Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Advertisements

Χαιρετισμός στην ημερίδα της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, της ΚΕΔΕ και της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας

afisa_pfpoΚυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να χαιρετίσω από την πλευρά μου την κοινή πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ, της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και της Πανελλήνιας Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, για τη διοργάνωση της σημερινής ημερίδας.

Μια πρωτοβουλία που δίνει την ευκαιρία να ανταλλάξουν εμπειρίες, απόψεις και προτάσεις όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στο ζήτημα της προστασίας των ζώων συντροφιάς και της αντιμετώπισης του τεράστιου προβλήματος των εγκαταλελειμμένων και αδέσποτων ζώων και της κακοποίησης και, συχνά, της βίαιης θανάτωσής τους.

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα παραμένουν και, μάλιστα, πολλές φορές εντείνονται, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ως θετικά βήματα, αφ’ ενός τη θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου, με το ν. 4039/2012, αφ’ ετέρου την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των εμπλεκόμενων φορέων και πολιτών.

Ιδιαίτερα δε θα ήθελα να σταθώ στις υποδειγματικές προσπάθειες που καταβάλλουν πολλοί Δήμοι, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και στην καθοριστική συνεισφορά των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, προκειμένου να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα εκμετάλλευσης, εγκατάλειψης ή κακοποίησης ζώων.

Είναι γεγονός ότι και σε θεσμικό επίπεδο και, κυρίως, σε επίπεδο υποδομών, υπάρχουν πολλά που μένουν ακόμη να γίνουν.

Και οφείλουμε, ως πολιτεία, να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια, ακόμα και στη σημερινή δύσκολη συγκυρία.

Ως πρώτη άμεση πρωτοβουλία, όπως πιθανότατα γνωρίζετε αρκετές και αρκετοί, ως Υπουργείο Εσωτερικών προωθούμε την τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4039/2012.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη που προωθούμε στο πλαίσιο της επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας του ΥΠΕΣ, ενισχύεται η σαφήνεια στη διαδικασία επιβολής των προστίμων για παραβάσεις της νομοθεσίας για τα ζώα συντροφιάς και θεσμοθετείται η διαδικασία είσπραξής τους από τους δήμους, στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι αρμόδια όργανα για τη διαπίστωση των παραβάσεων του άρθρου 21 του ν. 4039/2012 είναι και οι δημοτικοί αστυνομικοί. Επιπλέον διευκρινίζεται ότι τα έσοδα από τα συγκεκριμένα πρόστιμα αποτελούν έσοδα των δήμων στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη βελτίωση των δημοτικών καταφυγίων και κτηνιατρείων και για την αντιμετώπιση των δαπανών που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου αυτού.

Ωστόσο, και με αυτό θα ολοκληρώσω το σύντομο χαιρετισμό μου, έχω τη γνώμη ότι η αφύπνιση και η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προώθηση μίας άλλης νοοτροπίας είναι η πρώτη και αναντικατάστατη προϋπόθεση οποιασδήποτε προσπάθειας.

Άλλωστε, σε τελική ανάλυση η συμπεριφορά μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά ως κοινωνία, απέναντι στα ζώα, αντικατοπτρίζει το επίπεδο του πολιτισμού μας.

Με αυτή λοιπόν την έννοια, θεωρώ τη σημερινή πρωτοβουλία, όπως και τη συνολική σας προσπάθεια αξιέπαινη και σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της ημερίδας.

Σας ευχαριστώ.

Συνέντευξη τύπου ΥΠΕΣ (video)

Το πλήρες βίντεο από τη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε την Πέμπτη 2/3/2017 ο Υπουργός Εσωτερικών, Πάνος Σκουρλέτης, και ο Γεν. Γραμματέας του ΥΠΕΣ, Κώστας Πουλάκης.

 

Χαιρετισμός στη Σύνοδο της Εποπτικής Επιτροπής του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης

Στη σύνοδο της Εποπτικής Επιτροπής του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που πραγματοποιείται στην Αθήνα, απηύθυνε χαιρετισμό εκ μέρους των ελληνικών αρχών ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στο χαιρετισμό του, ο κ. Πουλάκης εξήρε «τον κομβικό ρόλο τον οποίο έχει διαχρονικά διαδραματίσει το Συμβούλιο της Ευρώπης στην προαγωγή της δημοκρατίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο», σημειώνοντας η συνεισφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στις σημερινές δύσκολες συνθήκες, «όχι μόνο γιατί η αντίληψη περί παντοδυναμίας της οικονομίας και των αγορών θέτει συχνά σε δεύτερη μοίρα τα ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων, αλλά και γιατί οι πρόσφατες εξελίξεις και στην Ευρώπη και διεθνώς, με την ενίσχυση ξενοφοβικών και μισαλλόδοξων τάσεων, κυρίως όμως με την ανησυχητική εμφάνιση αυταρχικών πρακτικών και πολιτικών διώξεων, ακόμα και στην Ευρώπη, δεν μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι ».

Ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ μετέφερε την άποψη της κυβέρνησης ότι «σε καμία περίπτωση η δημοκρατία και η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί πολυτέλεια ή ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας» και παρουσίασε συνοπτικά τους βασικούς πυλώνες στους οποίους κινείται η εν εξελίξει μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με αιχμή τα θέματα δημοκρατίας, συμμετοχής των πολιτών, οικονομικής βιωσιμότητας των Ο.Τ.Α. και ενίσχυσης της τοπικής αυτονομίας.

Άλλωστε, όπως τόνισε, η εν λόγω μεταρρύθμιση «εμπνέεται και ακολουθεί τις αρχές του Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας» και τις συστάσεις του Κογκρέσου για τη χώρα μας [372 (2015)], ενώ υλοποιείται με την τεχνική υποστήριξη του Κέντρου τεχνογνωσίας για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Center of expertise for the local government reform) του ίδιου Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του χαιρετισμού του κ. Πουλάκη:

«Αξιότιμε κ. Πρόεδρε,

Αξιότιμα μέλη της Επιτροπής,

Κυρίες και κύριοι Εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,

Εκ μέρους του Υπουργού Εσωτερικών, κ. Σκουρλέτη, χαιρετίζω την έναρξη των εργασιών σας, που είμαι βέβαιος ότι θα αποδειχθούν παραγωγικές και ενδιαφέρουσες.

