Συνέντευξη στην «Ελευθερία» της Λάρισας : «Η απλή αναλογική θα τονώσει τη Δημοκρατία»

Τη συνέντευξη πήρε η Αλεξάνδρα Φωτάκη

2

– Ποιος είναι ο στόχος του νομοσχεδίου για την τοπική αυτοδιοίκηση και πότε εκτιμάτε ότι θα εφαρμοστεί αυτός;

Όπως έχουμε πει κατ’ επανάληψη, επιδιώκουμε να επιφέρουμε μία δημοκρατική τομή στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία θα αναβαθμίσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, αλλά και την ενεργό εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που θα ψηφιστεί άμεσα, ωστόσο – στο μεγαλύτερο μέρος του – θα ισχύσει από το 2019, καθώς η εφαρμογή των περισσότερων αλλαγών συνδέεται με την έναρξη της νέας αυτοδιοικητικής περιόδου. Άλλωστε, το νομοσχέδιο ονομάστηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών «Κλεισθένης Ι», ακριβώς για να σηματοδοτήσει ότι επίκειται και συνέχεια, με τις πιο δομικές μεταβολές σε θέματα κυρίως αρμοδιοτήτων, οι οποίες θα ακολουθήσουν με έναν «Κλεισθένη ΙΙ».

– Απλή αναλογική στην τοπική αυτοδιοίκηση. Μπορείτε να μας δώσετε το περίγραμμά της; Θα πρόκειται για «άδολη και ανόθευτη» απλή αναλογική, όπως η Αριστερά έλεγε παλαιότερα, η για κάποια εκδοχή της; Π.χ. θα υπάρχει όριο εισόδου στο περιφερειακό ή δημοτικό συμβούλιο;

Η απλή αναλογική είναι μία, αυτή που συνήθως λέγεται «απλή και άδολη». Τα υπόλοιπα συστήματα μπορεί να είναι περισσότερο αναλογικά ή πλειοψηφικά, αλλά δεν είναι απλή αναλογική.

– Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η εκλογή περιφερειάρχη ή δήμαρχου, αποσυνδέεται από εκείνη των συμβούλων, οι οποίοι θα εκλέγονται από τον πρώτο γύρο των εκλογών. Ενώ σε έναν –πολύ πιθανό- δεύτερο γύρο θα αναμετρώνται μόνο οι δύο υποψήφιοι δήμαρχοι ή περιφερειάρχες. Έτσι όμως υπάρχει ο κίνδυνος δήμαρχος να μην αναδεικνύεται από την πλειοψηφούσα  παράταξη, καθιστώντας –ενδεχομένως- ακόμη πιο δύσκολη τη συγκρότηση πλειοψηφικής συνεργασίας. Ποια είναι η πρότασή σας;

Η άμεση εκλογή του Δημάρχου και του Περιφερειάρχη – παλιότερα του Νομάρχη – από τους πολίτες είναι μακρά παράδοση στη χώρα μας, καθώς η τελευταία εφαρμογή της έμμεσης εκλογής ήταν προδικτατορικά. Κάναμε την επιλογή να διατηρήσουμε αυτή την παράδοση, που δίνει στους πολίτες μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στην επιλογή του εκπροσώπου τους.

Από εκεί και πέρα, δεν ισχύει ότι θα γίνει δύσκολη η συγκρότηση πλειοψηφίας. Πρώτον, από τη στιγμή που οι έδρες θα κατανέμονται απολύτως αναλογικά στους συνδυασμούς, η διαφορά εδρών μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου, δεν θα είναι η θηριώδης διαφορά που δημιουργεί σήμερα το εκλογικό σύστημα, λόγω του «μπόνους» του 60% στον πρώτο συνδυασμό. Και δεύτερον και σημαντικότερο, οι πολίτες θα προσέρχονται στην κάλπη τη δεύτερη Κυριακή γνωρίζοντας τα αποτελέσματα της πρώτης. Εκτιμώ λοιπόν ότι μεταξύ των κριτηρίων της ψήφου τους θα είναι και το ποιος από τους δύο υποψήφιους Δημάρχους ή Περιφερειάρχες μπορεί καλύτερα να επιτύχει συναινέσεις και συγκλίσεις.

– Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι ο νόμος για την απλή αναλογική θα οδηγήσει σε ακυβερνησία. Ο πρόεδρος της ΕΝΠΕ Κων. Αγοραστός προχωρά ακόμη παραπέρα, μιλώντας για κίνδυνο να αναπτυχθούν φαινόμενα συναλλαγής αλλά και για ολιγάρχες που θα μπορούν με μικρές χορηγίες να ελέγχουν εύθραυστες πλειοψηφίες; Τι απαντάτε;

Είναι τουλάχιστον στρουθοκαμηλισμός να μιλάμε για τον κίνδυνο να ελέγξουν ολιγάρχες τις, υποτίθεται, εύθραυστες πλειοψηφίες, τη στιγμή που ήδη η Αυτοδιοίκηση στη χώρα μας ζει μια «αλά Ελληνικά» εκδοχή του μπερλουσκονισμού. Να σας θυμίσω ότι ήδη κάποιοι από τους μεγαλύτερους Δήμους της χώρας – με το εκλογικό σύστημα που στηρίζει ο κ. Αγοραστός – ελέγχονται, ευθέως ή εμμέσως, από μεγαλο-παράγοντες του ποδοσφαίρου, των μίντια, και όχι μόνο; Και μάλιστα δεν ελέγχουν κάποια εύθραυστη μειοψηφία, αλλά έχουν τη δυνατότητα, ελέω εκλογικού νόμου, να επιβάλουν πλήρως τη θέλησή τους στο δημοτικό συμβούλιο.

Τόσο η ουσιαστική ανεξαρτησία όσο και η αποτελεσματική λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών είναι πολιτικά διακυβεύματα, που εξαρτώνται από την ποιότητα της δημοκρατίας μας και την υπευθυνότητα όλων μας, είτε ως αιρετών είτε ως πολιτών. Δεν μπορεί να τα φορτώνουμε όλα στο εκλογικό σύστημα.

– Ποιος θα είναι ο ρόλος του διορισμένου εκτελεστικού γραμματέα και κατά πόσο μέσω αυτού η κυβέρνηση θα ελέγχει την αυτοδιοίκηση; Θα υποκαθιστά αιρετές διοικήσεις;

Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος ούτε υπήρξε ποτέ πρόθεση να καθιερωθεί. Η παρούσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών σέβεται πλήρως τον πολιτικό ρόλο των αυτοδιοικητικών αρχών, γι’ αυτό και ουδέποτε έθεσε τέτοια πρόταση προς συζήτηση. Είναι κάτι που και προσωπικά έχω επίσημα ξεκαθαρίσει ήδη από το καλοκαίρι του 2016. Δεν θα κάνουμε διάλογο με fake news.

