Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Συνέντευξη στο «Χωνί» : «Όταν έρθει ο χρόνος, θα κριθούμε θετικά από τους πολίτες»

(Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αγόρη)

aposp1

«Ως κυβέρνηση φέρνουμε την πολιτική και τη Δημοκρατία στο προσκήνιο. Και αυτό ενοχλεί την αντιπολίτευση με τις συντηρητικές της ρίζες«, δηλώνει Στο ΧΩΝΙ ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Κώστας Πουλάκης.

[…]

-Αλλαγή εκλογικού νόμου και συνταγματική αναθεώρηση. Αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ή «στάχτη στα μάτια των πολιτών», όπως σας κατηγορεί η αντιπολίτευση; Πως εξηγείτε την αρνητική στάση των κομμάτων της κεντροαριστεράς και τη «συμπόρευσή» τους με τη ΝΔ;

Τα αίτια της κρίσης είναι, μεταξύ άλλων, και πολιτικά κι αφορούν τις επί σαράντα και πλέον χρόνια παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Κι αυτό δεν είναι κάτι που «ανακάλυψε» σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ένα αίτημα που διεκδίκησαν χιλιάδες πολίτες στους δρόμους της χώρας μας και της υπόλοιπης Ευρώπης πριν λίγο καιρό : Πραγματική Δημοκρατία. Αυτό λοιπόν που κάνουμε με τις μεγάλες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που παίρνουμε στο επίπεδο των θεσμών και του πολιτικού συστήματος είναι ότι φέρνουμε την πολιτική και τη δημοκρατία στο προσκήνιο. Κι αυτό είναι που κατά βάθος «ενοχλεί» την αντιπολίτευση και των «πράσινων» και των «μπλε» αποχρώσεων. Το ότι δεν ανέχεται ο λαός να είναι ουσιαστικός πρωταγωνιστής. Η αντίληψη αυτή, ξέρετε, έχει βαθύτατα συντηρητικές ρίζες…

-Οι 179 ψήφοι υπέρ της απλής αναλογικής μπορούν να αποτελέσουν βάση για «συμμαχίες» και σε άλλα νομοσχέδια; Σκοπεύετε να ανοίξετε πεδία διαλόγου με ΚΚΕ, Ενωση Κεντρώων, ΔΗΜΑΡ (Θεοχαρόπουλο); Οι πρόσφατες συναντήσεις του Αλέξη Τσίπρα με τους Παπανδρέου – Κουβέλη τι μπορεί να σημάνουν;

Όπως γνωρίζετε, η κυβέρνηση είναι πάντοτε ανοιχτή στο δημοκρατικό διάλογο για όλα τα θέματα. Και πιστεύω ότι υπάρχουν πεδία στα οποία, πράγματι, μπορούμε να συγκλίνουμε με πολιτικές δυνάμεις εντός και εκτός κοινοβουλίου. Η πρόσφατη διαδικασία του εκλογικού νόμου ήταν μια δοκιμή της ωριμότητας, αλλά και της ειλικρίνειας των θέσεων και των προθέσεων όλων των πολιτικών δυνάμεων. Και νομίζω ότι όλοι, και πρωτίστως οι πολίτες, βγάλαμε σημαντικά συμπεράσματα.


aposp4-Ποιο το σχόλιό σας για τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες εβδομάδες και σας φέρνουν στη δεύτερη θέση; Με ποιο τρόπο θα επιχειρήσετε να αντιστρέψετε την αρνητική εικόνα που έχουν οι πολίτες για τον ΣΥΡΙΖΑ;

Συνηθίζω επί χρόνια να λέω ότι οι δημοσκοπήσεις είναι «φωτογραφίες της στιγμής» και ως τέτοιες πρέπει να τις αντιλαμβανόμαστε, παίρνοντας υπόψη και την εκάστοτε συγκυρία. Επίσης, σε μια έρευνα πρέπει να διαβάζουμε όλα τα στοιχεία και όχι μόνο την πρόθεση ψήφου που άδικα κερδίζει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ. Η σημερινή συγκυρία, λοιπόν, δεν είναι εύκολη για την κυβέρνηση. Θυμίζω ότι μέχρι πριν από ενάμιση μήνα οι προσπάθειες όλων μας είχαν προσανατολιστεί στην επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος, ενός προγράμματος που – όπως ξέρετε – σε πολλά σημεία του βρίσκεται σε μεγάλη τριβή με τις θέσεις και τους στόχους μας. Γι’ αυτό και αναγκαζόμαστε να βρίσκουμε καθημερινά τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην τήρηση της συμφωνίας που αναγκαστήκαμε να υπογράψουμε και στην υλοποίηση του δικού μας προγράμματος. Μέχρι τις εκλογές, ωστόσο, έχουμε ακόμα τρία ολόκληρα χρόνια, μέσα στα οποία η κυβέρνηση θα έχει ξεδιπλώσει πλήρως τις πρωτοβουλίες της σε όλα τα μεγάλα θεσμικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, αλλά και στο επίπεδο της βελτίωσης της καθημερινότητας των πολιτών. Και γι’ αυτά, όταν έρθει ο χρόνος, είμαι σίγουρος ότι θα κριθούμε θετικά από τους πολίτες.

-Μιας που περί μεταρρυθμίσεων ο λόγος… Πρόσφατα έγινε η εναρκτήρια συνεδρίαση της Επιτροπής για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης, όπου προεδρεύετε. Ποιοι οι βασικοί στόχοι των αλλαγών που προωθείτε;

Η Αυτοδιοίκηση ως τμήμα και η ίδια του πολιτικού και διοικητικού συστήματος της χώρας δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη από τις γενικότερες παθογένειες. Αλλά, την ίδια στιγμή, ως ο εγγύτερος προς τους πολίτες θεσμός, έχει διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο στη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε. Με αυτά ως δεδομένα, φιλοδοξούμε να πραγματοποιήσουμε αλλαγές που θα δώσουν στην Αυτοδιοίκηση τη δυνατότητα να «αναπνεύσει» και να δράσει δημιουργικά, αναβαθμίζοντας το ρόλο της και αξιοποιώντας θετικά διεθνή παραδείγματα. Κεντρικοί άξονες της μεταρρύθμισής μας, λοιπόν, είναι η διαμόρφωση ενός επιτελικού κράτους και, αντίστοιχα, μιας ισχυρής Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, η ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α., με την καθιέρωση θεσμών ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής, λογοδοσίας και ελέγχου, η αναβάθμιση των Δήμων και των Περιφερειών, προκειμένου να πρωταγωνιστήσουν στην προσπάθεια παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας…


-Καλά όλα αυτά, αλλά μήπως είναι λίγο θεωρητικά; Τελικά, τι είναι αυτό που λείπει για να βελτιωθεί η καθημερινότητα των πολιτών;