Με την ευκαιρία της σημερινής συνάντησης της Εποπτικής Επιτροπής, θα ήθελα να εξάρω τον κομβικό ρόλο τον οποίο έχει διαχρονικά διαδραματίσει το Συμβούλιο της Ευρώπης στην προαγωγή της δημοκρατίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο.

Και ειδικότερα να υπογραμμίσω το ρόλο του Κογκρέσου στην ενίσχυση της τοπικής και περιφερειακής αυτονομίας και την προώθηση της δημοκρατίας και της συμμετοχής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ενός τομέα του οποίου η σπουδαιότητα διαρκώς αυξάνεται.

Πρόκειται για μία μακρόχρονη συνεισφορά που αναγνωρίζεται από όλες τις πολιτικές ηγεσίες και, κυρίως, από όλους τους πολίτες στην Ευρώπη.

Κυρίως όμως στη σημερινή εποχή, με τις διαρκώς αυξανόμενες και ολοένα πιο σύνθετες προκλήσεις, το Συμβούλιο της Ευρώπης αναλαμβάνει την ευθύνη να λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας της δημοκρατίας σε δύσκολες συνθήκες.

Και μιλώ για δύσκολες συνθήκες, όχι μόνο γιατί η αντίληψη περί παντοδυναμίας της οικονομίας και των αγορών θέτει συχνά σε δεύτερη μοίρα τα ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

Αλλά και γιατί οι πρόσφατες εξελίξεις και στην Ευρώπη και διεθνώς, με την ενίσχυση ξενοφοβικών και μισαλλόδοξων τάσεων, κυρίως όμως με την ανησυχητική εμφάνιση αυταρχικών πρακτικών και πολιτικών διώξεων, ακόμα και στην Ευρώπη, δεν μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι.

Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί με ειλικρινή ανησυχία τις τάσεις αυτές και προσπαθεί από την πλευρά της να συμβάλει, ώστε και η ελληνική και η ευρωπαϊκή κοινωνία να βρουν την έξοδο από τη σημερινή σκοτεινή εποχή.

Άποψή μας, την οποία προσπαθούμε να υλοποιούμε και έμπρακτα, παρ’ όλο που η Ελλάδα έχει βρεθεί, θα έλεγα, «στο μάτι του κυκλώνα», είναι ότι σε καμία περίπτωση, ακόμα και υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες διεθνώς, η δημοκρατία και η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί πολυτέλεια ή ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας.

Από αυτή άλλωστε τη θέση αρχής, η ελληνική κυβέρνηση και το Υπουργείο Εσωτερικών, έχει ξεκινήσει τη διαδικασία περαιτέρω μεταρρύθμισης του θεσμικού πλαισίου που διέπει την Τοπική Αυτοδιοίκηση στη χώρα μας, μέσα από έναν εκτεταμένο διάλογο με την ενεργό συμμετοχή όλων των αυτοδιοικητικών φορέων.

 Βασικοί άξονες της εν εξελίξει μεταρρύθμισης, είναι οι εξής :

1ον. Η αναβάθμιση της τοπικής και περιφερειακής δημοκρατίας, με την βελτίωση της αντιπροσωπευτικότητας των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, μέσω της καθιέρωσης ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος, και την ενίσχυση των θεσμών κοινωνικής συμμετοχής.

2ον. Η αποσαφήνιση και η ορθολογική κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του κεντρικού κράτους, των αποκεντρωμένων κρατικών υπηρεσιών, των περιφερειών και των δήμων, με οδηγό τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, λαμβάνοντας ειδική μέριμνα για τους νησιωτικούς και ορεινούς Ο.Τ.Α., που στην περίπτωση της Ελλάδας είναι πολυάριθμοι, αλλά και για τα δύο μητροπολιτικά αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

3ον. Η καθιέρωση διαφανών και αποτελεσματικών διαδικασιών οικονομικής διαχείρισης των Ο.Τ.Α. και, κυρίως, η αναβάθμιση της ικανότητάς τους να εισπράττουν και να διαχειρίζονται τα ίδια έσοδά τους και να αξιοποιούν σε αναπτυξιακή και κοινωνική κατεύθυνση την κινητή και ακίνητη περιουσία τους.

4ον. Η διασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α., η οποία έχει πληγεί σημαντικά τα τελευταία επτά περίπου χρόνια, λόγω της δραστικής περιστολής της κρατικής χρηματοδότησής τους, μέσω της σταδιακής αποκατάστασης των χρηματοροών, αλλά και της δημιουργίας εναλλακτικών εργαλείων άντλησης πόρων, προκειμένου οι Δήμοι και οι Περιφέρειες να πρωτοστατήσουν στην προσπάθεια που καταβάλει η χώρα μας να επανεκκινήσει την οικονομία της και να επιτύχει το στόχο της βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης.

 Πρόκειται, όπως αντιλαμβάνεστε, για μία μεταρρύθμιση η οποία εμπνέεται και ακολουθεί τια αρχές του Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, την πλήρη εφαρμογή του οποίου εξετάζουμε, λαμβάνει δε υπόψη της τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στην τελευταία Σύσταση του Κογκρέσου για τη χώρα μας, με αριθμό 372 του 2015.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης που έχει αναπτύξει βάσει του τρέχοντος δημοσιονομικού προγράμματος με την Κομισιόν και την Υπηρεσία Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (SRSS), το Υπουργείο Εσωτερικών συνεργάζεται και λαμβάνει τεχνική υποστήριξη από το Κέντρο τεχνογνωσίας για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Center of expertise for the local government reform) του Συμβουλίου της Ευρώπης.

 Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι,

Δεν θα καταχραστώ άλλο το φιλόξενο βήμα που μου προσφέρατε, καθώς θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικά όσα θα ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια των εργασιών της συνόδου της Επιτροπής.

Κλείνοντας, λοιπόν, το σύντομο αυτό χαιρετισμό μου, θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω για την προτεραιότητα την οποία δίνει η ελληνική κυβέρνηση και το Υπουργείο Εσωτερικών στα θέματα τοπικής αυτονομίας και δημοκρατίας.