4

– Σύμφωνα με την αντιπολίτευση το νομοσχέδιο καθιστά τους δήμους φορείς υλοποίησης των κατευθύνσεων της κεντρικής κυβέρνησης. Ο υπ. Εσωτερικών ισχυρίζεται ότι ενισχύσει τον θεσμό. Τελικά ισχυροποιούνται οι δήμοι (και πως;) ή αποδυναμώνονται;

Η αντιπολίτευση μάλλον θεωρεί ότι έχουμε πάθει συλλογική αμνησία. Ήταν επί κυβερνήσεων Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ, που η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχασε μεσοσταθμικά 60% και σε κάποιες περιπτώσεις έως και 90% των πόρων της, ενώ από το 2015 μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν υπήρξε καμία μείωση, αλλά είχαμε και μια μικρή αύξηση, ακολουθώντας τη συνολική δημοσιονομική βελτίωση. Και επιπλέον, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια έτρεξαν προγράμματα, όπως ο «ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ Ι» και «ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ ΙΙ», που θα φτάσουν και θα ξεπεράσουν τα δύο δισεκατομμύρια σε ορίζοντα πενταετίας, με τα οποία χρηματοδοτούνται σημαντικές τοπικές υποδομές.

Ήταν επί των ίδιων κυβερνήσεων που εξαπολύθηκε κυνήγι μαγισσών σε βάρος των υπαλλήλων των ΟΤΑ, σε μια κατεύθυνση μαζικής υποβάθμισης και ιδιωτικοποίησης δημοτικών υπηρεσιών, ενώ σήμερα το Υπουργείο Εσωτερικών, με σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων, αλλά και με τον πρόσφατο διαγωνισμό για πάνω από 8.000 μόνιμες προσλήψεις στην καθαριότητα, στηρίζει έμπρακτα τη στελέχωση των Δήμων.

Ήταν τέλος επί αυτών των κυβερνήσεων που η δημοκρατία θεωρήθηκε «ακριβό σπορ» και υποβαθμίστηκε ποικιλοτρόπως η καταστατική θέση των αιρετών, σε βαθμό που πολλοί εκλεγμένοι, ειδικά όσοι δεν ανήκουν στους προνομιούχους, να δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν έστω και στοιχειωδώς στα καθήκοντά τους, ενώ ήταν η σημερινή κυβέρνηση που αποκατέστησε σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτές τις αδικίες.

Μετά από όλα αυτά, εσείς τι λέτε, ισχυροποιούνται ή αποδυναμώνονται οι Δήμοι;

– Ποια ζητήματα πλην των εκλογικών στοχεύει να ρυθμίσει το νομοσχέδιο για την τοπική αυτοδιοίκηση; Διότι στο τέλος-τέλος, τον πολίτη τον ενδιαφέρει να αντιμετωπίζονται ζητήματα της καθημερινότητάς του. Κι αυτό προϋποθέτει αρμοδιότητες και φυσικά πόρους.

Δεν θα κουραστώ να λέω ότι – παρ’ όλο που η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στις αλλαγές του εκλογικού συστήματος – η μεταρρύθμιση την οποία υλοποιούμε δεν αφορά μόνο αυτό. Ήδη σε αυτό το «πρώτο κύμα» προχωράμε σε ρυθμίσεις με τις οποίες αναβαθμίζονται οι κοινότητες, ο πιο κοντινός στην καθημερινότητα των πολιτών θεσμών, ενισχύεται η διαφάνεια και η νομιμότητα στη δράση των ΟΤΑ, με την άμεση έναρξη λειτουργίας ενός ανεξάρτητου ελεγκτικού μηχανισμού, αλλά και με την απλοποίηση των σχετικών διαδικασιών, ενώ ταυτόχρονα προστατεύονται καλύτερα οι πολίτες απέναντι στις διοικητικές αυθαιρεσίες, με τη ριζική αναμόρφωση του θεσμού της τοπικής και περιφερειακής διαμεσολάβησης. Με άλλες ρυθμίσεις, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες τίθενται στο επίκεντρο της αναπτυξιακής προσπάθειας, με τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, οι υποδομές, αλλά και ο τουρισμός, καθώς και να παρέχουν υπηρεσίες πρώτης ανάγκης προς τους δημότες τους, εκεί που η ιδιωτική πρωτοβουλία αστοχεί.

Και βέβαια, να μην ξεχνάμε ότι ήδη στα θέματα καθημερινότητας το Υπουργείο υλοποιεί σειρά δράσεων, και με χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ για αρκετές από αυτές, για την κωδικοποίηση της αυτοδιοικητικής νομοθεσίας, για την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην καθημερινότητα των ΟΤΑ, αλλά και για τον ανασχεδιασμό και προτυποποίηση των διαδικασιών των ΟΤΑ. Νομίζω ότι συνολικά, μέσα σε δύσκολες συνθήκες και με αποδυναμωμένους Δήμους και Περιφέρειες, έχουμε ήδη κάνει σημαντική πρόοδο, η οποία θα ολοκληρωθεί σε όλη της την έκταση με το «δεύτερο κύμα» της μεταρρύθμισης που θα οριστικοποιήσει το ζήτημα των αρμοδιοτήτων.

Advertisements

Συνέντευξη στον «Ταχυδρόμο» της Μαγνησίας : «Οι εθνικιστικές εμμονές βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα»

σελιδεσ«Μήνυμα» του Γ.Γ. στον Π. Καμμένο για το Σκοπιανό, και στην αντιπολίτευση για τα εθνικά θέματα, την οικονομία  και την απλή αναλογική, μέσω συνέντευξής του στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ

Εθνικιστικές εμμονές στο Σκοπιανό, που βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα, καταλογίζει στην αντιπολίτευση αλλά εμμέσως πλην σαφώς και στους ΑΝΕΛ, ο Γενικός Γραμματέας Εσωτερικών Κώστας Πουλάκης σε συνέντευξή του σήμερα στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ. Ο κ. Πουλάκης εκτιμά πως η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει την ευκαιρία να λύσει το θέμα στην παρούσα χρονική συγκυρία με αμοιβαία αποδεκτούς όρους, με το μήνυμα να αποστέλλεται και στον Πάνο Καμμένο, όταν επισημαίνει πως «η εθνικο-λαϊκιστική προσέγγιση του θέματος βλάπτει σοβαρά τη διεθνή θέση και τα συμφέροντα της χώρας, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα το αντιληφθεί και το συγκυβερνών κόμμα των ΑΝΕΛ στηρίζοντας την προσπάθεια για λύση».

Ο Γ.Γ. του Υπ. Εσωτερικών μιλάει επίσης στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ για την οικονομία, την έξοδο από τα μνημόνια και την επιτροπεία, ενώ ως πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Εσωτερικών για τις αλλαγές στον Καλλικράτη, προαναγγέλλει ότι σύντομα θα κατατεθεί στη Βουλή προς ψήφιση το νομοσχέδιο που προβλέπει εκλογές στην Αυτοδιοίκηση με απλή αναλογική. Να σημειωθεί ότι η συνέντευξη δόθηκε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ πριν τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον ΠτΔ και τους αρχηγούς των κομμάτων για το Σκοπιανό.


Κύριε Πουλάκη, με αφορμή τις εξελίξεις στο Σκοπιανό, εκ μέρους της κυβέρνησης επισημαίνεται πως δεν πρέπει να σπαταληθεί άλλο διπλωματικό κεφάλαιο και πως οι συνθήκες είναι ώριμες για να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση. Την ίδια ώρα, αφενός ο κυβερνητικός σας εταίρος, Πάνος Καμμένος, έχει διαμηνύσει ότι δεν αποδέχεται τον όρο «Μακεδονία» και αφετέρου η πλειοψηφία των πολιτών με βάση τις δημοσκοπήσεις ζητά δημοψήφισμα.