Μόλις είπατε τη λέξη-κλειδί. Το μέτρο κάθε μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να είναι το αποτύπωμα που αφήνει στη ζωή των πολιτών. Για το λόγο, άλλωστε, αυτό, παράλληλα με τις θεσμικές τομές ως Υπουργείο προωθούμε και μία σειρά αλλαγών και πρωτοβουλιών με στόχο τη βελτίωση της εμπειρίας του πολίτη στην επαφή του με το Δημόσιο. Η κωδικοποίηση, λόγου χάρη, της νομοθεσίας, η αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων κάθε φορέα, ώστε ο πολίτης να πάψει να παραπέμπεται από τον Άννα στον Καϊάφα, η απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, με γνώμονα την ταχεία και χωρίς γραφειοκρατικές εμπλοκές ολοκλήρωσή τους, η αναβάθμιση της ψηφιακής λειτουργίας των Ο.Τ.Α., η σύνδεση των επιμέρους βάσεων δεδομένων των δημόσιων φορέων είναι λίγες μόνο από τις πρωτοβουλίες με τις οποίες φιλοδοξούμε να βελτιώσουμε την καθημερινότητα των πολιτών. Θα μου επιτρέψετε, πάντως, να πω ότι το δίλημμα δημοκρατία ή αποτελεσματικότητα είναι παραπλανητικό. Νομίζω πως η άμεση εμπλοκή των πολιτών στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων του Δήμου ή της Περιφέρειάς τους, η κινητοποίησή τους για την επίλυση των προβλημάτων και η διαρκής λογοδοσία των αιρετών απέναντί τους είναι η καλύτερη εγγύηση για την ποιοτική αναβάθμιση της Δημόσιας Διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης.

aposp2-Με δεδομένη την κρίση και την ανεργία, υπάρχουν πράγματι περιθώρια να ζήσουν καλύτερα οι πολίτες; Τελικά είναι οι μεταρρυθμίσεις αυτό που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία σήμερα;

Πρόσφατα, ο πρωθυπουργός παρουσίασε την κυβερνητική στρατηγική για την οικονομία και την παραγωγή, θέτοντας ως κεντρικό στόχο με ορίζοντα το 2021 τη δίκαιη ανάπτυξη. Ο όρος αυτός δεν επιλέχθηκε τυχαία. Θέλουμε μια ανάπτυξη με σαφές πρόσημο, που να βελτιώνει την ευημερία των ανθρώπων και όχι των αριθμών. Θα ένα παράδειγμα από τη δουλειά μας στο Υπουργείο Εσωτερικών. Όπως σας είπα, θέλουμε η Αυτοδιοίκηση να πρωταγωνιστήσει στην προσπάθεια παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Και γι’ αυτό, με τη μεταρρύθμιση που προωθούμε, θα της εξασφαλίσουμε τα εργαλεία και τους πόρους για να το πετύχει. Και, κυρίως, όπως θα είδατε στις προτάσεις μας, με την αναπτυξιακή λογική που προωθούμε, δίνουμε προτεραιότητα στις τοπικές ανάγκες και δυνατότητες, σε επενδύσεις που παράγουν τοπικά προστιθέμενη αξία και στοχεύουν κυρίως στην ενίσχυση της απασχόλησης. Στο πλαίσιο άλλωστε αυτό, βασικό μας μέλημα είναι η προώθηση των μορφών της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που εστιάζει περισσότερο στις κοινωνικές ανάγκες και λιγότερο στη μεγιστοποίηση του κέρδους.

aposp3-Τελικά, τι θα λέγατε ότι διαφοροποιεί την παρούσα κυβέρνηση από τις προηγούμενες;

Η σημερινή κυβέρνηση γεννήθηκε μέσα από την οργή που συσσωρεύτηκε στην ελληνική κοινωνία, που έβλεπε επί σαράντα σχεδόν χρόνια το πολιτικό σύστημα να παρασέρνει τη χώρα στην καταστροφή εξαιτίας της ασυδοσίας και της ιδιοτέλειας με την οποία πορεύτηκε. Ταυτόχρονα, όμως, η κυβέρνηση αυτή προσωποποιεί την ελπίδα της ελληνικής κοινωνίας για κάτι διαφορετικό και την απόφασή της να διεκδικήσει ένα άλλο, καλύτερο και δικαιότερο μέλλον. Γι’ αυτό και αυτή η κυβέρνηση, η «πρώτη φορά Αριστερά», έχει αναλάβει το βάρος να φέρει για πάντα το λαό και την Αριστερά στο προσκήνιο της ιστορίας.

Συνέντευξη στην «Αυγή» της Κυριακής : «Ιστορική η ημέρα ψήφισης της απλής αναλογικής»

Συνέντευξη στον Ν. Παπαδημητρίου

Είναι δύσκολο, ίσως, να το συνειδητοποιήσει κανείς, αλλά ένα παλιό όνειρο των αριστερών και ευρύτερα προοδευτικών πολιτικών, η απλή αναλογική, θα γίνει πραγματικότητα τις επόμενες ημέρες;

Ένα παλιό όνειρο και, θα πρόσθετα, ένα σύγχρονο αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών, περίπου 60-70%, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι μέσα στην κρίση, το «κίνημα των πλατειών» προέταξε το αίτημα για πραγματική δημοκρατία… Είναι ιστορική η στιγμή της ψηφοφορίας στην Βουλή το βράδυ της Τετάρτης.

α3Το θέμα με το κατώφλι του 3% έχει κλείσει; Με ποιο σκεπτικό η κυβέρνηση λέει «όχι» στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση κομμάτων που έχουν 2%;

Η κυβέρνηση, καταρχήν, δεν λέει «όχι» στην εκπροσώπηση και των μικρότερων κομμάτων. Ως γνωστόν, η Αριστερά είναι γονιδιακά ταυτισμένη με την «απλή και άδολη» αναλογική. Η διατήρηση του ορίου του 3% προκρίθηκε, με δεδομένες τις απόψεις που κατέθεσαν οι πολιτικοί αρχηγοί στις επαφές που είχε μαζί τους ο πρωθυπουργός, ως ελάχιστο πεδίο συμφωνίας. Θα παρακολουθούσα όμως με ενδιαφέρον την επιχειρηματολογία για μικρή μείωση του ορίου.

Από τους αντιπάλους σας ακούγεται η κριτική ότι η κυβέρνηση κάνει διάφορες …εκπτώσεις, στην προσπάθειά της να βρει 200 βουλευτές. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Θα ήταν εύκολο να καταθέσουμε έναν εκλογικό νόμο που θα απηχούσε απόλυτα τις απόψεις μας και θα ικανοποιούσε τη συνείδηση και την ιστορία μας. Μόνο που ένας τέτοιος νόμος, θα έπαιρνε – αν έπαιρνε – απλή πλειοψηφία και, σίγουρα, κάτω από τους 200 βουλευτές που απαιτεί το Σύνταγμα για να ισχύσει από τις αμέσως επόμενες εκλογές. Επιλέξαμε να κάνουμε το κυριότερο βήμα, την κατάργηση του απαράδεκτου μπόνους και την κατανομή του συνόλου των εδρών μεταξύ των κομμάτων με βάση την απλή αναλογική. Απέναντι στη λογική του «όλα ή τίποτα», επιλέξαμε, λοιπόν, να κάνουμε αυτό που μπορούμε, με βάση τους συσχετισμούς. Όχι όμως κάτι αντίθετο στις αρχές μας, ώστε να ισχυριστεί κανείς πως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Το αν πράξαμε σωστά ή όχι, θα το κρίνουν οι πολίτες το βράδυ των επόμενων εκλογών, τον Σεπτέμβριο του 2019. Και να είστε σίγουρος ότι θα το κρίνουν θετικά.