Και, βέβαια, να σας εκφράσω την ελπίδα πολύ σύντομα να σας υποδεχθούμε εκ νέου στη χώρα μας, προκειμένου να ενημερώσουμε το Κογκρέσο για την πορεία της μεταρρύθμισής μας.

Σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες σας.

Σας ευχαριστώ.»

Ομιλία Κ. Πουλάκη στο Μεσολόγγι για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (15/1/2017)

3

Στο βήμα της εκδήλωσης

Στο Μεσολόγγι βρέθηκε, με αφορμή την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της δημοτικής παράταξης «Η κοινωνία μπροστά», ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης. Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, ο κ. Πουλάκης μίλησε για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την οποία προωθεί το Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ παράλληλα είχε την ευκαιρία να συναντήσει εκπροσώπους της επιτροπής για την ύδρευση του Αιτωλικού.

 

7

Οι παρευρισκόμενοι

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης παραβρέθηκαν: η Βουλευτής Αιτωλ/νίας του ΣΥΡΙΖΑ κα Μαρία Τριανταφύλλου, ο Γ.Γ. της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίων Νήσων κ. Δ. Παναγιωτόπουλος, ο Δήμαρχος Θέρμου κ. Σπύρος Κωνσταντάρας, ο Αντιδήμαρχος Ι.Π. Μεσολογγίου κ. Σπύρος Καρβέλης, ο Αντιδήμαρχος Ναυπακτίας κ. Κώστας Καρακώστας, οι Δημοτικοί Σύμβουλοι Ι.Π. Μεσολογγίου κκ Σπύρος Βασιλείου και Κώστας Δαουτίδης, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Θέρμου κ. Κώστας Μαραγιάννης, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Μεσολογγίου κ. Μάριος Παπαθεοδώρου, ο Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αιτωλ/νίας κ. Πέτρος Πετρόπουλος, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αλιέων Αιτωλικού κ. Θεόδωρος Μπότας, ο Διευθυντής Δασών κ. Γιώργος Φούντας, ο Διευθυντής ΠΕΔΥ κ. Κώστας Σαρδελής, ο εκπρόσωπος του Συλλόγου των Ρομά κ. Αποστόλης Κρίκος, εκπρόσωποι της επιτροπής για την ύδρευση του Αιτωλικού καθώς και εκπρόσωποι του Εργατικού Κέντρου Μεσολογγίου.

 

Αναλυτικά η ομιλία του κ. Πουλάκη :

Φίλες και φίλοι,

Πρώτα απ’ όλα, μιας που σήμερα κόβετε την πρωτοχρονιάτικη πίτα σας, επιτρέψτε μου να σας ευχηθώ καλή χρονιά. Μια ευχή όχι εθιμοτυπική, καθώς αποτελεί βαθιά μου πεποίθηση ότι το 2017 θα είναι στ’ αλήθεια μια πολύ καλύτερη χρονιά για τη χώρα μας και τους πολίτες της, όσο πλησιάζουμε στην άκρη του τούνελ. Μια χρονιά που μας φέρνει πιο κοντά στο να κερδίσουμε το βασικό στοίχημα που έχουμε βάλει ατομικά και συλλογικά όσοι βρεθήκαμε σε θέσεις ευθύνης σε αυτή την κυβέρνηση, να βγούμε δηλαδή από την κρίση με την κοινωνία όρθια.

Και βέβαια, για να έρθω στα καθ’ ημάς, είμαι σίγουρος ότι το 2017 θα είναι μια ενδιαφέρουσα χρονιά για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αφού θα είναι η χρονιά που θα κατατεθεί και θα ψηφιστεί μία σημαντική μεταρρύθμιση. Μία μεταρρύθμιση που – ακόμα και στη σημερινή δύσκολη συγκυρία – φιλοδοξούμε να δώσει ανάσα στους Δήμους και τις Περιφέρειες και να φέρει δυναμικά στο προσκήνιο τις τοπικές κοινωνίες.

Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που οι αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι που μετέχουν και στηρίζουν τη δημοτική παράταξη «Η κοινωνία μπροστά» με κάλεσαν να είμαι σήμερα μαζί σας και, με την ευκαιρία της πρωτοχρονιάτικης πίτας της παράταξης, να συζητήσουμε τις αλλαγές που προωθούμε. Και είναι διπλή η χαρά μου, διότι τόσο ο επικεφαλής της παράταξης και φίλος, Πάνος Παπαδόπουλος, όσο πολλά από τα στελέχη της παράταξης είναι άνθρωποι με μακρά εμπειρία και προσφορά στα αυτοδιοικητικά πράγματα και με έργο που αποδεικνύει έμπρακτα ότι ακόμη και στο πιο μικρό τοπικό επίπεδο μιας πόλης ή μιας κοινότητας μπορούν να γίνουν σημαντικά πράγματα, αν βρεθούν άνθρωποι και συλλογικότητες με όρεξη, με μεράκι, με πολιτικό όραμα και με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον και στις κοινωνικές ανάγκες.

1

Με τον επικεφαλής της δημοτικής παράταξης, κ. Π. Παπαδόπουλο

Επειδή όμως το τέλος της χρονιάς και η αρχή της νέας είναι πάντοτε ευκαιρία για απολογισμό και αναστοχασμό, θα ήθελα – πριν σας καταθέσω τις σκέψεις μας για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – να αναφερθώ εν συντομία σε όσα κάναμε μέχρι σήμερα ως κυβέρνηση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, μιας που σε λίγες μέρες συμπληρώνονται δύο χρόνια διακυβέρνησής μας.

