προς αποφυγή δημιουργίας στρεβλών εντυπώσεων και ανησυχίας στους εργαζόμενους, τονίζονται τα εξής, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ, απαντώντας στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, διευκρίνισε ότι οι συμβασιούχοι θα μπορούν να συμμετέχουν κανονικά στο διαγωνισμό για μόνιμο προσωπικό και ότι η ρύθμιση που επεξεργάζεται το Υπουργείο δεν θα αφορά κάποιου είδους «αυτόματη» μονιμοποίηση, η οποία εξάλλου δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα.

Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Συνέντευξη στη Free Sunday : «Η συμφωνία με τους δανειστές είναι αναγκαία, ισορροπημένη και ανοιχτή»

FS410Συνέντευξη στον Δ. Χρυσικόπουλο

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για τις αλλαγές που η κυβέρνηση προωθεί στον «Καλλικράτη». Ποια είναι τα βασικά στοιχεία τους;

Σχεδιάζουμε μία συνολική – διοικητική, πολιτική και οικονομική – μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δημιουργούμε δομές αποτελεσματικές, σύγχρονες και ορθολογικές, κοντά στον πολίτη και στις ανάγκες του, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες των νησιωτικών, ορεινών και «μειονεκτικών» Δήμων, καθώς και των μητροπολιτικών περιοχών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ενισχύουμε και εμβαθύνουμε τη δημοκρατία και τη συμμετοχή των πολιτών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Στηρίζουμε την οικονομική βιωσιμότητα των ΟΤΑ, με τη σταδιακή αποκατάσταση της κρατικής χρηματοδότησης και τον εξορθολογισμό του τρόπου κατανομής της, αλλά και με τη θέσπιση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων και νέων διαδικασιών οικονομικής διαχείρισης. Και, τέλος, αναβαθμίζουμε το ρόλο των Δήμων και των Περιφερειών στην επίτευξη του στόχου της δίκαιης ανάπτυξης.

Θα θεσμοθετήσετε την απλή αναλογική και στις εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση; Κι αν ναι, για ποιο λόγο;

Η απλή αναλογική, ως το κατεξοχήν δημοκρατικό εκλογικό σύστημα, θα έπρεπε να είναι ο κανόνας. Άρα, το ερώτημα είναι «γιατί όχι απλή αναλογική». Η κρίση που ζούμε είναι πρωτίστως θεσμική και πολιτική. Φτάσαμε σήμερα εδώ γιατί κάποιες πολιτικές ηγεσίες, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, αφέθηκαν να λειτουργούν ερήμην, αν όχι κόντρα, στα συμφέροντα και τις ανάγκες της πλειοψηφίας των πολιτών. Η διεύρυνση, λοιπόν, της δημοκρατίας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας και η καλλιέργεια μίας κουλτούρας διαλόγου είναι σήμερα το ζητούμενο.

Κάποιοι εκπρόσωποι της Τ.Α. αντιδρούν στο ενδεχόμενο της απλής αναλογικής. Τι απαντάτε;

Η απλή αναλογική δεν είναι ζήτημα «κόντρας» ΥΠΕΣ-ΚΕΔΕ. Πρόκειται για βαθύτατα πολιτικό θέμα και πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, καθώς η κοινή γνώμη έχει κατ’ επανάληψη εκφραστεί θετικά.

Κάποιοι, δυστυχώς, επιθυμούν να διαιωνίσουν το σημερινό ακραία συγκεντρωτικό σύστημα. Δεν μπορεί όμως, εν ονόματι μιας ασαφούς έννοιας δήθεν «κυβερνησιμότητας» των ΟΤΑ να δεχόμαστε να υπάρχουν δημοτικές και περιφερειακές αρχές που έχουν πάρει ακόμα και 20% των ψήφων, έχουν όμως το 60% των εδρών του συμβουλίου. Είναι εξόφθαλμη στρέβλωση της βούλησης των πολιτών.

Άλλωστε, επί έξι χρόνια, η χώρα κυβερνάται, και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης, με συμμαχίες. Δεν μπορεί να είναι δυσκολότερες οι συναινέσεις σε ένα δημοτικό συμβούλιο, απ’ ό,τι στο κοινοβούλιο.