H προηγούμενη εμπειρία από τη διαχείριση του «Μακεδονικού» θα έπρεπε να μας έχει διδάξει ότι οι εθνικιστικές εμμονές, παρότι μπορεί σε επίπεδο ρητορείας να δημιουργούν την ψευδαίσθηση ενός υπερ-πατριωτισμού, στην πραγματικότητα βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα.

Σήμερα είναι μόνο προς το συμφέρον της χώρας η αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας που υπάρχει για λύση του θέματος με αμοιβαία αποδεκτούς όρους, που θα διαμορφώσει όρους καλής γειτονίας, συνεργασίας, σταθερότητας και ανάπτυξης στην ταραγμένη περιοχή των Βαλκανίων.

Και στην πρόσφατη συνάντηση των δύο πρωθυπουργών στο Νταβός από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης επαναδιατυπώθηκε η πάγια εθνική θέση για σύνθετη ονομασία που να ισχύει έναντι όλων, ενώ και ο κ. Ζάεφ από την πλευρά του έκανε σημαντικά βήματα ενδεικτικά της καλής θέλησης της σημερινής κυβέρνησης της ΠΓΔΜ. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, η εθνικο-λαϊκιστική προσέγγιση του θέματος, την οποία δυστυχώς υιοθετεί ακόμα και ο –υποτίθεται φιλελεύθερος– κ. Μητσοτάκης και η οποία «χαϊδεύει» την ακροδεξιά και όλους τους εθνικιστικούς και παραθρησκευτικούς θύλακες, βλάπτει σοβαρά τη διεθνή θέση και τα συμφέροντα της χώρας. Αυτό είμαι βέβαιος ότι θα το αντιληφθεί και το συγκυβερνών κόμμα των ΑΝΕΛ, στηρίζοντας την προσπάθεια για λύση.

Άλλωστε, σύνθετα ζητήματα όπως το «Μακεδονικό», με πολλές παραμέτρους, δεν λύνονται με «ναι» ή «όχι» στο πλαίσιο ενός δημοψηφίσματος. Η χώρα έχει εκλεγμένη και υπεύθυνη ηγεσία, την κυβέρνηση και τη βουλή, για να χειριστεί το θέμα, και πρέπει όλοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στον ελληνικό λαό και απέναντι στην Ιστορία.

Εκτιμάτε πως οι εξελίξεις μπορεί να είναι τέτοιες που να οδηγήσουν ενδεχομένως και σε πρόωρη προσφυγή στις κάλπες; Είναι πολλοί εκείνοι που υποστηρίζουν πως η κυβέρνηση δεν έχει «λευκή επιταγή» να διαχειριστεί ένα τόσο σοβαρό εθνικό θέμα όπως το Σκοπιανό, χωρίς προηγουμένως να ερωτηθεί ο λαός.

Η παρούσα κυβέρνηση, όπως και όλες οι κυβερνήσεις στο παρελθόν, έχει την πλήρη δημοκρατική νομιμοποίηση να διαπραγματευτεί εκπροσωπώντας τη χώρα διεθνώς. Όταν και αν –όπως ευχόμαστε– οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν σε συμφωνία, αυτή θα τεθεί, όπως προβλέπει το σύνταγμά μας, υπόψη της Βουλής, της εθνικής αντιπροσωπίας, προκειμένου να εγκριθεί και να ισχύσει. Μπορεί σε κάποιους αυτό να μην αρέσει, αλλά η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι «περιορισμένης ευθύνης». Αντίθετα, στα δύσκολα αναλαμβάνουμε το βάρος να λύσουμε θέματα που οι προηγούμενοι άφηναν να διαιωνίζονται, «σπρώχνοντας» προς το μέλλον την «καυτή πατάτα».

Η τρίτη αξιολόγηση ολοκληρώνεται. Πόσο βάσιμες είναι οι προσδοκίες της κυβέρνησης ότι τον Αύγουστο η χώρα θα βγει από τα μνημόνια, με δεδομένο ότι πολλοί εκτιμούν, πως αν δεν υπάρξει προληπτική γραμμή στήριξης και μετά, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της;

Εδώ και τρία χρόνια, υπάρχει μια διαρκής κινδυνολογία ότι δεν θα τα καταφέρουμε, αλλά μέχρι σήμερα οι στόχοι όχι μόνο επιτυγχάνονται, αλλά και υπερκαλύπτονται. Ο πρωθυπουργός στο Νταβός δέχτηκε τα συγχαρητήρια όλης της διεθνούς κοινότητας για τις επιδόσεις που πετύχαμε, άλλωστε.

Τώρα, στην ερώτησή σας. Τι σημαίνει πρακτικά –για να μας κατανοούν και οι πολίτες– η προληπτική γραμμή στήριξης; Δεν πρόκειται για εκταμίευση χρημάτων προς τη χώρα μας, αλλά για την «υπόσχεση» στην ουσία, από την πλευρά των δανειστών, ότι αν υπάρξει κάποια έκτακτη εξέλιξη, θα έχουμε στη διάθεσή μας ένα χρηματοδοτικό «μαξιλάρι». Μόνο που, πρώτον, το «μαξιλάρι» αυτό παρέχεται κατ’ αρχήν για ένα χρόνο, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη έναν. Που σημαίνει ότι μετά το καλοκαίρι του 2020, και πάλι η ελληνική οικονομία θα είναι απροστάτευτη. Και, δεύτερον, προϋποθέτει την υπογραφή ενός ακόμα –ενδεχομένως πιο «light»– μνημονίου.

Η κυβέρνηση τι ζητά; Να εφαρμοστεί ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός που ίσχυσε για όλες τις χώρες που βγήκαν πριν από εμάς από διαδικασία επιτήρησης. Και την ίδια στιγμή, φροντίζει να παίρνει όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα που θα διασφαλίζουν τη σταθερότητα και την αντοχή της ελληνικής οικονομίας ανά πάσα στιγμή, είτε άμεσα είτε στο απώτερο μέλλον. Διότι, αν θέλουμε να αφήσουμε οριστικά πίσω μας την οδυνηρή εμπειρία των μνημονίων, αυτός πρέπει να είναι ο στόχος μας. Και είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε. Σε λίγους μήνες θα κάνουμε πράξη τη δέσμευσή μας, να είναι αυτή η κυβέρνηση που θα μας βγάλει από τα μνημόνια, στα οποία μας έβαλαν άλλοι, εκείνοι που χρεωκόπησαν οικονομικά και ηθικά τη χώρα.

Είστε ο κατεξοχήν άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με την επικείμενη μεταρρύθμιση στον Καλλικράτη. Τελικά εκτός όλων των άλλων αλλαγών, οι αυτοδιοικητικές εκλογές θα διεξαχθούν το 2019 με το σύστημα της απλής αναλογικής; Μπορείτε να περιγράψετε το πλαίσιο των βασικών αλλαγών του εκλογικού νόμου;

Είχα τη χαρά να είμαι ο πρόεδρος της επιτροπής του Υπουργείου Εσωτερικών, που μέσα από συλλογική εργασία και διεξοδική συζήτηση πάνω από εκατό ανθρώπων κατέληξε πριν από περίπου 11 μήνες σε μία πρόταση μεταρρύθμισης, την οποία κατέθεσε δημόσια προς περαιτέρω διαβούλευση. Οι τελικές κυβερνητικές αποφάσεις θα κατατεθούν το προσεχές διάστημα υπό μορφή πλέον νομοσχεδίου, και θα περιλαμβάνουν το πρώτο μέρος της μεταρρύθμισης, η οποία θα υλοποιηθεί κατά στάδια.