 

Μέσα σε μία περίοδο δύσκολη, κατά την οποία κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε πολλά επείγοντα προβλήματα, αφού είναι κοινό μυστικό ότι από τις ευρωεκλογές του 2014 η προηγούμενη κυβέρνηση κυριολεκτικά «κατέβασε τα μολύβια», μέσα σε μία περίοδο δημοσιονομικής στενότητας, αλλά και σε μία περίοδο με έντονες πολιτικές εξελίξεις, στις οποίες το ΥΠΕΣ πρωταγωνίστησε, εκ του θεσμικού του ρόλου, με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και των εκλογών, έχω τη γνώμη ότι και με τους τρεις Υπουργούς που πέρασαν στο διάστημα αυτό, το Νίκο το Βούτση, τον Παναγιώτη τον Κουρουμπλή και, πλέον, τον Πάνο τον Σκουρλέτη, πήραμε σημαντικές επιμέρους πρωτοβουλίες ως Υπουργείο, που στήριξαν την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ενδεικτικά, θα ήθελα να σας αναφέρω κάποιες βασικές μας πρωτοβουλίες :

Πρώτον, σε ό,τι αφορά τις θεσμική συγκρότηση και τη διοικητική λειτουργία της Αυτοδιοίκησης και της Αποκέντρωσης :

  • Προχωρήσαμε στη μεταρρύθμιση του θεσμού της Αποκέντρωσης, με αντικατάσταση του κομματικά διορισμένου Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης από το θεσμό του Συντονιστή. Η διαδικασία επιλογής των επτά Συντονιστών για τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας, μετά και την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στη συγκρότηση του ΑΣΕΠ, προχωρά.
  • Σχεδιάσαμε από κοινού με την Αυτοδιοίκηση και εντάξαμε στο νέο ΕΣΠΑ σειρά έργων που θα δημιουργήσουν τις διοικητικές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για τον εκσυγχρονισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
  • Αποσαφηνίσαμε τις προϋποθέσεις προσωρινής αργίας των αιρετών που παραπέμπονται αμετάκλητα για κακουργήματα, ώστε η ασάφεια του νόμου να μην αφήνει «παραθυράκι» προνομιακής μεταχείρισης ορισμένων αιρετών που έχουν δικαστικές περιπέτειες, ενισχύοντας την καχυποψία των πολιτών προς το θεσμό της Αυτοδιοίκησης.

Δεύτερον, σε ό,τι αφορά το έμψυχο δυναμικό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης :

  • Απελευθερώσαμε τις μέχρι τότε πλήρως «παγωμένες» προσλήψεις μόνιμου προσωπικού των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. στις ανταποδοτικές υπηρεσίες των Ο.Τ.Α.
  • Επαναφέραμε στην υπηρεσία υπαλλήλους που με τρόπο οριζόντιο και αντισυνταγματικό είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα, με αποτέλεσμα τη διάλυση εξαιρετικά χρήσιμων υπηρεσιών όπως η Δημοτική Αστυνομία και οι Σχολικοί Φύλακες.
  • Δώσαμε στους Ο.Τ.Α. τη δυνατότητα να παραιτούνται από ένδικα μέσα σε αντιδικίες με εργαζομένους τους, αποκαθιστώντας την ισονομία και δίνοντας τη δυνατότητα στους Δήμους και τις Περιφέρειες, εφ’ όσον πράγματι έχουν ανάγκη τις υπηρεσίες των ανθρώπων αυτών και τη δυνατότητα να καταβάλλουν τη μισθοδοσία τους, να δίνουν ένα τέλος στη δικαστική ομηρία τους.
  • Εξασφαλίσαμε τη μεταφορά του προσωπικού δημοτικών επιχειρήσεων που κλείνουν στους οικείους Δήμους, ώστε και οι άνθρωποι αυτοί να μην βρεθούν στο δρόμο και οι Δήμοι να μη στερηθούν τις υπηρεσίες έμπειρου προσωπικού τους.
  • Αποκαταστήσαμε το ωράριο των βρεφονηπιοκόμων, που είχαν πέρα από κάθε λογική εξομοιωθεί με το διοικητικό προσωπικό, εξασφαλίζοντας υψηλής ποιότητας φροντίδα για τα παιδιά.
  • Δώσαμε στους Ο.Τ.Α. τη δυνατότητα να επεκτείνουν, μέχρι και το πλήρες ωράριο, τις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, ώστε και οι φορείς να καλύπτουν τις ανάγκες τους, χωρίς προσφυγή σε έκτακτο προσωπικό, και οι εργαζόμενοι να έχουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα και όχι «χαρτζιλίκι».

2

Τρίτον, σε ό,τι αφορά τα οικονομικά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης :

 

  • Διασφαλίσαμε την ομαλή χρηματορροή προς τους Ο.Τ.Α., ακόμα και στις πλέον δυσμενείς από δημοσιονομική σκοπιά συνθήκες, με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να έχει εγκαίρως εκταμιευθεί το σύνολο των πιστώσεων που τους αφορούν.
  • Εξασφαλίσαμε σημαντική συμμετοχή των Ο.Τ.Α., με 324 εκατομμύρια, στο πρόγραμμα εξόφλησης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων που είναι σε εξέλιξη. Ένα πρόγραμμα που θα στηρίξει την εξυγίανση των Δήμων και των Περιφερειών και, ταυτόχρονα, θα τονώσει την τοπική οικονομική κίνηση.
  • Σε συνεννόηση και συνεργασία με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εκπονήσαμε προγράμματα χρηματοδότησης των Ο.Τ.Α. για αναπτυξιακές/επενδυτικές δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα προωθήσαμε λύσεις και στο θέμα του δανεισμού και της υπερχρέωσης των Ο.Τ.Α. (δάνεια για ισοσκέλιση π/υ, αναχρηματοδότηση συναφθέντων δανείων, επιτόκια κ.λπ.)

Τέταρτον, σε ό,τι αφορά την κοινωνική αλληλεγγύη :

  • Στηρίξαμε τις κοινωνικές δομές των Ο.Τ.Α., διασφαλίζοντας τη συνέχιση της λειτουργίας τους και την στο μέτρο του δυνατού επαρκή στελέχωσή τους, ειδικά κατά το μεταβατικό στάδιο μέχρι την ένταξή τους στο νέο ΕΣΠΑ
  • Προχωρήσαμε με την ΕΕΤΑΑ σε ένα νέο μοντέλο διαδικασιών για την είσοδο των παιδιών στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και αυξήσαμε για πρώτη φορά, τα τελευταία χρόνια, κατά 13-14 χιλιάδες τα παιδιά που μπαίνουν σε παιδικούς σταθμούς.
  • Ρυθμίσαμε τις εκκρεμότητες που αφορούσαν την εκποίηση δημοτικών ακινήτων σε άστεγους δημότες που, λόγω και της συγκυρίας, αντιμετώπιζαν προβλήματα ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις τους.
  • Διευρύναμε τη δυνατότητα των Ο.Τ.Α. να προχωρούν σε μείωση ή και πλήρη απαλλαγή από τα δημοτικά τέλη και φόρους, για περισσότερες ευάλωτες κοινωνικές κατηγορίες.

