Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Άρθρο στην ΕΦΣΥΝ : «Ψήφος των αποδήμων ή ‘καθρεφτάκια’ για ομογενείς;»

efsyn

Η Ελλάδα υπήρξε επί πολλές δεκαετίες χώρα “εξαγωγής” μεταναστών. Γι’ αυτό και το ελληνικό νομικό σύστημα είναι προσανατολισμένο στη διατήρηση των δεσμών του απόδημου ελληνισμού με τη μητρόπολη, κι όχι άδικα, αφού οι Έλληνες του εξωτερικού αποτελούν πλούτο για τη χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται και η συνταγματική πρόβλεψη για την ψήφο των αποδήμων, “με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο”, εφόσον βέβαια ψηφιστεί από 200 βουλευτές ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος. Μια πρόβλεψη που υπάρχει εδώ και 15 χρόνια στο άρθρο 51 του Συντάγματος, χωρίς όμως ποτέ να εφαρμοστεί.

Το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, εκτός από σημαντικές τεχνικές παραμέτρους (οι οποίες σε μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία δεν είναι ποτέ “τυπικές”), έχει και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Μετά τη μαζική φυγή του πιο δυναμικού, ίσως, τμήματος της ελληνικής κοινωνίας προς το εξωτερικό, εξαιτίας της ύφεσης και της τρομακτικής ανεργίας, που ακολούθησαν την κρίση και τα μνημόνια, το θέμα αποκτά νέες διαστάσεις. Μιλώντας πια για “απόδημους” δεν αναφερόμαστε (μόνο) στους δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνους των μεταναστών της δεκαετίας του 1910-20 ή του 1950-60, αλλά (και) σε ανθρώπους που έφυγαν πρόσφατα από τη χώρα και διατηρούν ισχυρότερους δεσμούς και, κυρίως, υψηλότερο πολιτικό ενδιαφέρον γι’ αυτή.

Επίσης, η σύνθεση του απόδημου ελληνισμού είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών, καθώς – εκτός των ελληνικών παροικιών της Αμερικής, της Γερμανίας, της Αυστραλίας κλπ. – υπάρχει πια μία κρίσιμη μάζα Ελλήνων κατοίκων του εξωτερικού, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, που διαβιεί υπό ένα αρκετά πιο “προσωρινό” καθεστώς, αλλάζοντας συχνά πόλεις ή και χώρες, στο πλαίσιο ενός ούτως ή άλλως πιο “παγκοσμιοποιημένου” περιβάλλοντος.

Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είναι εδώ και πολύ καιρό και χώρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ζουν ήδη επί δεκαετίες ανάμεσά μας και μοιράζονται την καθημερινότητά μας.

Όλες αυτές οι παράμετροι συνθέτουν ένα πολιτικό σκηνικό σύνθετο και ένα δυνάμει εκλογικό σώμα πολυάριθμο (περίπου το 1/6 του συνόλου), πολλών ταχυτήτων και διαφορετικού βαθμού σύνδεσης με τα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Και, επομένως, γεννούν τα αναπόφευκτα ερωτήματα, που αναζητούν λύση με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση : Ποιος πρέπει να αποφασίζει για τις τύχες αυτής της χώρας και, κατ’ επέκταση, καθενός από τους κατοίκους της; Πρέπει λόγου χάρη να τεθεί ένα μέγιστο χρονικό όριο αποχώρησης από την Ελλάδα, πέραν του οποίου δεν θα πρέπει κάποιος να διευκολύνεται να ψηφίζει, αν δεν είναι πρόθυμος να κάνει το μεγάλο ταξίδι για την Ελλάδα; Ή να απαιτηθεί η ύπαρξη ελάχιστων έστω βιοτικών συμφερόντων στην Ελλάδα (π.χ. περιουσίας) για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους; Και μήπως η διεύρυνση του εκλογικού σώματος θα πρέπει να είναι αμφίπλευρη, περιλαμβάνοντας – εκτός από τους απόδημους Έλληνες – και τους επί μακρόν διαμένοντες στην Ελλάδα αλλοδαπούς;