Κατ’ αρχήν λοιπόν, θα προχωρήσουμε σε μια σειρά θεσμικών αλλαγών, που δεν αφορούν μόνο την εκλογή των δημοτικών και περιφερειακών αρχών –η οποία, όπως έχουμε εξαρχής επισημάνει, θα γίνει το φθινόπωρο του 2019, με το σύστημα της απλής αναλογικής– αλλά και μια συνολική αναβάθμιση της δημοκρατικής και διαφανούς λειτουργίας των ΟΤΑ.

Αυτό σημαίνει περισσότερη συμμετοχή των πολιτών, καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων τους, συλλογικότερη λειτουργία των οργάνων των δήμων και των Περιφερειών, αποτελεσματικότερη εποπτεία, με σεβασμό όμως στην αυτοτέλεια των ΟΤΑ. Και βέβαια, πέραν του θεσμικού πλαισίου, εξετάζουμε μία σειρά από παρεμβάσεις στα ζητήματα της οικονομικής βιωσιμότητας και της διαχείρισης των ΟΤΑ, αλλά και τον ριζικό επανασχεδιασμό των αρμοδιοτήτων του κράτους και της αυτοδιοίκησης – μια πρωτοβουλία που από μόνη της αποτελεί, θα έλεγα, τιτάνιο έργο και θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο.

Πολλοί υποστηρίζουν πως οι επικείμενες αλλαγές στον εκλογικό νόμο για την Αυτοδιοίκηση, υποκρύπτουν κομματική σκοπιμότητα και ότι απώτερος στόχος σας, ως κυβέρνηση, είναι να εξασφαλίσετε εκπροσώπηση σε περισσότερους δήμους.

Αν υπάρχει ένα εκλογικό σύστημα που αποτυπώνει επακριβώς τη βούληση και την ψήφο των πολιτών είναι αυτό της απλής αναλογικής. Είναι λοιπόν αστείο να εγκαλείται για κομματική σκοπιμότητα κάποιος που επιχειρεί να εφαρμόσει ακριβώς αυτό. Και μάλιστα, καταντά προκλητικό όταν οι κατηγορίες αυτές προέρχονται από εκπροσώπους του πάλαι ποτέ «δικομματισμού», των κομμάτων δηλαδή που ψήφισαν και συντήρησαν επί μακρόν το σημερινό άκρως καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα, που δίνει στον δήμαρχο ή στον περιφερειάρχη 60% των εδρών του συμβουλίου, όσες ψήφους και αν πήρε. Για να μη θυμηθώ τα κριτήρια με τα οποία έγιναν το 2010 οι συνενώσεις των δήμων και ο σχεδιασμός των Περιφερειών, χωρίς κανέναν ορθολογισμό, επειδή η τότε κυβέρνηση κοίταξε τα εκλογικά αποτελέσματα και όχι τις ανάγκες των κατοίκων κάθε περιοχής.

Επειδή είστε ένας άνθρωπος που ασχολείται χρόνια με τις δημοσκοπήσεις, βλέπουμε εδώ και αρκετό διάστημα να έχει παγιωθεί ένα σημαντικό προβάδισμα της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί οι μετρήσεις να μην υποκαθιστούν τις εκλογές, αποτυπώνουν όμως ένα κλίμα, και αυτό είναι αρνητικό για την κυβέρνηση. Υπάρχουν περιθώρια αντιστροφής του κλίματος;

Επειδή οι δημοσκοπήσεις είναι μια φωτογραφία της στιγμής, πρέπει να εξετάζουμε τη διαχρονική εξέλιξή τους, για να βγάλουμε συμπεράσματα για τις κοινωνικές τάσεις.

Διαχρονικά, φαίνεται ότι το δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ μπορεί να μην έχει ακόμα ανατραπεί, όμως μειώνεται διαρκώς και σήμερα δεν έχει πια καμία σχέση με τις θηριώδεις διαφορές που βλέπαμε πριν αρκετό καιρό. Επίσης, η ΝΔ έχει, όπως λέμε, «πιάσει ταβάνι», αφού η συσπείρωσή της κινείται ήδη σε προεκλογικά ποσοστά, ενώ αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμα πολλά περιθώρια. Κρατείστε δε δύο νούμερα: Σήμερα υπάρχουν περίπου 1.000.000 αναποφάσιστοι, ενώ στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις περίπου 500.000 αποφάσισαν την τελευταία προεκλογική εβδομάδα για την ψήφο τους.

Υπάρχει, επομένως, πολύ νερό ακόμα να κυλήσει στο αυλάκι. Άλλωστε, οι εκλογές θα γίνουν μετά από πάνω από ενάμιση χρόνο και, επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την έξοδο από την επιτροπεία, θα έχει τη δυνατότητα να ξεδιπλώσει τη δική του πολιτική και να κερδίσει και πάλι τη στήριξη της κοινωνίας, η οποία μπορεί σήμερα να προβληματίζεται –και δικαίως– όμως δεν μας έχει γυρίσει την πλάτη, γιατί αναγνωρίζει την προσπάθεια και την ειλικρίνειά μας.

Καταλήγοντας, τελικά πόσο άνετα μπορεί να αισθάνεται ο Κώστας Πουλάκης υλοποιώντας μία μνημονιακή συμφωνία;

Οποιοσδήποτε έχει μεγαλώσει και περάσει όλη του τη ζωή στην αριστερά, θα έλεγε ψέματα αν ισχυριζόταν ότι δεν πέρασε κάποιες πολύ δύσκολες –υπαρξιακού χαρακτήρα θα έλεγα– στιγμές τα τελευταία δυόμισι χρόνια.

Την περίοδο αυτή έχουμε πάρει δύσκολες αποφάσεις, ενώ ήταν ακόμη περισσότερες οι φορές που συνειδητοποιούσαμε ότι κάτι που θα θέλαμε να κάνουμε, που μας το υπαγορεύει όχι μόνο η πολιτική μας άποψη αλλά και το συμφέρον του μεγάλου μέρους της κοινωνίας, δεν μπορούσε να υλοποιηθεί άμεσα. Όμως όσοι πήραμε το καλοκαίρι του 2015 την απόφαση να στηρίξουμε τη συμφωνία στην οποία αναγκάστηκε να καταλήξει ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση, κάναμε μια συνειδητή επιλογή να δώσουμε μια σκληρή μάχη, μέσα σε ένα πεδίο εχθρικό και ναρκοθετημένο, αποφασισμένοι να κερδίσουμε όσα μπορούσαμε περισσότερα για λογαριασμό του ελληνικού λαού, των πιο αδύναμων. Γιατί αριστερός είναι εκείνος που αγωνίζεται στα δύσκολα.

Κάνοντας εκ των υστέρων τον απολογισμό, πιστεύω ότι το πετύχαμε. Και θα φανεί από το καλοκαίρι και μετά, όταν –έχοντας εκπληρώσει την υπόσχεσή μας να βγάλουμε επιτέλους τη χώρα από τον φαύλο κύκλο των μνημονίων– θα έχουμε πλέον τους απαραίτητους βαθμούς ελευθερίας, προκειμένου να κάνουμε ακόμα πιο συστηματικά πράξη το δικό μας, εναλλακτικό πρόγραμμα.