Δεν θα συνεχίσω τον απολογισμό, πρώτον για να μη σας κουράσω και δεύτερον και κυριότερο γιατί δεν θέλω σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι εφησυχάζουμε. Ξέρουμε, άλλωστε, πολύ καλά ότι υπάρχουν ακόμα πάρα πολλά προβλήματα να αντιμετωπιστούν. Γι’ αυτό και – παράλληλα προς τη μεγάλη μεταρρύθμιση, για την οποία θα αναφερθώ ευθύς αμέσως – τις αμέσως επόμενες μέρες προχωράμε στην κατάθεση στη Βουλή ενός νομοσχεδίου που θα επιλύει επιμέρους σημαντικά ζητήματα των Ο.Τ.Α. και όχι μόνο.

Με αυτές, λοιπόν, τις «αποσκευές», με αυτό τον απολογισμό, επιτρέψτε μου να εισέλθω στο κυρίως θέμα της συζήτησής μας και να σας παρουσιάσω με συντομία τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ριζική και ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης την οποία προωθούμε.

Μετά, λοιπόν, τον «Καλλικράτη», τι;

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει νομίζω να απαντήσουμε αν υπάρχει ανάγκη να πάμε μετά και πέρα από τον «Καλλικράτη». Είναι πράγματι η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μια κοινωνική αναγκαιότητα ή αποτελεί κάποιου είδους «ιδεοληψία» της κυβέρνησης και εμμονή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

Όπως ξέρετε, η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υπήρξε κεντρική προγραμματική δέσμευση της σημερινής κυβέρνησης.

Άλλωστε, οι περισσότεροι και οι περισσότερες θα θυμάστε πως ήδη από το 2010 είχαμε ασκήσει κριτική στον «Καλλικράτη».

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίσαμε εξαρχής και δεν αναγνωρίζουμε θετικά βήματα, όπως κυρίως η καθιέρωση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης που αποτελούσε και πάγια δική μας θέση, αλλά και επιμέρους αλλαγές που κινήθηκαν σε θετική κατεύθυνση.

Ωστόσο, κατά την άποψή μας, ο «Καλλικράτης» έχει τρεις βασικές εγγενείς αδυναμίες :

Η πρώτη έχει να κάνει με τον κεντρικό του στόχο. Ανεξαρτήτως τυχόν καλών προθέσεων και χρήσιμων ιδεών των συντακτών του, ο «Καλλικράτης» οικοδομήθηκε εξαρχής στη λογική του «λιγότερου κράτους», υιοθετώντας πλήρως τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, ενώ βασικός του στόχος ήταν η συρρίκνωση των δομών των Ο.Τ.Α. και η δραστική περικοπή του κόστους λειτουργίας τους. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η ψήφιση του «Καλλικράτη» αποτέλεσε το πρώτο μνημονιακό μέτρο που πήρε η χώρα μας, με την έναρξη αυτής της σκοτεινής και δύσκολης περιόδου έξι χρόνων λιτότητας.

Σαφέστατα υπήρξαν και στην Αυτοδιοίκηση – όπως και σε ολόκληρη τη Δημόσια Διοίκηση – περιπτώσεις σπατάλης, κακοδιαχείρισης, ακόμα και διαφθοράς.

Όμως ήταν άλλο πράγμα το να μπει μία τάξη και άλλο το να πάρει κανείς ένα μαχαίρι και να περικόψει οριζόντια τα πάντα : δομές, χρηματοδότηση, προσωπικό.

4

Με τον επικεφαλής της δημοτικής παράταξης, κ. Π. Παπαδόπουλο

Η δεύτερη αδυναμία έχει να κάνει με το γεγονός ότι διατήρησε το έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας που χαρακτήριζε και συνέχισε να χαρακτηρίζει την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

 

Με τη διαφορά ότι αυτό το έλλειμμα συνδυάστηκε, στην περίπτωση του «Καλλικράτη» και με την εκτεταμένη συγχώνευση Δήμων και Κοινοτήτων και, αντίστοιχα, Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.

Με αποτέλεσμα, οι πολίτες να απομακρύνονται διαρκώς – γεωγραφικά, αλλά κυρίως πολιτικά – ακόμα και από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τον κατεξοχήν λαϊκό θεσμό.

Έτσι, ακόμα και θεσμοί δημοκρατικής – υποτίθεται – συμμετοχής που έφτιαξε ο «Καλλικράτης» παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ένα «αδειανό πουκάμισο», αφού δεν κατάφεραν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πολιτών και παρέμειναν γραφειοκρατικοί και, σε πολλές περιπτώσεις, διακοσμητικοί, αν όχι ανύπαρκτοι.

Και, βέβαια, την ίδια στιγμή διατήρησε ένα ακραία συγκεντρωτικό εκλογικό σύστημα και σύστημα διοίκησης των Δήμων και των Περιφερειών, σαφώς πλειοψηφικότερο ακόμα και από αυτό που ίσχυε στις εθνικές εκλογές, με αποτέλεσμα να «πνίγονται» οι μικρότερες φωνές, να αποκλείονται από την πολιτική έκφραση τα πολύμορφα τοπικά κινήματα και, βέβαια, να διαιωνίζεται η κουλτούρα της ενός ανδρός αρχής, αντί του δημοκρατικού διαλόγου.

Η τρίτη αδυναμία έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο «Καλλικράτης» έφτιαξε ένα «κουστούμι» – συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όργανα και τρόπο λειτουργίας – το οποίο επιχείρησε να «φορέσει» σε όλους ανεξαρτήτως τους Ο.Τ.Α., κυρίως στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης.