Επίσης, πρέπει οι απόδημοι Έλληνες να εκπροσωπούνται ως τέτοιοι, εκλέγοντας έναν μικρό αριθμό δικών τους βουλευτών και με ποιους ποσοτικούς και ποιοτικούς κανόνες; Ή η ψήφος τους θα προσμετράται απλώς στο εθνικό ποσοστό κάθε σχηματισμού;

Οι προβληματισμοί αυτοί και οι πολιτικές συνέπειες κάθε πιθανής επιλογής είναι αναγκαίο να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας σε βάθος συζήτησης. Πολλώ δε μάλλον που στην εφαρμογή τους ανακύπτουν σημαντικά τεχνικά, νομικά και οικονομικά ζητήματα, με κορυφαίο, ασφαλώς, το ζήτημα της διασφάλισης του αδιάβλητου της διαδικασίας και του σεβασμού της ισότητας της ψήφου. Υπάρχουν ήδη παραδείγματα από άλλες χώρες που εφαρμόζουν αντίστοιχες διαδικασίες και, με δεδομένη την πολιτική βούληση ρύθμισης του θέματος, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.

Προφανώς, όμως. το ζήτημα αυτό – που επί 15 χρόνια έμεινε σε εκκρεμότητα, λόγω και μικροκομματικών υπολογισμών του τότε δικομματισμού – δεν αντιμετωπίζεται με “πυροτεχνήματα”, σαν το εμφανώς προχειρογραμμένο σχέδιο που ετοίμασε, μαζί με τις βαλίτσες του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθ’ οδόν προς την Αμερική, νομίζοντας ότι θα μοιράσει «καθρεφτάκια» στους ομογενείς.

Για ένα κορυφαίο θεσμικό ζήτημα εθνικής σημασίας, όπως αυτό, πρέπει να προηγηθεί μία συλλογική και σε βάθος συζήτηση. Μια συζήτηση που, ιδανικά, πρέπει να ενταχθεί στο δημοκρατικό διάλογο για την εκ βάθρων αλλαγή του εκλογικού νόμου, τον οποίο έχει επιδιώξει και, σε κάθε περίπτωση, θα ξεκινήσει η κυβέρνηση.

Κώστας Πουλάκης: Ο ΣΥΡΙΖΑ κοντά στην αυτοδυναμία (Συνέντευξη στην ελληνοαμερικανική εβδομαδιαία εφημερίδα Greek News)

Νέα Υόρκη.- Του Αποστόλη Ζουπανιώτη

Την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πολύ κοντά στο να κατακτήσει την αυτοδυναμία στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, εξέφρασε ο υπεύθυνος για τη μελέτη των δημοσκοπήσεων του κόμματος, υποψήφιος βουλευτής Β’ Αθήνας και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Πουλάκης, σε συνέντευξη που παραχώρησε προς τη Greek News.

19photo1-poulakisΠαρόλα αυτά, ξεκαθαρίζει ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξασφαλίσει τις 151 έδρες, θα απευθυνθεί σε όλες τις αριστερές, προοδευτικές, δημοκρατικές, αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, στη βάση του minimum προγράμματος που έχει καταθέσει και θα ζητήσουμε τη στήριξή τους.

«Αυτή τη στιγμή δεν είναι στο μυαλό μας μία προσφυγή σε νέες κάλπες», ξεκαθαρίζει ο κ. Πουλάκης.

Στη συνέντευξη αναφέρει πως πληθαίνουν στην Ευρώπη και διεθνώς οι φωνές που αναγνωρίζουν ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η σωστή και επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, πέραν αυτού που προτείνει το κόμμα του.

Για το πρόγραμμα επενδύσεων του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει ότι το κόμμα του θέλει επενδύσεις υγιείς και με κανόνες, που θα προσθέτουν πλούτο στη χώρα και θα δημιουργούν μόνιμες και σταθερές σχέσεις εργασίας.

Δηλώνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ μίας πολυδιάστατης φιλειρηνικής εξωτερικής πολιτικής, στο πλαίσιο της συνολικής αναβάθμισης του ρόλου της Ελλάδα σε διεθνές επίπεδο και της ανάκτησης της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας της χώρας.

Χαρακτηρίζει τον Απόδημο Ελληνισμό τον καλύτερο πρέσβη της χώρας διεθνώς και καλεί τους ομογενείς να γίνουν η φωνή της Ελλάδας διεθνώς, να υποστηρίξουν την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ – μια προσπάθεια πάνω απ’ όλα πατριωτική. Τέλος, υποστηρίζει την καθιέρωση μίας διαδικασίας που θα διευκολύνει τη συμμετοχή και των Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογές.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ερ,- Ποιο είναι το διακύβευμα της εκλογικής αναμέτρησης;

Απ. Με απλά λόγια θα μπορούσα να πω ότι στις εκλογές αυτές κρίνεται αν θα συνεχίσουμε στον ίδιο καταστροφικό μνημονιακό κατήφορο ή αν θα καταφέρουμε να κάνουμε, ως άτομα αλλά και ως χώρα, ένα άλμα στο μέλλον. Για να το πω διαφορετικά, αν θα φάμε το «ξαναζεσταμμένο φαγητό» των υποσχέσεων και των απειλών του κ. Σαμαρά ή αν θα δώσουμε μία πρώτη ευκαιρία στην Αριστερά, σε μια πολιτική δύναμη και έναν πολιτικό αρχηγό άφθαρτο, που δεν έχει καμία σχέση με το «αμαρτωλό» καθεστώς των προηγούμενων δεκαετιών.

Ερ. Βλέπετε πιθανό τον κίνδυνο ακυβερνησίας μετά τις εκλογές, αν το πρώτο κόμμα δεν έχει αυτοδυναμία; Ποιο το σχέδιό αν ο ΣΥΡΙΖΑ βρεθεί στη θέση αυτή;

Απ. Καταρχάς θεωρώ, με την ιδιότητα και του υπεύθυνου για τη μελέτη των δημοσκοπήσεων, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ κοντά στο να κατακτήσει την αυτοδυναμία. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση εμείς έχουμε πει ότι – αν τυχόν δεν συγκεντρώσουμε το «μαγικό αριθμό» των 151 εδρών – θα απευθυνθούμε σε όλες τις αριστερές, προοδευτικές, δημοκρατικές, αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, στη βάση του minimum προγράμματος που έχουμε καταθέσει και θα ζητήσουμε τη στήριξή τους. Άλλωστε, έχω πει κατ’ επανάληψη πως αυτή τη στιγμή δεν είναι στο μυαλό μας μία προσφυγή σε νέες κάλπες.

Ερ. Αν το κόμμα σας σχηματίσει κυβέρνηση, πριν καν αρχίσει να λαμβάνει τα μέτρα που προτίθεται, έχει μπροστά του την διαπραγμάτευση. Τι σας κάνει να αισιοδοξείτε πως θα αποδεχθούν οι εταίροι τις προτάσεις σας για διαγραφή/επιμήκυνση χρέους και δεν θα μας εξαναγκάσουν σε στάση πληρωμών;

Απ. Πρώτα απ’ όλα πληθαίνουν στην Ευρώπη και διεθνώς οι φωνές που αναγνωρίζουν ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η σωστή και επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, πέραν αυτού που προτείνουμε. Και βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι η πολιτική είναι ένα δυναμικό φαινόμενο. Είμαστε, επομένως, βέβαιοι ότι οι ευρωπαίοι εταίροι μας δεν θα μπορέσουν να αγνοήσουν μία κυβέρνηση με νωπή και ισχυρή λαϊκή εντολή. Όπως έχουμε ξαναπεί, η μεγάλη δική μας δύναμη, το μεγάλο «όπλο» του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον ελληνικό λαό.