Αν η όποια προσωπική ή συλλογική επιλογή κρίνεται εκ του αποτελέσματος, νομίζω πως άξιζε να πληγώσουμε, αν θέλετε, την «αριστερή ψυχή» μας ή, όπως λέγεται, «να λερώσουμε τα χέρια μας», προκειμένου να κρατήσουμε όρθια την κοινωνία και να ανοίξουμε έναν δρόμο εξόδου από την κρίση και τα μνημόνια, με τη δική μας σφραγίδα και το δικό μας πρόσημο. Αυτή τη σφραγίδα, αυτό το πρόσημο περιμένει από εμάς η ελληνική κοινωνία.

 

Συνέντευξη στη «Βραδυνή» της Κυριακής

poulakis-kwstasΓια πρώτη φορά η Αττική δέχεται τόσο μεγάλη ρύπανση, με τραγικές συνέπειες σε πολλούς τομείς. Ακούσαμε μέχρι και ότι μπορούμε να κάνουμε μπάνια. Τι πιστεύετε ότι δε λειτούργησε; Παρεμπιπτόντως, εσείς θα κάνατε μπάνια;

«Όχι, δε θα κάνω. Έχουν δοθεί οδηγίες από το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο Υγείας, στις οποίες και πρέπει όλοι να συμμορφωθούμε. Πέραν αυτού, στο Σαρωνικό είναι σε εξέλιξη μια σημαντική περιβαλλοντική κρίση, για την οποία έχουν κινητοποιηθεί όλα τα διαθέσιμα μέσα του κράτους και των ΟΤΑ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του καθενός, αλλά και διεθνής βοήθεια. Τώρα είναι η ώρα της δράσης. Η ώρα του καταλογισμού των ευθυνών –όχι μόνο των τυχόν ποινικά υπαίτιων– θα ακολουθήσει».

Παρατηρείται μια καθυστέρηση στο κυβερνητικό έργο. Κάτι που, εμμέσως πλην σαφώς, το σημείωσε και ο πρωθυπουργός. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει;

«Κεντρική προτεραιότητα της κυβέρνησης αυτή τη στιγμή είναι να ολοκληρωθεί γρήγορα η τρίτη και τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος έως το τέλος της χρονιάς. Αυτό θα μας δώσει λίγο παραπάνω από ενάμιση χρόνο “καθαρής” θητείας, προκειμένου να ξεδιπλώσουμε σε όλη την έκτασή του το πρόγραμμά μας, του οποίου όμως δίνουμε καθημερινά δείγματα γραφής. Από εκεί και πέρα, πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, τόσο του συνολικού συντονισμού της κυβέρνησης όσο και της απόδοσης κάθε επιμέρους στελέχους της. Άλλωστε, η αποτελεσματικότητα όλων μας κρίνεται καθημερινά, όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, αλλά πρώτα και κύρια από την ίδια την κοινωνία».

Ασκήσατε δριμεία κριτική σε όσα είπε ο κ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ. Είναι πράγματι τόσο βαθιές οι διαφορές, παρ’ όλο που και εσείς υλοποιείτε μια μνημονιακή Συμφωνία;

«Όταν πριν από δύο χρόνια ακριβώς, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, θέσαμε τις επιλογές μας στην κρίση του ελληνικού λαού, είπαμε με σαφήνεια ότι πρόκειται για μια Συμφωνία που αναγκαστήκαμε να υπογράψουμε. Και ότι θα υλοποιήσουμε τα συμφωνηθέντα, αξιοποιώντας όμως κάθε χαραμάδα για να εφαρμόζουμε τη δική μας, εναλλακτική πολιτική. Σήμερα, δύο χρόνια μετά, η κυβέρνηση έχει κάνει πράξη τη δέσμευσή της. Σε ένα χρόνο από σήμερα, τον Αύγουστο του 2018, θα έχουμε βγάλει τη χώρα από την επιτροπεία, ενώ παράλληλα υλοποιούμε και θα εντείνουμε την υλοποίηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων και μέτρων για την ενίσχυση των ασθενέστερων.
Ο κ. Μητσοτάκης τι μας είπε στη ΔΕΘ; Ότι θέλει να υπογράψει νέο Μνημόνιο και να εφαρμόσει μια ακόμα σκληρότερη πολιτική λιτότητας. Είναι θιασώτης, άλλωστε, της λογικής ότι “ακόμα και αν δεν υπήρχαν τα Μνημόνια, θα έπρεπε να τα εφεύρουμε”. Και βέβαια, με απόλυτο κυνισμό κατέθεσε ξεκάθαρα την άποψη ότι η επιδίωξη της ισότητας είναι δήθεν “αφύσικη”, ενώ παρείχε και πλήρη κάλυψη στην ακροδεξιά ρητορική και πρακτική του αντιπροέδρου του, κ. Γεωργιάδη. Επομένως, για να απαντήσω ευθέως, ναι. Με τη σκληρά νεοφιλελεύθερη και ταυτόχρονα αυταρχική Δεξιά του κ. Μητσοτάκη μάς χωρίζει άβυσσος».

Θα προχωρήσει η υλοποίηση του σχεδίου σας για την αλλαγή στη Τοπική Αυτοδιοίκηση; Και το ρωτώ, διότι κατηγορείστε πως υποκρύπτει κομματική λογική, προκειμένου να εξασφαλίσετε σε πολλούς δήμους την εκπροσώπηση του κόμματός σας…

«Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι από τις κεντρικές κυβερνητικές προτεραιότητες και θα φέρει το ξεκάθαρο αριστερό πολιτικό μας πρόσημο. Άλλωστε, στην επίσκεψή του πριν από λίγο καιρό στο ΥΠ.ΕΣ., ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο, τουλάχιστον το πρώτο μέρος της, να έχει ψηφιστεί εντός του 2017. Σε ό,τι, δε, με αφορά, η Επιτροπή της οποίας ήμουν πρόεδρος, που είχε ως αντικείμενο την επεξεργασία και κατάθεση κάποιων κατ’ αρχήν προτάσεων, έχει ολοκληρώσει τις εργασίες της και έχει καταθέσει ένα εκτεταμένο πόρισμα στον υπουργό Εσωτερικών από την 1η Μαρτίου.
Όσο για την κριτική –η οποία εκπορεύεται αποκλειστικά και μόνο από τα ηγετικά κλιμάκια της Ν.Δ.– πρέπει να σας πω ότι δεν έχει καμία απολύτως βάση. Ας αναρωτηθεί ο καθένας: είναι κομματική σκοπιμότητα η απλή αναλογική, το πιο γνήσια δημοκρατικό εκλογικό σύστημα, αλλά δεν είναι κομματική σκοπιμότητα το εκλογικό σύστημα που επέβαλε ο πάλαι ποτέ δικομματισμός, που προβλέπει ότι ο δήμαρχος παίρνει το 60% των εδρών, ακόμα και με λιγότερο από 20% των ψήφων; Το σύστημα που δημιούργησε απίστευτα φαινόμενα τοπικού παραγοντισμού, αυταρχισμού και αδιαφάνειας σε πολλές περιπτώσεις;
Εμείς προωθούμε μία μεταρρύθμιση που θα καταστήσει τους ΟΤΑ κύτταρα τοπικής δημοκρατίας και συμμετοχής, ενώ ταυτόχρονα θα αναβαθμίσει το επίπεδο των παρεχόμενων προς τους πολίτες υπηρεσιών. Θέλουμε να φέρουμε τις τοπικές κοινωνίες στο προσκήνιο. Και αυτό δε νομίζω πως έχει λόγο να το φοβάται ή να το απορρίπτει κανείς».