Πού αποδίδετε όμως την άρνηση κομμάτων που τοποθετούνται στο πολιτικό «Κέντρο», να ψηφίσουν την κυβερνητική πρόταση;

Αδυνατώ να κατανοήσω τη στάση των κομμάτων αυτών, και κυρίως του ΠΑΣΟΚ, το οποίο ακριβώς ένα χρόνο πριν και με την υπογραφή όλης της σημερινής κοινοβουλευτικής του ομάδας κατέθεσε πρόταση νόμου με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο. Τι άλλαξε σε λίγους μήνες; Δυστυχώς, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επιλέγει σε μια σειρά ζητήματα να ταυτιστεί με τον κ. Μητσοτάκη, υποτασσόμενη στη στρατηγική του κ. Βενιζέλου. Πρόκειται όμως για μια επιλογή που φέρνει το ΠΑΣΟΚ απέναντι στην ιστορία του και, κυρίως, στην κοινωνική του βάση.

Με δεδομένο ότι υπάρχει ένα κόμμα που δεν θέλει τη συνεργασία με οποιοδήποτε άλλο (ΚΚΕ), ένα κόμμα με το οποίο ουδείς θέλει να συνεργαστεί (Χρυσή Αυγή), δεν φοβάστε ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να συνεργαστείτε με κόμματα, που είναι ταυτισμένα με τη διαπλοκή; Ή, ακόμη χειρότερα, να υποχρεωθείτε να συναινέσετε στο Μεγάλο Συνασπισμό;

Κατ’ αρχάς, δεν συμφωνώ με την παραδοχή πως το κομματικό σκηνικό θα παραμείνει ως έχει σήμερα, αφού η απλή αναλογική απελευθερώνει τους πολίτες από εκβιαστικά διλήμματα πάνω από την κάλπη. Το σενάριο, λοιπόν, του λεγόμενου «μεγάλου συνασπισμού» είναι τελείως υποθετικό. Για να απαντήσω όμως ευθέως. Αν ποτέ και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα πάρουν τόσο χαμηλά ποσοστά που να μη σχηματίζεται κυβέρνηση με πυρήνα ένα από τα δύο, θα μιλάμε για κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Ας μην φορτώνουμε, επομένως, στο εκλογικό σύστημα προβλήματα που αφορούν την ουσία της πολιτικής. Όσο για τις κυβερνητικές συμπράξεις, αυτές υπό οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα διαμορφώνονται στη βάση συγκεκριμένων προγραμματικών συγκλίσεων.

α2Απλή αναλογική μπορεί εν τέλει να σημαίνει ακυβερνησία; Και στην περίπτωση αυτή, μήπως πρέπει να προβλεφθεί ένας ισχυρότερος Πρόεδρος της Δημοκρατίας;

Η χώρα κυβερνάται σε δύσκολες συνθήκες, εδώ και πέντε χρόνια, με κυβερνήσεις συνεργασίας. Κι όπως έχει αποδειχθεί, η κυβερνητική αστάθεια προκύπτει από την κοινωνική δυσαρέσκεια και αναταραχή, είτε κυβερνά ένα είτε περισσότερα κόμματα. Άρα το δίλημμα δημοκρατία ή σταθερότητα είναι κατά τη γνώμη μου πλαστό. Όσο για την ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, γνωρίζω ότι υπάρχουν σχετικές σκέψεις. Προσωπικά είμαι αρκετά προβληματισμένος, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική διαδρομή του θεσμού και τον τρόπο που λειτούργησε στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Ειδικά αν οι υπερεξουσίες του Προέδρου προκύψουν μέσα από μία πατερναλιστική προσέγγιση, ως αντίβαρο δηλαδή στην καθιέρωση της απλής αναλογικής ή άλλων θεσμών που διευρύνουν τη Δημοκρατία. Έχουμε όμως χρόνο για να συζητήσουμε σε βάθος όλα τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης.

Να έρθουμε και σε άλλες αρμοδιότητες που έχετε… Τι αλλαγές πρέπει να περιμένουμε στην Αυτοδιοίκηση;

Πρόσφατα έγινε η πανηγυρική εναρκτήρια συνεδρίαση της Επιτροπής για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης, με τη συμμετοχή υπηρεσιακών παραγόντων, ειδικών επιστημόνων, αλλά και εκπροσώπων των αιρετών και των εργαζομένων στους ΟΤΑ, στην οποία έχω την τιμή να προεδρεύω. Τις αμέσως επόμενες μέρες ξεκινάμε ουσιαστική δουλειά. Ήδη έχουμε καταθέσει τις βασικές μας προτεραιότητες, που συγκροτούν το όραμά μας. Κεντρικός στόχος, είναι η διεύρυνση της δημοκρατίας και της πλουραλιστικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α., καθώς και της ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής και ελέγχου. Και, παράλληλα, η αναβάθμιση της διοικητικής αποτελεσματικότητας των Ο.Τ.Α., να ξεκαθαρίσουμε δηλαδή τις αρμοδιότητες και να φτιάξουμε πρότυπες διαδικασίες, που θα βελτιώσουν τη λειτουργία των Ο.Τ.Α., με απτά αποτελέσματα στην καθημερινότητα των πολιτών. Ως προς την ουσία, δίνουμε το προβάδισμα στην έμπρακτη υλοποίηση του στόχου της δίκαιης ανάπτυξης, αφενός με τον «από τα κάτω» δημοκρατικό αναπτυξιακό σχεδιασμό σε περιφερειακό επίπεδο, αφετέρου με την ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής και της αλληλεγγύης σε τοπικό επίπεδο.