Αντιδράσεις υπάρχουν επίσης και για το ενδεχόμενο ορίου στις θητείες των αιρετών στην τοπική αυτοδιοίκηση. Σχεδιάζει το υπουργείο κάτι τέτοιο;

Η καθιέρωση ορίου στις θητείες των αιρετών των ΟΤΑ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προτάσεων της Επιτροπή του ΥΠΕΣ. Συζητείται όμως από πολλές πλευρές επί χρόνια, όχι μόνο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά για όλα τα αιρετά αξιώματα. Η ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού της σε όλα τα επίπεδα είναι αναμφισβήτητη. Το με ποιες θεσμικές δικλείδες θα πρέπει αυτή να επιδιωχθεί είναι προφανώς ανοιχτό σε συζήτηση.

Γενικά, το τελευταίο διάστημα καταγράφεται ένταση στις σχέσεις υπουργείου Εσωτερικών και ΚΕΔΕ. Πού την αποδίδετε;

αποσπΗ ένταση είναι κατά τη γνώμη μου τεχνητή και προκλήθηκε σκοπίμως από μέρος της ΚΕΔΕ, με συγκεκριμένες κομματικές αναφορές. Ως Υπουργείο, έχουμε αποδείξει τη βούλησή μας για ουσιαστικό, ειλικρινή και ανοιχτό διάλογο, συγκροτώντας μία ευρεία Επιτροπή, με τη συμμετοχή όλων των αυτοδιοικητικών φορέων. Η Επιτροπή αυτή συζήτησε δημόσια και εφ’ όλης της ύλης, με τη συνεργασία πάνω από 100 στελεχών του ΥΠΕΣ, ειδικών επιστημόνων και αυτοδιοικητικών. Είναι η πρώτη φορά που μία μεταρρύθμιση σχεδιάζεται και υλοποιείται με τέτοιο τρόπο και όχι σε κάποιο κλειστό πολιτικό γραφείο. Η ηγεσία της ΚΕΔΕ, ωστόσο, επέλεξε να αποχωρήσει από τη συζήτηση και να επιδοθεί σε έναν χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων. Σε κάθε περίπτωση, εμείς συνεχίζουμε τη συζήτηση με όλους τους αιρετούς ανά την Ελλάδα, είτε σε ανοιχτές συγκεντρώσεις, είτε σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις. Και ελπίζουμε πως και στην ΚΕΔΕ θα επικρατήσουν οι ψύχραιμες φωνές, που είναι πολλές και ανεξάρτητες από κομματική προτίμηση.

Για να αλλάξουμε σελίδα, πώς κρίνετε εσείς τη συμφωνία κυβέρνησης-δανειστών για το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος;

Πρώτον, είναι μία συμφωνία αναγκαία. Κλείνουμε τον κύκλο της αβεβαιότητας και υλοποιούμε τον οδικό χάρτη που έχουμε χαράξει προκειμένου σε ένα χρόνο από σήμερα να οδηγηθούμε στην οριστική έξοδο από την επιτροπεία.

Δεύτερον, είναι μία συμφωνία ισορροπημένη, αφού για πρώτη φορά η συνολική δημοσιονομική επιβάρυνση είναι μηδενική, καθώς για κάθε ευρώ μέτρα προβλέπονται ισόποσα θετικά αντίμετρα, για τη στήριξη των πιο αδύναμων και την τόνωση της οικονομικής κίνησης και της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, μέσα από την ελάφρυνση της φορολογίας.

Και τρίτον, είναι μία συμφωνία ανοιχτή, αφού μας αφήνει το περιθώριο – εφ’ όσον το 2018 αποδείξουμε ότι η ελληνική οικονομία έχει ξαναμπεί για τα καλά στις ράγες της ανάπτυξης και της σταθερότητας – να την ξανασυζητήσουμε.