Ερ. Οι Ομογενείς των ΗΠΑ διαβάζοντας τον αμερικανικό τύπο, βλέπουν το ΣΥΡΙΖΑ να περιγράφεται ως «εξτρεμιστική Αριστερά» (extremist left). Πως τοποθετείτε το κόμμα σας και πως η διακυβέρνησή του θα επηρεάσει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.;

Απ. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαχρονικά ανήκει στην οικογένεια της ευρωπαϊκής Αριστεράς και διαπνέεται από τις αξίες της ευρωπαϊκής και διεθνούς αλληλεγγύης. Άλλωστε, το πρόγραμμά μας περιλαμβάνει αυτονόητα πράγματα, όπως το να έχουν όλοι οι άνθρωποι πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτονόητα, που όμως η μνημονιακή βαρβαρότητα κατέστησε πολυτέλεια. Θα έλεγα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα με την άποψη που επικρατεί, είναι η μόνη μεγάλη πολιτική δύναμη αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα που – σε αντίθεση με την ακροδεξιά, σκοταδιστική Νέα Δημοκρατία – υπερασπίζεται τις αξίες του λεγόμενου «δυτικού κόσμου». Θέλουμε λοιπόν να είμαστε ισότιμο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διεθνούς κοινότητας. Όχι μία χώρα παρίας, μία χώρα που με σκυμμένο το κεφάλι θα λέει «ναι σε όλα». Αλλά μία σύγχρονη, δημοκρατική και ανεξάρτητη χώρα.

Ερ. . Η ΝΔ έχει επικρίνει το ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα εχθρικό προς τις επενδύσεις. Ποια τα βασικά σημεία της πολιτικής σας;

Απ. Η Νέα Δημοκρατία μπερδεύει τις επενδύσεις με το ξεπούλημα δημόσιου πλούτου σε διαπλεκόμενα συμφέροντα. Εμείς θέλουμε επενδύσεις υγιείς. Με κανόνες. Που θα προσθέτουν πλούτο στη χώρα, που θα δημιουργούν μόνιμες και σταθερές σχέσεις εργασίας. Που θα σέβονται τη νομοθεσία, το περιβάλλον. Τα αρπακτικά όμως θα μας βρουν απέναντί τους. Άλλωστε, η πρότασή μας για τη φορολογία, για την ανασυγκρότηση του δημοσίου κ.λπ. πιστεύουμε ότι είναι προς όφελος και των «σοβαρών» επενδυτών, γι’ αυτό και έχει τύχει μεγάλης αποδοχής.

Ερ. Στην προεκλογική εκστρατεία απουσιάζει η συζήτηση των εθνικών μας θεμάτων (ε/τα, Κυπριακό, Σκόπια κλπ). Τι αλλαγές στην ελληνική εξωτερική πολιτική θα σηματοδοτήσει μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ;

Απ. Ένα στοιχείο που πιθανώς δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς είναι ότι το μνημόνιο είχε ολέθριες συνέπειες και στην εθνική κυριαρχία της χώρας. Οι θέσεις μας για όλα τα μεγάλα εθνικά ζητήματα είναι γνωστές και επίσημα διατυπωμένες – και φυσικά δεν έχουν καμία σχέση με την παραπληροφόρηση που σκόπιμα διαρρέει η ΝΔ. Όμως πρέπει να συμφωνήσουμε ότι καμία επιτυχία δεν μπορεί να σημειώσει σε διπλωματικό επίπεδο μία χώρα ταπεινωμένη διεθνώς. Και δυστυχώς, σ’ αυτό το σημείο μας έχουν φτάσει σήμερα. Γι’ αυτό και είμαστε υπέρ μίας πολυδιάστατης φιλειρηνικής εξωτερικής πολιτικής, στο πλαίσιο της συνολικής αναβάθμισης του ρόλου της χώρας μας σε διεθνές επίπεδο και της ανάκτησης της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας μας.