Και με τη διαφθορά στους ΟΤΑ που ταλαιπωρεί τους πολίτες, η κυβέρνηση τι θα κάνει;

Ανοίγετε ένα τεράστιο θέμα. Καταρχήν, να ξεκαθαρίσουμε ότι η διαφθορά και, ευρύτερα, η κακοδιοίκηση στους ΟΤΑ είναι αλληλένδετη με τις γενικότερες παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, για να μη γενικεύω άδικα, τα προβλήματα και οι στρεβλώσεις συγκαλύπτονταν, με την πολιτική ανοχή ή σύμπραξη της εκάστοτε κυβέρνησης και των μέχρι πρότινος διορισμένων Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Ήδη, με την αντικατάσταση των πολιτικών προσώπων από στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης, έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της νομιμότητας και της αντικειμενικότητας. Ταυτόχρονα, είμαστε σε διαρκή συνεργασία με τη Δικαιοσύνη, τις Ανεξάρτητες Αρχές και τα Ελεγκτικά Σώματα, για να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται πλήρως τα περιστατικά διαφθοράς ή και απλής κακοδιοίκησης. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά βήματα να γίνουν, όχι μόνο σε θεσμικό επίπεδο, αλλά κυρίως σε επίπεδο πολιτικής κουλτούρας, που αφορούν και το δικό μας χώρο. Θα πρέπει να τελειώσουμε οριστικά με οιονεί πελατειακές λογικές και να συνομολογήσουμε το αυτονόητο : Ότι η αυτοτέλεια των ΟΤΑ σημαίνει και ανάληψη εκ μέρους των τοπικών αρχών της νομικής και πολιτικής ευθύνης για τις επιλογές τους.

Συνέντευξη στη Free Sunday : «Είμαστε κοντά στους 200 για τον εκλογικό νόμο»