Τι απαντάτε στα κόμματα της αντιπολίτευσης που μιλούν ουσιαστικά για νέο μνημόνιο;

Η αντιπολίτευση θα πρέπει να πάψει να τρομοκρατεί τους πολίτες. Τουλάχιστον τρεις φορές τους τελευταίους μήνες, η ΝΔ φώναζε ότι υπογράψαμε «τέταρτο μνημόνιο». Πότε έλεγε την αλήθεια; Ποτέ. Κάθε φορά που η κυβέρνηση πετυχαίνει μία συμφωνία με τους δανειστές, η ΝΔ μιλά για δήθεν νέο μνημόνιο. Η πραγματικότητα διαρκώς τη διαψεύδει.

Θεωρείτε ότι η συμφωνία θα περάσει από τη Βουλή χωρίς «απώλειες» για την κυβερνητική πλειοψηφία;

Είμαι βέβαιος. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, στηρίζουν την κυβέρνηση επειδή ακριβώς έχουν συνομολογήσει τον οδικό χάρτη που σας περιέγραψα, προκειμένου να βγούμε από την κρίση με ασφάλεια και με την κοινωνία όρθια.

Ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά μετ’ επιτάσεως εκλογές. Ως γενικός γραμματέας του καθ’ ύλην αρμοδίου για τις εκλογές υπουργείου, τι απαντάτε στο αίτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ο κ. Μητσοτάκης ζητά εκλογές από τη μέρα που έγινε αρχηγός της ΝΔ. Ενάμιση χρόνο μετά, η κυβέρνηση προχωρά την υλοποίηση του προγράμματός της και την προετοιμασία της οριστικής εξόδου από τα μνημόνια και ο κ. Μητσοτάκης συνεχίζει στο ίδιο βιολί, χωρίς να λέει τίποτα επί της ουσίας. Έχω την εντύπωση ότι οι δημοσκοπήσεις λειτουργούν για τον κ. Μητσοτάκη, όπως το νερό της πηγής για τον Νάρκισσο, στο γνωστό μύθο. Έχει τόσο ενθουσιαστεί με τη δημοσκοπική του εικόνα, που ξεχνά ότι αυτή δεν είναι παρά μια στιγμιαία αντανάκλαση της κοινωνικής και πολιτικής κίνησης. Κινδυνεύει λοιπόν να «πνιγεί» σε αυτή.

FS410

Χαιρετισμός στην ημερίδα της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, της ΚΕΔΕ και της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας

afisa_pfpoΚυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να χαιρετίσω από την πλευρά μου την κοινή πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ, της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και της Πανελλήνιας Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, για τη διοργάνωση της σημερινής ημερίδας.

Μια πρωτοβουλία που δίνει την ευκαιρία να ανταλλάξουν εμπειρίες, απόψεις και προτάσεις όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στο ζήτημα της προστασίας των ζώων συντροφιάς και της αντιμετώπισης του τεράστιου προβλήματος των εγκαταλελειμμένων και αδέσποτων ζώων και της κακοποίησης και, συχνά, της βίαιης θανάτωσής τους.

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα παραμένουν και, μάλιστα, πολλές φορές εντείνονται, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ως θετικά βήματα, αφ’ ενός τη θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου, με το ν. 4039/2012, αφ’ ετέρου την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των εμπλεκόμενων φορέων και πολιτών.

Ιδιαίτερα δε θα ήθελα να σταθώ στις υποδειγματικές προσπάθειες που καταβάλλουν πολλοί Δήμοι, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και στην καθοριστική συνεισφορά των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, προκειμένου να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα εκμετάλλευσης, εγκατάλειψης ή κακοποίησης ζώων.

Είναι γεγονός ότι και σε θεσμικό επίπεδο και, κυρίως, σε επίπεδο υποδομών, υπάρχουν πολλά που μένουν ακόμη να γίνουν.

Και οφείλουμε, ως πολιτεία, να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια, ακόμα και στη σημερινή δύσκολη συγκυρία.