Ερ. Η Ελληνοαμερικανική Κοινότητα έχει σταθεί στο πλευρό της Ελλάδας (και της Κύπρου) σε δύσκολες μάχες για τα εθνικά θέματα, αλλά και στην οικονομία, με πρωτοβουλίες για τον τουρισμό, προσέλκυση επενδύσεων κλπ. Ποιο είναι το μήνυμα του ΣΥΡΙΖΑ και τι ζητά από τους ομογενείς; Τέλος, ποια η άποψη του κόμματός σας για την ψήφο των Αποδήμων;

Απ. Ο Απόδημος Ελληνισμός είναι ο καλύτερος πρέσβης της χώρας μας διεθνώς. Αποτελούσε και αποτελεί πάντα έναν άμεσο, ζωντανό δίαυλο επικοινωνίας της Ελλάδας με τον κόσμο. Ξέρουμε πολύ καλά ότι οι περισσότεροι από τους ομογενείς, είναι άνθρωποι που αναγκάστηκαν κάποια στιγμή να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, αναζητώντας στο εξωτερικό ένα καλύτερο μέλλον, δούλεψαν σκληρά και πρόκοψαν. Σ’ αυτούς λοιπόν τους συμπατριώτες μας ζητάμε να γίνουν η φωνή της χώρας μας διεθνώς, να υποστηρίξουν την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ – μια προσπάθεια πάνω απ’ όλα πατριωτική. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια. Άλλωστε, ο Απόδημος Ελληνισμός έχει χορτάσει από μεγάλα λόγια, από ένα κράτος που τόσα χρόνια δεν έκανε το αυτονόητο – αυτό που συμβαίνει σε όλα σχεδόν τα σύγχρονα κράτη : Να καθιερώσει μία διαδικασία που να διευκολύνει τη συμμετοχή και των Ελλήνων του εξωτερικού στην κορυφαία δημοκρατική διαδικασία των εκλογών. Στις πιο ιστορικές ίσως εκλογές της νεότερης Ελλάδας, οι εκτός συνόρων συμπατριώτες μας – είτε λείπουν χρόνια, είτε αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω της κρίσης – στερούνται του δικαιώματος να έχουν λόγο.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951. Σπούδασε Μαθηματικά στην Πάτρα και μετά από μία σύντομη πορεία στην ιδιωτική εκπαίδευση, έγινε και παραμένει υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, από το ΚΕΠΥΟ, σε ΔΟΥ, στην ΚΕΔ και πάλι στη Γ.Γ. Πληροφοριακών Συστημάτων.

Συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα. ως μέλος του “Ρήγα Φεραίου”. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε στις γραμμές της Ανανεωτικής Αριστεράς, αρχικά στο ΚΚΕ “Εσωτερικού” και στη συνέχεια στην ΕΑΡ. Ήταν ιδρυτικό μέλος του “Συνασπισμού” και, στη συνέχεια, μέλος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του από το 1989 και μέλος της Πολιτικής του Γραμματείας από το 2000, μέχρι και την αναστολή της λειτουργίας του το 2013.

Είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Εξελέγη Νομαρχιακός Σύμβουλος της πλειοψηφίας στη Νομαρχία Μαγνησίας (1994-98 και 1998-2002). Ήταν υποψήφιος Περιφερειάρχης Θεσσαλίας και επικεφαλής της “Θεσσαλίας της Αλληλεγγύης και της Οικολογίας” και περιφερειακός σύμβουλος στην πρώτη θητεία της αιρετής Περιφέρειας (2010-2014). Και παράλληλα, μετουσιώνοντας την πρακτική εμπειρία σε πολιτική πρόταση, υπεύθυνος για την Αυτοδιοίκηση εκ μέρους της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 μέχρι και σήμερα.

Ο Κώστας Πουλάκης ήταν υπεύθυνος της Επιτροπής Δημοσκοπήσεων του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ και θεωρεί τη μελέτη των δημοσκοπήσεων μια ενασχόληση που συνδυάζει τις δύο μεγάλες αγάπες, του, τα μαθηματικά και την πολιτική. Ένα μέρος αυτής της δουλειάς αποτυπώθηκε σε δύο μελέτες, που δημοσιεύτηκαν από το Ινστιτούτο της VPRC και τις εκδόσεις Σαββάλας.

Είναι νυμφευμένος με την Άννα και έχουν δύο παιδιά.