Έχουν ακουστεί απόψεις περί κατάργησης της προσευχής στα σχολεία. Ποια η γνώμη σας;

«Το δημόσιο σχολείο είναι για όλους, επί ίσοις όροις, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων. Το κράτος, σε όλες του τις εκφάνσεις, πρέπει επιτέλους να αποκτήσει κοσμικά χαρακτηριστικά. Ο θεσμός της πρωινής προσευχής είναι κατάλοιπο μιας πολύ περασμένης εποχής και μιας απολύτως αντιδραστικής αντίληψης περί… “Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών”, που εισάγει –ακόμα και σε συμβολικό επίπεδο– έναν ανεπίτρεπτο διαχωρισμό μεταξύ των μαθητών. Η άσκηση της λατρείας είναι προσωπικό θέμα των παιδιών και των οικογενειών τους. Όχι του σχολείου».

Αν οι εταίροι μάς θέσουν νέες απατήσεις-μέτρα εκτιμάτε πως αυτό θα αποτελεί πολιτική επιλογή ρήξης; Θα τα δεχθείτε;

«Από την πλευρά μας έχουμε κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι θα τηρήσουμε πλήρως τα συμφωνηθέντα. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτούμε οποιαδήποτε απαίτηση εκτός της τρέχουσας Συμφωνίας. Ξέρετε πολύ καλά ότι στην προηγούμενη αξιολόγηση βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια παρελκυστική τακτική από την πλευρά κυρίως του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Για να το πω όπως το έθεσε ο πρόεδρος Μακρόν στην πρόσφατη επίσκεψη στη χώρα μας, ελπίζουμε ότι δε θα δούμε τέτοιες συμπεριφορές και τώρα. Αν παρ’ όλα αυτά υπάρξουν απαιτήσεις εκτός Συμφωνίας από την πλευρά του ΔΝΤ, νομίζω ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είναι εκείνοι που θα κληθούν να στηρίξουν την εσωτερική συνοχή της Ευρώπης. Περίπτωση για επιπλέον μέτρα δεν υπάρχει».

Τις τελευταίες ημέρες έγινε αρκετή συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι οποίες μάλιστα συνοδεύτηκαν και από καταγγελίες της Ν.Δ. Μιας που ασχολείστε επί πολλά χρόνια με το θέμα, ποια είναι η δική σας άποψη;

«Λέω πάντοτε –είτε τα ευρήματα είναι θετικά είτε είναι αρνητικά για τον ΣΥΡΙΖΑ– ότι οι δημοσκοπήσεις είναι επιστημονικό εργαλείο και αποτυπώνουν το σήμερα. Δεν υποκαθιστούν τις εκλογές. Πολλώ δε μάλλον σε μια εξαιρετικά ρευστή περίοδο, όπου έχει αποδειχθεί δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν επιτυχώς οι διαθέσεις μιας κοινωνίας σε διαρκή κίνηση.
Σαφέστατα, βέβαια, η αίσθησή μου είναι, από τους πολίτες με τους οποίους συνομιλώ καθημερινά, ότι υπάρχει μια σχετική βελτίωση του κλίματος για την κυβέρνηση. Χωρίς όμως αυτό να δικαιολογεί ούτε εφησυχασμό ούτε, πολύ περισσότερο, πανηγυρισμούς.
Ως προς την πρόσφατη διαμάχη, θα έλεγα ότι γίνεται πολύ κακό για το τίποτα. Στην πραγματικότητα, η επιρροή των δημοσκοπήσεων, θετική ή αρνητική, είναι πολύ μικρότερη από ό,τι πολλοί υποθέτουν, στις επιλογές του εκλογικού σώματος. Ψηφίζουμε με βάση την πραγματικότητα που ζούμε, όχι γιατί κάποια έρευνα θα μας υποδείξει το νικητή και το χαμένο. Οφείλουμε, λοιπόν, όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δημοσκόποι δεν είναι μάγοι, αλλά επιστήμονες. Δεν κινούν τα νήματα της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης.
Ο καθένας, λοιπόν, είτε είναι δημοσκόπος είτε είναι πολιτικός, είναι καλό να περιοριστεί στο ρόλο του και να προσπαθήσει να διαφυλάξει το κύρος του θεσμού που έκαστος υπηρετεί».

«Η καθαριότητα ανήκει στον πυρήνα των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης. Η πολιτική άποψη της κυβέρνησης εξαρχής ήταν η στελέχωση με μόνιμο προσωπικό»

Στην εκπομπή «Πρώτη Γραμμή» του ΣΚΑΪ (Οικονόμου, Λυριτζής) μίλησε για το θέμα των συμβασιούχων που εργάζονται στην καθαριότητα των ΟΤΑ, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ, Κώστας Πουλάκης.

Ο Κ. Πουλάκης υπενθύμισε ότι «η καθαριότητα ανήκει στον πυρήνα των αρμοδιοτήτων, και συνταγματικά, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις που ακούγονται», αποκλείοντας εμμέσως την κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης της σχετικής υπηρεσίας, που προτείνεται από ορισμένες πλευρές.

Όπως εξήγησε ο ΓΓ του ΥΠΕΣ, «η φιλοσοφία της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ότι οι παρατάσεις που έγιναν στα οκτάμηνα αποδεικνύουν ότι εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, άρα πρέπει να καλυφθούν με μόνιμους», γεγονός που συμβαδίζει και με τη βασική πολιτική άποψη της κυβέρνησης.

Υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση έχει ψηφίσει τον Φεβρουάριο του 2016 το νόμο για το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα», με το άρθρο 7 του οποίου απελευθερώθηκαν οι προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στις ανταποδοτικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, τις οποίες είχαν απαγορεύσει πλήρως οι προηγούμενες κυβερνήσεις, δημιουργώντας την ανάγκη πρόσληψης συμβασιούχων. Σε σχέση δε με το ερώτημα αν οι προσλήψεις αυτές εντάσσονται στη ρήτρα της μίας πρόσληψης για κάθε τέσσερις αποχωρήσεις, ξεκαθάρισε : «Είμαι από την πρώτη μέρα στο Υπουργείο Εσωτερικών και είχα την ευθύνη της διαπραγμάτευσης των άρθρων του “παράλληλου προγράμματος”. Τα στοιχεία που έχω από όλη τη διαδικασία είναι ότι οι προσλήψεις στα ανταποδοτικά είναι εκτός των περιορισμών».

Παρουσιάζοντας τον οδικό χάρτη που ακολουθεί το ΥΠΕΣ, ο Κ. Πουλάκης τόνισε :

«Ζητήσαμε από τους Δήμους τις ανάγκες τους σε μόνιμο προσωπικό με βάση την ψηφισμένη διάταξη που έχουμε και ήρθαν 2.500 αιτήματα. Ο Υπουργός υπέγραψε αυτές τις 2.500. Στη συνάντηση με τη ΚΕΔΕ είπαμε ότι επειδή αυτές οι 2.500 θέσεις δεν είναι επαρκείς, αναμορφώστε άμεσα τους οργανισμούς σας, για να μας στείλετε τις επιπλέον αναγκαίες θέσεις που έχετε, ούτως ώστε να προχωρήσουνε κι αυτές.