Με άλλα λόγια, ο «Καλλικράτης» διαμόρφωσε ένα οριζόντιο πλαίσιο λειτουργίας το οποίο είναι το ίδιο για τη Γαύδο και για την Αθήνα, το ίδιο για το Μεσολόγγι και για τα ορεινά Τζουμέρκα, το οποίο είναι σαφές ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο ικανοποιητικά σε Δήμους με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικές δυνατότητες.

Παράλληλα, η εμπειρία εφαρμογής του «Καλλικράτη» ανέδειξε και μία σειρά επιμέρους δυσλειτουργίες και ελλείψεις, ενώ η ίδια η Τοπική Αυτοδιοίκηση διεκδικεί – και σε αυτό είμαστε απολύτως αρωγοί – έναν πιο ουσιαστικό, αναβαθμισμένο ρόλο σε μία σειρά σημαντικά ζητήματα, όπως η κοινωνική αλληλεγγύη και η τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Η κριτική μας, λοιπόν, στον «Καλλικράτη», όπως σας την περιέγραψα, υπήρξε ειλικρινής και τεκμηριωμένη.

Και αν στην αρχή η ανάγκη υπέρβασης του «Καλλικράτη» ήταν μια θέση αντιδημοφιλής, σήμερα είναι όλο και περισσότεροι – και θα έλεγα πλειοψηφία – εκείνοι που, ανεξαρτήτως μάλιστα πολιτικής τοποθέτησης, αναγνωρίζουν η ανάγκη μίας ουσιαστικής μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Άλλωστε, η ίδια η οικονομική και πολιτική κρίση που ζήσαμε και, δυστυχώς, ζούμε, έφερε στο προσκήνιο τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψη μας, τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και, κυρίως, η ίδια η Αυτοδιοίκηση.

Μιλάω για το αίτημα για περισσότερη και πραγματική δημοκρατία, για διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

Μιλάω για την ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών και δημιουργίας μίας σύγχρονης, αποτελεσματικής και φιλικής προς τον πολίτη διοίκησης.

Μιλάω για την επανεκκίνηση της οικονομίας, με ταυτόχρονη προστασία της κοινωνικής συνοχής και στήριξη των πιο αδύναμων.

Και βέβαια, μαζί με τα προβλήματα, η κρίση έφερε στο προσκήνιο κοινωνικές δυνάμεις υγιείς και ζωντανές που κινητοποιούνται, οργανώνονται συλλογικά και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε μια σειρά ζητήματα, με πρώτη την αλληλεγγύη και τις νέες μορφές παραγωγής και διάθεσης προϊόντων.

Έτσι λοιπόν, θα έλεγα ότι η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να κινηθούμε.

Όχι βέβαια για να ξηλώσουμε ό,τι έγινε, όχι για να γκρεμίσουμε. Αλλά για να αξιολογήσουμε όσα έγιναν, να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να πάμε την υπόθεση της Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας κάποια βήματα μπροστά.

5

Η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας

 

 

Αν, λοιπόν, έτσι έχουν τα πράγματα, αν η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι σήμερα επίκαιρη και αναγκαία, επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω τους βασικούς άξονες στους οποίους κινούμαστε.

Κατ’ αρχάς, επειδή και η διαδικασία έχει πολιτική βαρύτητα, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι ως κυβέρνηση, ως Υπουργείο Εσωτερικών, κάναμε την πολιτική επιλογή να ανοίξουμε τη συζήτηση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση δημοκρατικά και τίμια, φωνάζοντας στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια Επιτροπή, τους εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης, τους εργαζόμενους στους Ο.Τ.Α., ειδικούς επιστήμονες και διοικητικά στελέχη.

Ανοίξαμε τα χαρτιά μας, καταθέσαμε τις απόψεις μας, κυρίως στα θέματα που για μας αποτελούν προτεραιότητα ή είναι θέματα αρχής και καλέσαμε τους φορείς της Αυτοδιοίκησης, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο, κάθε ειδικό, κάθε συλλογικότητα ή ανήσυχο πολίτη να μας καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις.

Πρόκειται για μια διαδικασία πρωτόγνωρη, όπως αναγνωρίζουν ακόμα και οι μη φιλικά προσκείμενοι στην κυβέρνηση φορείς και πρόσωπα της Αυτοδιοίκησης, μιας που στο παρελθόν οι αποφάσεις λαμβάνονταν με μικροκομματικά κριτήρια πίσω από κλειστές πόρτες, ενώ οι επιτροπές που συγκροτούνταν είχαν συνήθως διακοσμητικό μόνο χαρακτήρα και ρόλο.

Ως προς την ουσία της μεταρρύθμισης, οι προτάσεις μας έχουν τρεις πολιτικές αιχμές :

Αιχμή πρώτη είναι αναμφίβολα η διεύρυνση και η εμβάθυνση της δημοκρατικής και συμμετοχικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α.

Σε μία περίοδο που οι πολίτες δυσπιστούν όλο και περισσότερο – και όχι άδικα – προς τους θεσμούς, αποτελεί πρόκληση πρωτίστως για την ίδια την Αυτοδιοίκηση να φέρει ξανά την πολιτική, τη συμμετοχή και τον δημοκρατικό διάλογο στο προσκήνιο.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι η εκλογή των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων με το σύστημα της απλής αναλογικής είναι υπερώριμο βήμα και θα αποτελέσει το θεσμικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση κουλτούρας συνεργασιών και συναινέσεων.

Η δημοκρατική αυτή αλλαγή είναι αναπόσπαστο μέρος της όλης μεταρρύθμισης. Και θα πρέπει να θυμίσω ότι η καθιέρωση της απλής αναλογικής προχώρησε ήδη σε επίπεδο κεντρικού πολιτικού συστήματος με πρωτοβουλία της σημερινής κυβέρνησης.

Πέραν όμως του εκλογικού συστήματος, η διεύρυνση της δημοκρατίας στους Ο.Τ.Α., σχετίζεται και με την αναμόρφωση των θεσμών ενδοδημοτικής αποκέντρωσης.

Ξέρετε όλες και όλοι ότι οι τοπικές κοινότητες, που φτιάχτηκαν ως αντιστάθμισμα στην ενοποίηση των Δήμων για να υπάρχει κάποιος θεσμός κοντά στους πολίτες, δεν λειτούργησαν όσο ουσιαστικά θα μπορούσαν.