poulakis-kwstasΟι εκλογές θα γίνουν το φθινόπωρο του 2019 διαβεβαιώνει ο Κ. Πουλάκης, γ.γ. του υπουργείου Εσωτερικών. Και αισιοδοξεί για την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου ακόμη και από 200 βουλευτές.
Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού
Αποκλείετε να γίνουν εκλογές μέσα στο 2016;
Οι εκλογές θα γίνουν στην ώρα τους. Κι αυτή είναι το φθινόπωρο του 2019. Περάσαμε δυσκολίες τον προηγούμενο ενάμιση χρόνο, όχι μόνο εξαιτίας της ανοιχτής διαπραγμάτευσης αλλά και της εκ των έσω υπονόμευσης απ’ όσους επένδυσαν στο σενάριο της «αριστερής παρένθεσης». Η περίοδος αυτή έχει τελειώσει οριστικά. Δώσαμε στους πολίτες τη δυνατότητα να μας κρίνουν για τις επιλογές μας και για τη στάση που τηρήσαμε έναντι των εταίρων και δανειστών μας. Ήμαστε η πρώτη κυβέρνηση που επέλεξε να το κάνει αυτό και ο ελληνικός λαός μας έδωσε την εμπιστοσύνη του για να συνεχίσουμε. Και πλέον, μετά και την επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, έχουμε μπει σε μια περίοδο κανονικότητας. Η κυβέρνηση, λοιπόν, είναι σταθερή, συμπαγής και έχει ένα σημαντικό έργο να επιτελέσει. Η κυβέρνηση της Αριστεράς ανέλαβε την ιστορική ευθύνη να βγάλει τη χώρα από τον φαύλο κύκλο των μνημονίων, που προκάλεσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Και αυτό θα κάνει. Θα κλείσουμε με επιτυχία τον κύκλο της τρέχουσας συμφωνίας και θα εφαρμόσουμε το παράλληλο πρόγραμμά μας, ώστε με ορίζοντα το 2021 να έχουμε βγει οριστικά από την κρίση, με όχημα τη δίκαιη ανάπτυξη.
Πώς θα πείσετε ότι δεν προωθείτε απλή αναλογική για να δυσκολέψετε τη ΝΔ που προηγείται στις δημοσκοπήσεις;
Όπως ξέρετε, ασχολούμαι επί χρόνια με τις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, θεωρώ –και αυτό δεν το λέω πρώτη φορά τώρα, που τα στοιχεία της πρόθεσης ψήφου δείχνουν μικρό προβάδισμα της ΝΔ– ότι δεν πρέπει να τους δίνουμε περισσότερη αξία απ’ όση πράγματι έχουν. Δηλαδή, ως «φωτογραφίες» της συγκεκριμένης στιγμής. Όπως σας είπα, εκλογές έχουμε σε περίπου 3,5 χρόνια από τώρα. Στην πολιτική, ειδικά στην πυκνή από εξελίξεις περίοδο που διανύουμε, είναι ένας αιώνας. Θα σας θυμίσω μόνο ότι τον Οκτώβριο του 2009 το ΠΑΣΟΚ πήρε στις εκλογές 43% και μόλις 2,5 χρόνια μετά, το 2012, οριακά κατάφερε να ξεπεράσει το 10%. Επομένως, ας μην προτρέχουμε. Για να ξεφύγουμε όμως από τη δημοσκοπική επικαιρότητα, θα ήθελα να θυμίσω ότι η απλή αναλογική υπήρξε η πάγια θέση μας επί 40 χρόνια. Είναι παράλογο να ισχυριστεί κάποιος ότι δήθεν την εφηύραμε τώρα, για να πλήξουμε τη ΝΔ. Σκεφτείτε μόνο τι θα μας έλεγαν, οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που σήμερα προσπαθούν να μας προσάψουν μικροκομματική σκοπιμότητα, αν τυχόν περνούσε η κυβερνητική μας θητεία χωρίς να έχουμε φέρει την απλή αναλογική. Δεν γίνεται μονά ζυγά να απολογούμαστε…
Υπάρχει περίπτωση να ψηφιστεί με 200 ψήφους ο νέος εκλογικός νόμος, ώστε να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές;
Θεωρώ πως είμαστε πολύ κοντά στον στόχο αυτό. Άλλωστε, μεταχειριζόμενος κι εγώ τα πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα, υπενθυμίζω ότι την απλή αναλογική στηρίζει η συντριπτική πλειοψηφία, 60%-70%, των πολιτών, ακόμα και οι μισοί περίπου ψηφοφόροι της ΝΔ. Κάθε πολιτική δύναμη, λοιπόν, και κυρίως αν αυτοτοποθετείται στον προοδευτικό χώρο, αναλαμβάνει τις ευθύνες των επιλογών της, που θα φανούν το βράδυ των επόμενων εκλογών, αν δηλαδή θα χαρίσει 50 έδρες στο πρώτο κόμμα, όποιο κι αν είναι αυτό. Ήδη το ΚΚΕ, παρά τις αντιρρήσεις που έχει εκφράσει –πολλές από τις οποίες δεν σας κρύβω ότι προσωπικά τις ακούω με μεγάλη προσοχή–, αποφάσισε να στηρίξει την κατάργηση του μπόνους, τιμώντας την ιστορία του. Το ίδιο και η Ένωση Κεντρώων. Επομένως, είναι η υπόλοιπη δημοκρατική αντιπολίτευση, και πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ, που θα πρέπει να απαντήσει, τόσο συλλογικά όσο και καθένας από τους βουλευτές του ατομικά: Θα ταυτιστεί με τη συντηρητική παράταξη και τον κ. Μητσοτάκη ή θα αφουγκραστεί την κοινωνική του βάση, ακολουθώντας, αν θέλετε, την πρόταση που το ίδιο είχε καταθέσει ακριβώς έναν χρόνο πριν;
Η απλή αναλογική μπορεί να κάνει υποχρεωτική την κυβερνητική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ. Αυτό θέλετε;
Οι κυβερνητικές συνεργασίες στηρίζονται σε κοινές προγραμματικές βάσεις. Βλέπετε να υπάρχουν τέτοια περιθώρια με τη ΝΔ; Για να απαντήσω όμως επί της ουσίας, τα πιθανά κυβερνητικά σχήματα δεν προκύπτουν από το εκλογικό σύστημα αλλά από τη λαϊκή θέληση. Και μέχρι σήμερα οι πολίτες έχουν αποδειχθεί πολύ σοφότεροι στις επιλογές τους απ’ ό,τι κάποιοι πιστεύουν. Κατ’ αρχήν, λοιπόν, θεωρώ εξαιρετικά απίθανο το ενδεχόμενο να πάρουν και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα τόσο χαμηλά ποσοστά, ώστε να μην μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση με πυρήνα ένα από τα δύο. Ωστόσο, εάν αυτό το απίθανο σενάριο επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για πολιτικό σεισμό. Και, σε μια τέτοια περίπτωση, κανένα μπόνους δεν θα μπορούσε να κρύψει το πολιτικό πρόβλημα και την κοινωνική δυσαρέσκεια πίσω από το εκλογικό αποτέλεσμα. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, αν και όταν έρθει, κάθε πολιτική δύναμη θα κληθεί να μεταφράσει το μήνυμα της κάλπης και να πορευτεί αναλόγως. Αυτή τη στιγμή, πάντως, ένα τέτοιο σενάριο είναι θεωρητικό.
Γιατί ψήφος στα 17; Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. δεν συμβαίνει αυτό.
Δεν συμβαίνει ακόμα. Γιατί η τάση οδεύει προς τα εκεί, αν πάρουμε υπόψη το σχετικό ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2011, αλλά και τις συζητήσεις που διεξάγονται στην Ε.Ε. για την καθιέρωση ενιαίων κανόνων για τις ευρωεκλογές. Επομένως, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η Ελλάδα θα πρέπει να είναι πάντοτε ουραγός των ευρωπαϊκών εξελίξεων και γιατί είναι αρνητικό, έστω σε θέματα πολιτικών δικαιωμάτων, να είμαστε στην πρωτοπορία. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι ειδικά η ελληνική νεολαία υπέστη τα τελευταία χρόνια μια βίαιη ωρίμανση, λόγω των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών που βιώνει. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν κατανοώ τις ενστάσεις ούτε της ΝΔ ούτε του ΠΑΣΟΚ, αφού η μείωση του ορίου εκλογικής ενηλικότητας αποτελεί αίτημα των Νεολαιών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και των Ευρωπαίων Σοσιαλδημοκρατών. Πολύ περισσότερο που η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια. Ας θυμίσω, λόγου χάρη, ότι αντίστοιχες εισηγήσεις είχαν κατατεθεί στον τότε πρωθυπουργό, κ. Καραμανλή, από κορυφαίους συνταγματολόγους και στενούς του συνεργάτες, ήδη το 2006, και μάλιστα είχαν δημοσίως εκφραστεί θετικά και στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Τι έχει αλλάξει 10 χρόνια μετά;
Γιατί όχι στην κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών; Δεν είναι προτεραιότητα ο περιορισμός του μαύρου πολιτικού χρήματος που διευκολύνεται από το μεγάλο μέγεθος των εκλογικών περιφερειών και τον μεγάλο αριθμό υποψηφίων;
Κατ’ αρχάς, να συμφωνήσουμε ότι το πρόβλημα της διαπλοκής δεν είναι ποσοτικό; Διότι εξάρτηση των υποψηφίων από τα ΜΜΕ υπάρχει και στις μικρότερες περιφέρειες και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ πιο ευθεία. Είναι κοινό μυστικό στην περιφέρεια ότι πολλά τοπικά ΜΜΕ έχουν συγκεκριμένη –και διόλου ευκαταφρόνητη– «ταρίφα» για να προβάλουν έναν υποψήφιο. Επομένως, προσωπική μου γνώμη είναι ότι το πρόβλημα της διαπλοκής πρέπει να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του. Και η ρίζα βρίσκεται στον σταυρό προτίμησης και, κυρίως, στην πολιτική κουλτούρα που έχει καλλιεργηθεί επί δεκαετίες, στρεβλώνοντας σε πολλές περιπτώσεις τα κριτήρια βάσει των οποίων επιλέγουν οι πολίτες. Εκεί, λοιπόν, πρέπει να δουλέψουμε. Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κατάτμηση των περιφερειών αποπολιτικοποιεί σημαντικά τη διαδικασία εκλογής των βουλευτών και δυσκολεύει τα κόμματα, ιδίως τα μικρά, να αναδεικνύουν κεντρικά πολιτικά τους στελέχη. Επισήμως, πάντως, από την πλευρά της κυβέρνησης το θέμα παραμένει ανοιχτό και προς συζήτηση στο μέλλον.
Γιατί όχι στην ψήφο των ομογενών;
Δεν έχει πει κανένας όχι στην ψήφο των ομογενών. Αλλά –και αυτό το έχω γράψει δημοσίως πολύ πριν καταθέσει η ΝΔ τη σχετική πρότασή της– δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται οι ομογενείς ως ανίδεοι ιθαγενείς, τους οποίους θα εξαγοράσουμε με «καθρεφτάκια». Η ψήφος των ομογενών έχει πολύ σημαντικές πολιτικές, οικονομικές, συνταγματικές και τεχνικές προεκτάσεις, τις οποίες πρέπει κανείς να μελετήσει, προκειμένου να τους επιτρέψει να ασκήσουν με τρόπο ουσιαστικό και ισότιμο προς τους υπόλοιπους πολίτες το εκλογικό τους δικαίωμα. Διότι, διαφορετικά, το να δώσουμε το δικαίωμα σε 1,5 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού να εκλέγουν 5 βουλευτές, όπως έχει προταθεί, τη στιγμή που τα υπόλοιπα 6 εκατομμύρια θα εκλέγουν 295, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου και καθιστά το εκλογικό δικαίωμα των ομογενών διακοσμητικό. Και για να βάλω και μία πολιτική διάσταση, προφανώς, κατά τη γνώμη μου, είναι τελείως διαφορετική η αξιολόγηση του συμπατριώτη μας εκείνου που έχει φύγει από τη χώρα από τη δεκαετία του ’50 και των δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνων του και του παιδιού εκείνου που αναγκάστηκε πριν από δύο ή τρία χρόνια να εγκαταλείψει την Ελλάδα υπό το βάρος της κρίσης. Είναι κι αυτό μία παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Εμείς, λοιπόν, δεν λέμε όχι. Λέμε κατ’ αρχήν ναι, αλλά με ψυχραιμία, σοβαρότητα, μελέτη και χωρίς επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.