Και επειδή πάμε για μόνιμο προσωπικό, το οποίο χρειάζεται μία χρονοβόρα διαδικασία – και στη ρύθμιση που σχεδιάζουμε επιταχύνουμε τα πράγματα – εμείς επεξεργαζόμαστε ρύθμιση η οποία συνταγματικά και νομικά θα καλύπτει τους συμβασιούχους που εργάζονται ήδη και θα ανταποκρίνεται στο σχεδιασμό που είχανε κάνει για τις οικογένειές τους ως 31/12/2017».

Τέλος, σε σχέση με δημοσιεύματα τα οποία ακολούθησαν την ανωτέρω τοποθέτηση του ΓΓ του ΥΠΕΣ, βάσει των οποίων δήθεν ανακοίνωσε πως οι συμβασιούχοι δεν θα μονιμοποιηθούν, και προς αποφυγή δημιουργίας στρεβλών εντυπώσεων και ανησυχίας στους εργαζόμενους, τονίζονται τα εξής, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ, απαντώντας στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, διευκρίνισε ότι οι συμβασιούχοι θα μπορούν να συμμετέχουν κανονικά στο διαγωνισμό για μόνιμο προσωπικό και ότι η ρύθμιση που επεξεργάζεται το Υπουργείο δεν θα αφορά κάποιου είδους «αυτόματη» μονιμοποίηση, η οποία εξάλλου δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα.

Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Συνέντευξη στη Free Sunday : «Η συμφωνία με τους δανειστές είναι αναγκαία, ισορροπημένη και ανοιχτή»

FS410Συνέντευξη στον Δ. Χρυσικόπουλο

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για τις αλλαγές που η κυβέρνηση προωθεί στον «Καλλικράτη». Ποια είναι τα βασικά στοιχεία τους;

Σχεδιάζουμε μία συνολική – διοικητική, πολιτική και οικονομική – μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δημιουργούμε δομές αποτελεσματικές, σύγχρονες και ορθολογικές, κοντά στον πολίτη και στις ανάγκες του, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες των νησιωτικών, ορεινών και «μειονεκτικών» Δήμων, καθώς και των μητροπολιτικών περιοχών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ενισχύουμε και εμβαθύνουμε τη δημοκρατία και τη συμμετοχή των πολιτών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Στηρίζουμε την οικονομική βιωσιμότητα των ΟΤΑ, με τη σταδιακή αποκατάσταση της κρατικής χρηματοδότησης και τον εξορθολογισμό του τρόπου κατανομής της, αλλά και με τη θέσπιση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων και νέων διαδικασιών οικονομικής διαχείρισης. Και, τέλος, αναβαθμίζουμε το ρόλο των Δήμων και των Περιφερειών στην επίτευξη του στόχου της δίκαιης ανάπτυξης.

Θα θεσμοθετήσετε την απλή αναλογική και στις εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση; Κι αν ναι, για ποιο λόγο;

Η απλή αναλογική, ως το κατεξοχήν δημοκρατικό εκλογικό σύστημα, θα έπρεπε να είναι ο κανόνας. Άρα, το ερώτημα είναι «γιατί όχι απλή αναλογική». Η κρίση που ζούμε είναι πρωτίστως θεσμική και πολιτική. Φτάσαμε σήμερα εδώ γιατί κάποιες πολιτικές ηγεσίες, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, αφέθηκαν να λειτουργούν ερήμην, αν όχι κόντρα, στα συμφέροντα και τις ανάγκες της πλειοψηφίας των πολιτών. Η διεύρυνση, λοιπόν, της δημοκρατίας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας και η καλλιέργεια μίας κουλτούρας διαλόγου είναι σήμερα το ζητούμενο.

Κάποιοι εκπρόσωποι της Τ.Α. αντιδρούν στο ενδεχόμενο της απλής αναλογικής. Τι απαντάτε;

Η απλή αναλογική δεν είναι ζήτημα «κόντρας» ΥΠΕΣ-ΚΕΔΕ. Πρόκειται για βαθύτατα πολιτικό θέμα και πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, καθώς η κοινή γνώμη έχει κατ’ επανάληψη εκφραστεί θετικά.

Κάποιοι, δυστυχώς, επιθυμούν να διαιωνίσουν το σημερινό ακραία συγκεντρωτικό σύστημα. Δεν μπορεί όμως, εν ονόματι μιας ασαφούς έννοιας δήθεν «κυβερνησιμότητας» των ΟΤΑ να δεχόμαστε να υπάρχουν δημοτικές και περιφερειακές αρχές που έχουν πάρει ακόμα και 20% των ψήφων, έχουν όμως το 60% των εδρών του συμβουλίου. Είναι εξόφθαλμη στρέβλωση της βούλησης των πολιτών.

Άλλωστε, επί έξι χρόνια, η χώρα κυβερνάται, και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης, με συμμαχίες. Δεν μπορεί να είναι δυσκολότερες οι συναινέσεις σε ένα δημοτικό συμβούλιο, απ’ ό,τι στο κοινοβούλιο.

Αντιδράσεις υπάρχουν επίσης και για το ενδεχόμενο ορίου στις θητείες των αιρετών στην τοπική αυτοδιοίκηση. Σχεδιάζει το υπουργείο κάτι τέτοιο;

Η καθιέρωση ορίου στις θητείες των αιρετών των ΟΤΑ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προτάσεων της Επιτροπή του ΥΠΕΣ. Συζητείται όμως από πολλές πλευρές επί χρόνια, όχι μόνο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά για όλα τα αιρετά αξιώματα. Η ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού της σε όλα τα επίπεδα είναι αναμφισβήτητη. Το με ποιες θεσμικές δικλείδες θα πρέπει αυτή να επιδιωχθεί είναι προφανώς ανοιχτό σε συζήτηση.

Γενικά, το τελευταίο διάστημα καταγράφεται ένταση στις σχέσεις υπουργείου Εσωτερικών και ΚΕΔΕ. Πού την αποδίδετε;

αποσπΗ ένταση είναι κατά τη γνώμη μου τεχνητή και προκλήθηκε σκοπίμως από μέρος της ΚΕΔΕ, με συγκεκριμένες κομματικές αναφορές. Ως Υπουργείο, έχουμε αποδείξει τη βούλησή μας για ουσιαστικό, ειλικρινή και ανοιχτό διάλογο, συγκροτώντας μία ευρεία Επιτροπή, με τη συμμετοχή όλων των αυτοδιοικητικών φορέων. Η Επιτροπή αυτή συζήτησε δημόσια και εφ’ όλης της ύλης, με τη συνεργασία πάνω από 100 στελεχών του ΥΠΕΣ, ειδικών επιστημόνων και αυτοδιοικητικών. Είναι η πρώτη φορά που μία μεταρρύθμιση σχεδιάζεται και υλοποιείται με τέτοιο τρόπο και όχι σε κάποιο κλειστό πολιτικό γραφείο. Η ηγεσία της ΚΕΔΕ, ωστόσο, επέλεξε να αποχωρήσει από τη συζήτηση και να επιδοθεί σε έναν χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων. Σε κάθε περίπτωση, εμείς συνεχίζουμε τη συζήτηση με όλους τους αιρετούς ανά την Ελλάδα, είτε σε ανοιχτές συγκεντρώσεις, είτε σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις. Και ελπίζουμε πως και στην ΚΕΔΕ θα επικρατήσουν οι ψύχραιμες φωνές, που είναι πολλές και ανεξάρτητες από κομματική προτίμηση.