Θέλουμε λοιπόν να φτιάξουμε καινούριους θεσμούς, που θα έχουν ουσιαστικό ρόλο και λόγο και στους οποίους θα μπορεί ο πολίτης να συμμετέχει, να έχει άμεσα το λόγο και να επιλύσει μικρά τοπικά θέματα της γειτονιάς ή του χωριού του, χωρίς να χρειάζεται να φτάσει μέχρι το Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο.

Έχω μάλιστα τη γνώμη ότι πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πολίτες των Δήμων που συνενώθηκαν και που τους οδηγούν να διεκδικούν την εκ νέου διάσπασή τους θα λυθούν με τον τρόπο αυτό.

Τέλος, η εισαγωγή πολύμορφων θεσμών άμεσης δημοκρατικής συμμετοχή, από τις «λαϊκές συνελεύσεις», μέχρι τα τοπικά δημοψηφίσματα, αλλά κυρίως η εισαγωγή θεσμών διαβούλευσης, κοινωνικής λογοδοσίας και ελέγχου των αυτοδιοικητικών αρχών, που θα φέρει πιο κοντά τους πολίτες στα δημοτικά ζητήματα και, σε τελική ανάλυση, θα ενισχύει την ίδια την ουσία της Αυτοδιοίκησης.

Αιχμή δεύτερη, η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας στη λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών ως διοικητικών δομών.

Η αλήθεια είναι ότι οι Δήμοι και οι Περιφέρειες έχουν ήδη βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα της λειτουργίας τους.

Και ως Υπουργείο αξιοποιούμε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, προκειμένου να αναβαθμίσουμε κι άλλο τις υποδομές της Αυτοδιοίκησης.

Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν.

Συνηθίζω να λέω ότι η κακή ποιότητα των διοικητικών υπηρεσιών, το πρόβλημα της γραφειοκρατίας πλήττουν περισσότερο τους απλούς ανθρώπους, τους πιο αδύναμους, όλους εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα ή τα χρήματα να στραφούν σε ιδιωτικές υπηρεσίες.

Είναι λοιπόν ανάγκη να τελειώνουμε με τη γραφειοκρατία, με τις καθυστερήσεις, με την κακοδιοίκηση.

Είναι θέμα πρώτης πολιτικής προτεραιότητας, αν θέλουμε να είμαστε στο πλευρό αυτών των «απλών» ανθρώπων, να βελτιώσουμε την καθημερινότητά τους.

Το πρώτο πράγμα που κάνουμε στην κατεύθυνση αυτή, είναι να ξαναδούμε τις αρμοδιότητες.

Ξέρετε και από τη δική σας καθημερινότητα ότι η σύγχυση και η αλληλοεπικάλυψη των αρμοδιοτήτων των διαφορετικών επιπέδων (Δήμος, Περιφέρεια, Αποκεντρωμένη Διοίκηση, κεντρικό Κράτος) έχει ως αποτέλεσμα ο πολίτης να παραπέμπεται από τον Άννα στον Καϊάφα και τελικά το πρόβλημα να μη λύνεται ποτέ.

Θέλουμε πρώτα απ’ όλα να είναι ξεκάθαρος ο ρόλος και οι ευθύνες του κάθε θεσμού.

Και, έπειτα, θέλουμε να θεσπίσουμε κριτήρια και μηχανισμούς, ώστε :

  • Πρώτον, να ενισχυθεί ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των Δήμων και των Περιφερειών και το Κράτος να κρατήσει κατά κύριο λόγο για τον εαυτό του το γενικό επιτελικό σχεδιασμό.
  • Δεύτερον, να υπάρχει συνεργασία και συνένωση δυνάμεων μεταξύ των διαφορετικών διοικητικών βαθμίδων σε όλα τα θέματα.
  • Τρίτον, όλες οι αρμοδιότητες και όλες οι υπηρεσίες να παρέχονται όσο γίνεται πιο κοντά στον πολίτη, για να έχει πρόσβαση σε αυτές και για να μπορεί να τις ελέγχει η κοινωνία.
  • Τέταρτον, όσο είναι δυνατό, για κάθε τομέα να υπάρχει ένας αρμόδιος φορέας, ώστε η εξυπηρέτηση του πολίτη να εξαρτάται από ένα κάθε φορά κέντρο κατά περίπτωση.

Παράλληλα, όπως ξέρετε, καθιερώνουμε ένα αντικειμενικό σύστημα εποπτείας των Ο.Τ.Α.

Μέχρι σήμερα, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες ελέγχονται από το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαρκώς υπόνοιες και καταγγελίες για μεροληψία.

6

Μετά την εκδήλωση, σε γεύμα με μέλη και φίλους της δημοτικής παράταξης

Στον αντίποδα, προχωράμε στη δημιουργία μίας διακριτής υπηρεσίας που θα διασφαλίζει την αντικειμενική, αλλά και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των Ο.Τ.Α. και των αιρετών.

Μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο που αφ’ ενός δεν θα θέτει διαρκώς εμπόδια και προσκόμματα στην ελεύθερη δράση των Ο.Τ.Α., που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι θεσμοί με άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, αφ’ ετέρου όμως θα διασφαλίζει αποτελεσματικά τα δικαιώματα των πολιτών και τη νομιμότητα.

Τέλος – σημείο εξαιρετικά σημαντικό – ανοίξαμε τη συζήτηση για την αντιμετώπιση των φαινομένων κακοδιοίκησης, διαπλοκής και διαφθοράς στους Ο.Τ.Α.

Είναι γεγονός ότι στους Δήμους και τις Περιφέρειες έχει γίνει μεγάλη πρόοδος ως προς τη χρηστή και διαφανή λειτουργία τους και αυτό αποτυπώνεται και στη συνείδηση των πολιτών.

Στόχος μας, να αναβαθμίσουμε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό.

Έναν θεσμό που οφείλουμε να πούμε ότι επιδεικνύει θαυμαστή αντοχή στη συνείδηση των πολιτών, σε μία περίοδο γενικευμένης απαξίωσης και όχι τυχαία.