Κ. Πουλάκης στον Γ. Κουβαρά για τον νέο εκλογικό νόμο : «Αναλογικό εκλογικό σύστημα, χωρίς μπόνους και με επανεξέταση του 3%»

Συνέντευξη στο δημοσιογράφο Γ. Κουβαρά και στην εκπομπή Evening Report του Action 24 παραχώρησε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών & Δ.Α., Κώστας Πουλάκης, για όλα τα θέματα της πολιτικής επικαιρότητας, αλλά και την αλλαγή του εκλογικού νόμου.

Παρατίθενται ορισμένα βασικά σημεία της τοποθέτησης του Κ. Πουλάκη (ολόκληρη η συνέντευξη στο βίντεο που ακολουθεί) :

  • Για τη διαδικασία αλλαγής του εκλογικού νόμου : «Πρώτον, τον εκλογικό νόμο θα τον αλλάξουμε. Είναι δέσμευσή μας, και του πρωθυπουργού, από τις προγραμματικές δηλώσεις. Και θα τον αλλάξουμε όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Δεύτερον, θέλουμε αυτόν τον εκλογικό νόμο που θα αλλάξουμε, να λειτουργήσει από τις επόμενες εκλογές. Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθειά μας, η πολιτική μας προσπάθεια, είναι να μαζέψουμε 200 ψήφους για να λειτουργήσει από τις επόμενες εκλογές. Τρίτον, αυτό σημαίνει πολύ μεγάλος διάλογος με τα κόμματα και την κοινωνία. Και θα τον κάνουμε«.
  • Για το εκλογικό σύστημα που πρέπει να υιοθετηθεί : «Ο ΣΥΡΙΖΑ από την ίδρυσή του και η Αριστερά είναι υπέρ της απλής αναλογικής. Και είναι υπέρ της απλής αναλογικής για έναν πάρα πολύ καθοριστικό λόγο. Διότι πιστεύουμε ότι πρέπει οι πολίτες να έχουν ισότιμη ψήφο, θέλουμε να ευνοεί το να ακουστούν όλες οι απόψεις. […] Το κρίσιμο είναι να πάμε σε ένα εκλογικό σύστημα που να είναι όσο το δυνατόν πιο αναλογικό«.
  • Για την κατάργηση του μπόνους υπέρ του πρώτου κόμματος : «[…] χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να φύγει το μπόνους. Η άποψή μου είναι καθόλου μπόνους«.
  • Για το όριο 3% εισόδου στη Βουλή : «Και ως προς το όριο του 3% το ακούω πάρα πολύ θετικά το ότι πρέπει αυτό είτε να μειωθεί σε σημείο που να εκφράζονται όλες οι διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις είτε να οδηγεί κατευθείαν στην απλή αναλογική [στην πλήρη κατάργηση]».
  • Για την κινητοποίηση που προγραμματίζεται με το σύνθημα «Παραιτηθείτε» : «Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να συγκεντρώνονται και να διαδηλώνουν τις πολιτικές τους απόψεις. […] Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε με ένα πολιτικό πλαίσιο άσπρο – δεν θέλουμε κόμματα, δεν θέλουμε χρώματα, δηλαδή ένα πλαίσιο απολίτικο – και χωρίς πολιτικές απόψεις, απλά φύγετε, παραιτηθείτε. Όμως, πολύ εύκολα, το απολίτικο, το άσπρο, γίνεται εξαιρετικά συντηρητικό και ακραίο, γίνεται γκρίζο και μαύρο«.

Συνέντευξη στο aftodioikisi.gr : Προχωράμε σε ριζική μεταρρύθμιση ολόκληρου του θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης

kostas_poulakisΕκτεταμένες και βαθιές αλλαγές σε όλο το σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προαναγγέλει μέσα από συνέντευξή του στην aftodioikisi.gr ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών και πρόεδρος της 25μελούς Επιτροπής για την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της Αυτοδιοίκησης Κώστας Πουλάκης.

Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης είναι το εξής:

– Κύριε Γενικέ, ξεκινάει σε λίγες ημέρες τις συνεδριάσεις της η 25μελής Επιτροπή για την αναμόρφωση του «Καλλικράτη» της οποίας θα είστε Πρόεδρος. Πότε αναμένεται να έχουμε το πόρισμά της;

Η Επιτροπή θα προχωρήσει στην υλοποίηση μιας κορυφαίας προγραμματικής δέσμευσης της κυβέρνησης, τη ριζική μεταρρύθμιση ολόκληρου του θεσμικού πλαισίου για την Αυτοδιοίκηση και όχι απλώς την αναμόρφωση του «Καλλικράτη». Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο πρωθυπουργός τόνισε πρόσφατα, η προώθηση των μεγάλων θεσμικών μεταρρυθμίσεων αποτελεί πρώτιστη κυβερνητική προτεραιότητα για το επόμενο διάστημα, και μάλιστα σε συνδυασμό με την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση.

Με αυτή λοιπόν την έννοια, το έργο της Επιτροπής αναμένεται κατ’ αρχήν να ολοκληρωθεί ως το τέλος του 2016. Ωστόσο σε καμία περίπτωση η ταχύτητα στην προώθηση αυτής της μεταρρύθμισης δεν θα αποβεί σε βάρος του δημοκρατικού διαλόγου, ούτε φυσικά της ποιότητας του έργου που θα παραχθεί. Εξάλλου, αυτό αποτελεί και προσωπικό στοίχημα, ενόψει της ευθύνης που έχω ως πρόεδρος της Επιτροπής αυτής.

 – Θεωρείτε ότι πρέπει να πάμε σε μία ριζική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για την Αυτοδιοίκηση και του «Καλλικράτη» συμπεριλαμβανομένου και του χωροταξικού ή οι αλλαγές να μην θίγουν τον βασικό πυρήνα του;

Στόχος μας είναι να επιφέρουμε εκτεταμένες και βαθιές αλλαγές σε όλο το σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα κάθε πρωτοβουλία για την Αυτοδιοίκηση επισκιάζεται από τη συζήτηση για τα διοικητικά όρια των Ο.Τ.Α. Κι όμως, ο κυριότερος λόγος για τον οποίο, κατά τη γνώμη μας, απέτυχαν προηγούμενες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, όπως ο «Καλλικράτης», δεν ήταν ο χωροταξικός σχεδιασμός, παρ’ όλο που κι αυτός έχει αστοχίες, αλλά γιατί απουσίαζε οποιοδήποτε όραμα και σχέδιο για το είδος, τη φυσιογνωμία και το ρόλο των Δήμων και των Περιφερειών στη σύγχρονη συγκυρία. Για μας, λοιπόν, η ουσία βρίσκεται αλλού. Πρόθεσή μας είναι να χτίσουμε μία Τοπική Αυτοδιοίκηση δημοκρατική και συμμετοχική, πρωταγωνίστρια στην υλοποίηση του στόχου της δίκαιης ανάπτυξης, οικονομικά βιώσιμη και διοικητικά αποτελεσματική, παρούσα με λύσεις και όραμα στην καθημερινότητα των πολιτών, αντιγραφειοκρατική, με ξεκάθαρες αρμοδιότητες και πραγματικά ενιαία και ισχυρή.