Για να αλλάξουμε σελίδα, πώς κρίνετε εσείς τη συμφωνία κυβέρνησης-δανειστών για το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος;

Πρώτον, είναι μία συμφωνία αναγκαία. Κλείνουμε τον κύκλο της αβεβαιότητας και υλοποιούμε τον οδικό χάρτη που έχουμε χαράξει προκειμένου σε ένα χρόνο από σήμερα να οδηγηθούμε στην οριστική έξοδο από την επιτροπεία.

Δεύτερον, είναι μία συμφωνία ισορροπημένη, αφού για πρώτη φορά η συνολική δημοσιονομική επιβάρυνση είναι μηδενική, καθώς για κάθε ευρώ μέτρα προβλέπονται ισόποσα θετικά αντίμετρα, για τη στήριξη των πιο αδύναμων και την τόνωση της οικονομικής κίνησης και της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, μέσα από την ελάφρυνση της φορολογίας.

Και τρίτον, είναι μία συμφωνία ανοιχτή, αφού μας αφήνει το περιθώριο – εφ’ όσον το 2018 αποδείξουμε ότι η ελληνική οικονομία έχει ξαναμπεί για τα καλά στις ράγες της ανάπτυξης και της σταθερότητας – να την ξανασυζητήσουμε.

Τι απαντάτε στα κόμματα της αντιπολίτευσης που μιλούν ουσιαστικά για νέο μνημόνιο;

Η αντιπολίτευση θα πρέπει να πάψει να τρομοκρατεί τους πολίτες. Τουλάχιστον τρεις φορές τους τελευταίους μήνες, η ΝΔ φώναζε ότι υπογράψαμε «τέταρτο μνημόνιο». Πότε έλεγε την αλήθεια; Ποτέ. Κάθε φορά που η κυβέρνηση πετυχαίνει μία συμφωνία με τους δανειστές, η ΝΔ μιλά για δήθεν νέο μνημόνιο. Η πραγματικότητα διαρκώς τη διαψεύδει.

Θεωρείτε ότι η συμφωνία θα περάσει από τη Βουλή χωρίς «απώλειες» για την κυβερνητική πλειοψηφία;

Είμαι βέβαιος. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, στηρίζουν την κυβέρνηση επειδή ακριβώς έχουν συνομολογήσει τον οδικό χάρτη που σας περιέγραψα, προκειμένου να βγούμε από την κρίση με ασφάλεια και με την κοινωνία όρθια.

Ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά μετ’ επιτάσεως εκλογές. Ως γενικός γραμματέας του καθ’ ύλην αρμοδίου για τις εκλογές υπουργείου, τι απαντάτε στο αίτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ο κ. Μητσοτάκης ζητά εκλογές από τη μέρα που έγινε αρχηγός της ΝΔ. Ενάμιση χρόνο μετά, η κυβέρνηση προχωρά την υλοποίηση του προγράμματός της και την προετοιμασία της οριστικής εξόδου από τα μνημόνια και ο κ. Μητσοτάκης συνεχίζει στο ίδιο βιολί, χωρίς να λέει τίποτα επί της ουσίας. Έχω την εντύπωση ότι οι δημοσκοπήσεις λειτουργούν για τον κ. Μητσοτάκη, όπως το νερό της πηγής για τον Νάρκισσο, στο γνωστό μύθο. Έχει τόσο ενθουσιαστεί με τη δημοσκοπική του εικόνα, που ξεχνά ότι αυτή δεν είναι παρά μια στιγμιαία αντανάκλαση της κοινωνικής και πολιτικής κίνησης. Κινδυνεύει λοιπόν να «πνιγεί» σε αυτή.

FS410

Χαιρετισμός στην ημερίδα της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, της ΚΕΔΕ και της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας

afisa_pfpoΚυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να χαιρετίσω από την πλευρά μου την κοινή πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ, της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και της Πανελλήνιας Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, για τη διοργάνωση της σημερινής ημερίδας.

Μια πρωτοβουλία που δίνει την ευκαιρία να ανταλλάξουν εμπειρίες, απόψεις και προτάσεις όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στο ζήτημα της προστασίας των ζώων συντροφιάς και της αντιμετώπισης του τεράστιου προβλήματος των εγκαταλελειμμένων και αδέσποτων ζώων και της κακοποίησης και, συχνά, της βίαιης θανάτωσής τους.

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα παραμένουν και, μάλιστα, πολλές φορές εντείνονται, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ως θετικά βήματα, αφ’ ενός τη θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου, με το ν. 4039/2012, αφ’ ετέρου την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των εμπλεκόμενων φορέων και πολιτών.

Ιδιαίτερα δε θα ήθελα να σταθώ στις υποδειγματικές προσπάθειες που καταβάλλουν πολλοί Δήμοι, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και στην καθοριστική συνεισφορά των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, προκειμένου να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα εκμετάλλευσης, εγκατάλειψης ή κακοποίησης ζώων.

Είναι γεγονός ότι και σε θεσμικό επίπεδο και, κυρίως, σε επίπεδο υποδομών, υπάρχουν πολλά που μένουν ακόμη να γίνουν.

Και οφείλουμε, ως πολιτεία, να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια, ακόμα και στη σημερινή δύσκολη συγκυρία.

Ως πρώτη άμεση πρωτοβουλία, όπως πιθανότατα γνωρίζετε αρκετές και αρκετοί, ως Υπουργείο Εσωτερικών προωθούμε την τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4039/2012.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη που προωθούμε στο πλαίσιο της επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας του ΥΠΕΣ, ενισχύεται η σαφήνεια στη διαδικασία επιβολής των προστίμων για παραβάσεις της νομοθεσίας για τα ζώα συντροφιάς και θεσμοθετείται η διαδικασία είσπραξής τους από τους δήμους, στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι αρμόδια όργανα για τη διαπίστωση των παραβάσεων του άρθρου 21 του ν. 4039/2012 είναι και οι δημοτικοί αστυνομικοί. Επιπλέον διευκρινίζεται ότι τα έσοδα από τα συγκεκριμένα πρόστιμα αποτελούν έσοδα των δήμων στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη βελτίωση των δημοτικών καταφυγίων και κτηνιατρείων και για την αντιμετώπιση των δαπανών που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου αυτού.

Ωστόσο, και με αυτό θα ολοκληρώσω το σύντομο χαιρετισμό μου, έχω τη γνώμη ότι η αφύπνιση και η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προώθηση μίας άλλης νοοτροπίας είναι η πρώτη και αναντικατάστατη προϋπόθεση οποιασδήποτε προσπάθειας.

Άλλωστε, σε τελική ανάλυση η συμπεριφορά μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά ως κοινωνία, απέναντι στα ζώα, αντικατοπτρίζει το επίπεδο του πολιτισμού μας.

Με αυτή λοιπόν την έννοια, θεωρώ τη σημερινή πρωτοβουλία, όπως και τη συνολική σας προσπάθεια αξιέπαινη και σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της ημερίδας.

Σας ευχαριστώ.