Ως πρώτη άμεση πρωτοβουλία, όπως πιθανότατα γνωρίζετε αρκετές και αρκετοί, ως Υπουργείο Εσωτερικών προωθούμε την τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4039/2012.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη που προωθούμε στο πλαίσιο της επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας του ΥΠΕΣ, ενισχύεται η σαφήνεια στη διαδικασία επιβολής των προστίμων για παραβάσεις της νομοθεσίας για τα ζώα συντροφιάς και θεσμοθετείται η διαδικασία είσπραξής τους από τους δήμους, στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι αρμόδια όργανα για τη διαπίστωση των παραβάσεων του άρθρου 21 του ν. 4039/2012 είναι και οι δημοτικοί αστυνομικοί. Επιπλέον διευκρινίζεται ότι τα έσοδα από τα συγκεκριμένα πρόστιμα αποτελούν έσοδα των δήμων στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη βελτίωση των δημοτικών καταφυγίων και κτηνιατρείων και για την αντιμετώπιση των δαπανών που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου αυτού.

Ωστόσο, και με αυτό θα ολοκληρώσω το σύντομο χαιρετισμό μου, έχω τη γνώμη ότι η αφύπνιση και η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προώθηση μίας άλλης νοοτροπίας είναι η πρώτη και αναντικατάστατη προϋπόθεση οποιασδήποτε προσπάθειας.

Άλλωστε, σε τελική ανάλυση η συμπεριφορά μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά ως κοινωνία, απέναντι στα ζώα, αντικατοπτρίζει το επίπεδο του πολιτισμού μας.

Με αυτή λοιπόν την έννοια, θεωρώ τη σημερινή πρωτοβουλία, όπως και τη συνολική σας προσπάθεια αξιέπαινη και σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της ημερίδας.

Σας ευχαριστώ.

Για το «ρεπορτάζ» του ΣΚΑΪ για τους συμβασιούχους

skai_propaganda

Πριν λίγο, στο δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ προβλήθηκε «ρεπορτάζ» – προφανώς με βάση το αντίστοιχο σημερινό δημοσίευμα της «Καθημερινής» – για το θέμα των εργαζόμενων στην καθαριότητα στους ΟΤΑ, των οποίων οι συμβάσεις έχουν παραταθεί αυτοδίκαια, με νόμο, ως το τέλος του 2017.

Το «ρεπορτάζ» – με μοναδική πηγή τον πρόεδρο της ΚΕΔΕ, Γ. Πατούλη, και τον πρόεδρο της Ένωσης (όχι μόνο νυν, αλλά και πρώην) Δημάρχων Αττικής, Π. Καμάρα – έκανε λόγο για δήθεν «αφόρητες» πιέσεις που ασκεί ο Υπουργός Εσωτερικών, Π. Σκουρλέτης, στους Δημάρχους να παραβιάσουν, λέει, το Σύνταγμα.

Δύο οφειλόμενες απαντήσεις, μια νομική και μια πολιτική :

Νομικά, αρκεί κανείς να υπενθυμίσει στο ΣΚΑΪ και την Καθημερινή, ότι το περιβόητο 24μηνο δεν προβλέπεται στο Σύνταγμα, αλλά στο προεδρικό διάταγμα (!) 164/2004. Κι όταν ένας νόμος λέει ότι οι συμβάσεις παρατείνονται «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης», προφανώς μπορεί να εισάγει εξαίρεση από ένα προεδρικό διάταγμα. Οπότε, όποιος επικαλείται, και μάλιστα τόσο κατηγορηματικά το Σύνταγμα, καλό θα ήταν να κάνει τον κόπο να το ανοίξει προηγουμένως.

Πολιτικά, όμως, που είναι και το σημαντικότερο. Η κυβέρνηση, λέει, θέλει να κερδίσει τη στήριξη των συμβασιούχων, γι’ αυτό το κάνει. Δεν θα θυμίσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει μάχη για τους συμβασιούχους ήδη από το 2004. Τότε που ούτε ήταν ούτε φανταζόταν ότι θα γίνει κυβέρνηση. Όπως και για τους εργαζόμενους με stage στη συνέχεια και για όλους τους επισφαλώς εργαζόμενους, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Θα πω μόνο ότι γελάνε και οι πέτρες, όταν εκείνοι που εφηύραν το θεσμό των συμβασιούχων, για να κρατάνε σε ομηρία τους ανθρώπους αυτούς και να τους μετατρέπουν σε εκλογική πελατεία, μιλάνε για πολιτική σκοπιμότητα.