-Η κυβέρνηση συζητά αλλαγή εκλογικού νόμου επί το αναλογικότερο στις εθνικές εκλογές. Θα συζητήσετε στο πλαίσιο της Επιτροπής ένα πιο αναλογικό σύστημα που να καλλιεργεί την κουλτούρα των συνεργασιών και για τις αυτοδιοικητικές εκλογές;

Όπως σας ειπα προηγουμενως, στοχος μας ειναι μια αυτοδιοικηση που να λειτουργει περισσοτερο δημοκρατικα και να ευνοει την συμμετοχη των πολιτων. Προυποθεση ειναι ο εκλογικος νομος να ειναι αναλογικος ωστε να εκφραζονται ολες οι αυτοδιοικητικες αποψεις. Ο πλουραλισμος θα ενισχυσει την αυτοδιοικηση.

– Αναφορικά με το χωροταξικό, οι μέχρι τώρα πληροφορίες αναφέρουν ότι οι αλλαγές θα είναι οριακές και θα αφορούν τα μεγάλα νησιά, όπως η Μυτιλήνη, η Ρόδος, η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά και, πιθανόν, η Σάμος. Είναι, όντως, αυτή η κατεύθυνση που θα έχει η Επιτροπή;

Κατά τη γνώμη μας, το χωροταξικό δεν αποτελεί και δεν θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα. Σαφέστατα, η Επιτροπή θα αξιολογήσει πώς έχουν λειτουργήσει μέχρι σήμερα κάποια πράγματα και είναι πιθανόν να αναδειχθούν ορισμένες οριακές περιπτώσεις Ο.Τ.Α. που δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και ωφέλιμα για τους πολίτες με τη σημερινή τους δομή. Είναι ένα θέμα που θα αντιμετωπίσουμε με το βέλτιστο τρόπο. Θέλω όμως να είμαι όσο πιο κατηγορηματικός γίνεται ότι δεν έχουμε καμία πρόθεση να ξανασχεδιάσουμε τον αυτοδιοικητικό χάρτη. Επιλέγουμε να ασχοληθούμε με την ουσία και να βάλουμε τα θεμέλια για την Αυτοδιοίκηση του σήμερα και του αύριο, την οποία έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία.

– Από πότε σχεδιάζετε να εφαρμοστούν οι αλλαγές που θα προτείνει η Επιτροπή;

Μια τέτοια εκτεταμένη και σε βάθος μεταρρύθμιση, όπως αυτή που σας περιέγραψα, δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από έναν οδικό χάρτη για την εφαρμογή της, που θα περιλαμβάνει όχι μόνο το χρονοδιάγραμμα ισχύος των αλλαγών, αλλά και τα διοικητικά και οικονομικά μέτρα που θα χρειαστούν για την αποτελεσματική υλοποίησή τους. Η ψήφιση διατάξεων που έμεναν «στα χαρτιά», γιατί δεν υπήρχε μέριμνα για την υποδομή που απαιτούσε η πρακτική εφαρμογή τους, είναι μια κακή «παράδοση», την οποία θέλουμε να υπερβούμε. Επομένως, όλες οι αλλαγές δεν θα ισχύσουν ταυτόχρονα, ούτε από τη μία μέρα στην άλλη. Στόχος μας είναι η εφαρμογή του νέου πλαισίου να έχει ολοκληρωθεί ως το 2019, ώστε οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές να αποτελέσουν το επιστέγασμα αυτής.

Δώσατε πριν λίγες ημέρες για προδιαβούλευση το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών με παρεμβάσεις στο θεσμικό πλαίσιο της Αυτοδιοίκησης. Από τις παρατηρήσεις των φορέων βλέπετε ότι το τελικό σχέδιο θα έχει μεγάλες διαφορές από το αρχικό;

Όπως είπατε, στους φορείς της Αυτοδιοίκησης στάλθηκε προς προκαταρκτική διατύπωση απόψεων ένα προσχέδιο των ρυθμίσεων που σκέφτεται να προωθήσει το Υπουργείο Εσωτερικών. Έχουμε λάβει σχόλια, παρατηρήσεις και προτάσεις, τις οποίες αξιολογούμε και λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, αποδεικνύοντας έμπρακτα πώς αντιλαμβάνεται η παρούσα κυβέρνηση το δημοκρατικό διάλογο. Ωστόσο, ένα καλό νομοσχέδιο δεν μπορεί να είναι απλή συρραφή, έστω ορθών, αιτημάτων, αλλά οφείλει να έχει πολιτικές αιχμές και σαφή στόχευση, ρόλο που επιτελεί το Υπουργείο και συνολικά η κυβέρνηση, ιεραρχώντας τα ζητήματα και διατηρώντας την πολιτική ευθύνη για τις επιλογές.

– Ποιος είναι ο προγραμματισμός του υπουργείου αναφορικά με την ψήφισή του;

Πρόθεσή μας είναι οι σχετικές διαδικασίες να προχωρήσουν όσο γίνεται πιο άμεσα. Ωστόσο, ως γνωστόν, η διαδικασία μέσα από την οποία περνάει μέχρι την τελική ψήφισή του ένα νομοσχέδιο είναι μακρά. Το πολυνομοσχέδιο, όπως θα διαμορφωθεί από το ΥΠΕΣΔΑ μετά τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν, θα συζητηθεί με τα συναρμόδια Υπουργεία, καθώς η κυβέρνηση λειτουργεί συλλογικά, και θα κατατεθεί προς δημόσια διαβούλευση και νομοτεχνική επεξεργασία πριν την τελική υιοθέτησή του από τη Βουλή.

– Το επόμενο διάστημα ξεκινάει η αξιολόγηση στο Δημόσιο, και τους ΟΤΑ αλλά και αλλαγές στα οργανογράμματα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση θα γίνουν απολύσεις και κατηγορεί τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι εκείνοι είναι που ονειρεύονται μικρότερο Δημόσιο. Μπορεί όμως να προχωρήσει πραγματική αξιολόγηση και πραγματικές καταργήσεις και συγχωνεύσεις φορέων χωρίς ποινές στους «κακούς» υπαλλήλους που ταυτόχρονα είναι και υπεράριθμοι;

Κατ’ αρχάς, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έχει καταγραφεί στην ιστορία και στη συνείδηση των πολιτών ως ο Υπουργός των απολύσεων, καθώς προσωποποίησε το ιδεολογικό μένος εναντίον κάθε έννοιας δημοσίου. Η κυβέρνηση, αντίθετα, επειδή ακριβώς πιστεύει στην ανάγκη ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού δημόσιου τομέα,  δεν χρησιμοποιεί την αξιολόγηση ως πρόφαση για απολύσεις. Διατυπώνουμε ένα συνολικό σχέδιο για τη Δημόσια Διοίκηση, το οποίο έχει ήδη αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, μέσα από τις ρυθμίσεις για το νέο βαθμολόγιο και για τον νέο αντικειμενικό τρόπο επιλογής των επιτελικών στελεχών της διοίκησης, αλλά και την επικείμενη καθιέρωση ενός ορθολογικού συστήματος κινητικότητας. Σκοπός μα είναι να διορθωθούν οι αρρυθμίες στη λειτουργία της διοίκησης και να αξιοποιηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο όλα τα στελέχη της, προς όφελος της κοινωνίας και της χώρας.

Άρθρο στην ΕΦΣΥΝ : «Ψήφος των αποδήμων ή ‘καθρεφτάκια’ για ομογενείς;»

efsyn

Η Ελλάδα υπήρξε επί πολλές δεκαετίες χώρα “εξαγωγής” μεταναστών. Γι’ αυτό και το ελληνικό νομικό σύστημα είναι προσανατολισμένο στη διατήρηση των δεσμών του απόδημου ελληνισμού με τη μητρόπολη, κι όχι άδικα, αφού οι Έλληνες του εξωτερικού αποτελούν πλούτο για τη χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται και η συνταγματική πρόβλεψη για την ψήφο των αποδήμων, “με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο”, εφόσον βέβαια ψηφιστεί από 200 βουλευτές ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος. Μια πρόβλεψη που υπάρχει εδώ και 15 χρόνια στο άρθρο 51 του Συντάγματος, χωρίς όμως ποτέ να εφαρμοστεί.

Το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, εκτός από σημαντικές τεχνικές παραμέτρους (οι οποίες σε μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία δεν είναι ποτέ “τυπικές”), έχει και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Μετά τη μαζική φυγή του πιο δυναμικού, ίσως, τμήματος της ελληνικής κοινωνίας προς το εξωτερικό, εξαιτίας της ύφεσης και της τρομακτικής ανεργίας, που ακολούθησαν την κρίση και τα μνημόνια, το θέμα αποκτά νέες διαστάσεις. Μιλώντας πια για “απόδημους” δεν αναφερόμαστε (μόνο) στους δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνους των μεταναστών της δεκαετίας του 1910-20 ή του 1950-60, αλλά (και) σε ανθρώπους που έφυγαν πρόσφατα από τη χώρα και διατηρούν ισχυρότερους δεσμούς και, κυρίως, υψηλότερο πολιτικό ενδιαφέρον γι’ αυτή.

Επίσης, η σύνθεση του απόδημου ελληνισμού είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών, καθώς – εκτός των ελληνικών παροικιών της Αμερικής, της Γερμανίας, της Αυστραλίας κλπ. – υπάρχει πια μία κρίσιμη μάζα Ελλήνων κατοίκων του εξωτερικού, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, που διαβιεί υπό ένα αρκετά πιο “προσωρινό” καθεστώς, αλλάζοντας συχνά πόλεις ή και χώρες, στο πλαίσιο ενός ούτως ή άλλως πιο “παγκοσμιοποιημένου” περιβάλλοντος.

Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είναι εδώ και πολύ καιρό και χώρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ζουν ήδη επί δεκαετίες ανάμεσά μας και μοιράζονται την καθημερινότητά μας.

Όλες αυτές οι παράμετροι συνθέτουν ένα πολιτικό σκηνικό σύνθετο και ένα δυνάμει εκλογικό σώμα πολυάριθμο (περίπου το 1/6 του συνόλου), πολλών ταχυτήτων και διαφορετικού βαθμού σύνδεσης με τα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Και, επομένως, γεννούν τα αναπόφευκτα ερωτήματα, που αναζητούν λύση με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση : Ποιος πρέπει να αποφασίζει για τις τύχες αυτής της χώρας και, κατ’ επέκταση, καθενός από τους κατοίκους της; Πρέπει λόγου χάρη να τεθεί ένα μέγιστο χρονικό όριο αποχώρησης από την Ελλάδα, πέραν του οποίου δεν θα πρέπει κάποιος να διευκολύνεται να ψηφίζει, αν δεν είναι πρόθυμος να κάνει το μεγάλο ταξίδι για την Ελλάδα; Ή να απαιτηθεί η ύπαρξη ελάχιστων έστω βιοτικών συμφερόντων στην Ελλάδα (π.χ. περιουσίας) για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους; Και μήπως η διεύρυνση του εκλογικού σώματος θα πρέπει να είναι αμφίπλευρη, περιλαμβάνοντας – εκτός από τους απόδημους Έλληνες – και τους επί μακρόν διαμένοντες στην Ελλάδα αλλοδαπούς;

Επίσης, πρέπει οι απόδημοι Έλληνες να εκπροσωπούνται ως τέτοιοι, εκλέγοντας έναν μικρό αριθμό δικών τους βουλευτών και με ποιους ποσοτικούς και ποιοτικούς κανόνες; Ή η ψήφος τους θα προσμετράται απλώς στο εθνικό ποσοστό κάθε σχηματισμού;

Οι προβληματισμοί αυτοί και οι πολιτικές συνέπειες κάθε πιθανής επιλογής είναι αναγκαίο να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας σε βάθος συζήτησης. Πολλώ δε μάλλον που στην εφαρμογή τους ανακύπτουν σημαντικά τεχνικά, νομικά και οικονομικά ζητήματα, με κορυφαίο, ασφαλώς, το ζήτημα της διασφάλισης του αδιάβλητου της διαδικασίας και του σεβασμού της ισότητας της ψήφου. Υπάρχουν ήδη παραδείγματα από άλλες χώρες που εφαρμόζουν αντίστοιχες διαδικασίες και, με δεδομένη την πολιτική βούληση ρύθμισης του θέματος, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.

Προφανώς, όμως. το ζήτημα αυτό – που επί 15 χρόνια έμεινε σε εκκρεμότητα, λόγω και μικροκομματικών υπολογισμών του τότε δικομματισμού – δεν αντιμετωπίζεται με “πυροτεχνήματα”, σαν το εμφανώς προχειρογραμμένο σχέδιο που ετοίμασε, μαζί με τις βαλίτσες του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθ’ οδόν προς την Αμερική, νομίζοντας ότι θα μοιράσει «καθρεφτάκια» στους ομογενείς.

Για ένα κορυφαίο θεσμικό ζήτημα εθνικής σημασίας, όπως αυτό, πρέπει να προηγηθεί μία συλλογική και σε βάθος συζήτηση. Μια συζήτηση που, ιδανικά, πρέπει να ενταχθεί στο δημοκρατικό διάλογο για την εκ βάθρων αλλαγή του εκλογικού νόμου, τον οποίο έχει επιδιώξει και, σε κάθε περίπτωση, θα ξεκινήσει η κυβέρνηση.