Τέλος, τρίτη αιχμή της μεταρρύθμισής μας, η μετατροπή των Δήμων και των Περιφερειών σε πρωταγωνιστές, αντίστοιχα, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δίκαιης ανάπτυξης.

Στόχος μας είναι να δώσουμε στους Δήμους και στις Περιφέρειες τα εργαλεία εκείνα ώστε να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ικανοποίηση των δύο βασικότερων σήμερα προτεραιοτήτων της ελληνικής κοινωνίας.

Αφ’ ενός, να στηρίξουν τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας, μέσα από το δίκτυο των κοινωνικών δομών των Ο.Τ.Α., που θέλουμε να αποκτήσουν πιο ευρείες αρμοδιότητες.

Και αφ’ ετέρου, μέσα από καινοτόμα εργαλεία, να μπορέσουν οι Ο.Τ.Α. να πρωτοστατήσουν στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, να σχεδιάσουν δημοκρατικά για την περιοχή τους, να διαχειριστούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών και εθνικών επενδυτικών πόρων και, κυρίως, να παίξουν ενεργό ρόλο και στη χάραξη και υλοποίηση της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Όπως ξέρετε, προχωρά η χάραξη της νέας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Κεντρικός στόχος μας η δίκαιη ανάπτυξη.

Μία ανάπτυξη, δηλαδή, που δε θα μένει μόνο στα νούμερα.

Μία ανάπτυξη που – εκτός από τους δείκτες και τα ισοζύγια – θα περιλαμβάνει δίκαιη κατανομή και των βαρών και των ωφελειών.

Με άλλα λόγια, να μοιραστούμε όλοι και τις θυσίες, αλλά και τα αποτελέσματα της ανάπτυξης.

Όλες οι κοινωνικές ομάδες, αλλά και όλες οι περιοχές της χώρας, ώστε να μην υπάρχουν περιοχές που θα αναπτύσσονται και θα ευημερούν και άλλες που θα είναι η «πίσω αυλή» της χώρας.

Η επιτυχία μας στο στόχο αυτό προϋποθέτει ότι η Αυτοδιοίκηση θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναπτυξιακή διαδικασία. Και αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί :

  • Πρώτον, την καθιέρωση θεσμικών διαδικασιών συνεργασίας μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, κεντρικού Κράτους, αλλά και οικονομικών και κοινωνικών φορέων.
  • Δεύτερον, τη θεσμοθέτηση νέων, καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, πέραν τη σταθεροποίησης και σταδιακής αποκατάστασης της κρατικής χρηματοδότησης των Ο.Τ.Α. Άλλωστε, έχουμε δεσμευτεί, και εμμένουμε σε αυτό, ότι όσο βελτιώνονται – και βελτιώνονται αισθητά – τα δημόσια οικονομικά, θα αποκαθίσταται σταδιακά και η χρηματοδότηση των Ο.Τ.Α. Παράλληλα όμως, είναι σημαντικό να δημιουργηθούν και άλλα εργαλεία, όπως λόγου χάρη η αναπτυξιακή και κοινωνική αξιοποίηση της περιουσίας των Ο.Τ.Α. ή η δημιουργία ενός ειδικού αναπτυξιακού προγράμματος από διάφορους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για τη χρηματοδότηση των Ο.Τ.Α.
  • Τρίτον, την ενεργοποίηση των Ο.Τ.Α. στην κατεύθυνση της στήριξης και της προαγωγής της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όχι μόνο υποστηρίζοντας τους φορείς της, όχι μόνο εντάσσοντάς την ως σημαντικό τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής κάθε περιοχής, αλλά και διαμορφώνοντας μαζί τους συνέργειες προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να σταματήσω την ανάλυσή μου.

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί και πολλές από εσάς θα έχετε ήδη απορίες και – το κυριότερο – θα έχετε ενδιαφέρουσες προτάσεις και ιδέες να καταθέσετε, είτε από την εμπειρία σας ως αυτοδιοικητικοί, είτε από την καθημερινότητά σας ως πολίτες.

Άλλωστε, ο λόγος όμως που επιδιώκουμε και εγώ προσωπικά και ο Υπουργός, όπως και όλα τα στελέχη της κυβέρνησης, να βγαίνουμε από τους τέσσερις τοίχους των Υπουργείων είναι για να έχουμε ακριβώς την ευκαιρία να ακούσουμε από εσάς, από πρώτο χέρι, τη γνώμη σας.

Θέλω μόνο, κλείνοντας, να επαναβεβαιώσω αυτό που σας είπα στην αρχή. Είμαι αισιόδοξος ότι και με τη δική σας βοήθεια, με τις δικές σας προτάσεις, ακόμα και με τη δική σας εποικοδομητική κριτική, το 2017 θα είναι μία πολύ καλή χρονιά και για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και για την ελληνική κοινωνία συνολικά. Και να είστε βέβαιοι πως – σε ό,τι περνάει από το χέρι μας – θα εξαντλήσουμε όλες μας τις δυνατότητες στην κατεύθυνση αυτή.

Σας ευχαριστώ και καλή χρονιά.

Ομιλία Κ. Πουλάκη στην Αταλάντη με θέμα «Μετά τον Καλλικράτη τι; Η μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση»

1Στην εκδήλωση που διοργάνωσαν οι εκδηλώσεις του Δ. Λοκρών του ΣΥΡΙΖΑ στην Αταλάντη μίλησε ο Κώστας Πουλάκης, Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, σχετικά με τη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Αναλυτικά η ομιλία του Κ. Πουλάκη :

Αξιότιμοι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ του Δήμου Λοκρών για την πρόσκληση να μιλήσω στην αποψινή εκδήλωση, αλλά και όλους και όλες εσάς που βρίσκεστε απόψε εδώ.

Πρώτα απ’ όλα θα μου επιτρέψετε μια επισήμανση. Η αποψινή εκδήλωση είναι η τρίτη κατά σειρά στην οποία έχω τη χαρά να μιλάω για τη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης την οποία σχεδιάζουμε, μέσα σε διάστημα ακριβώς ενός μήνα. Και κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εκδηλώνεται από την περιφέρεια, όπου η σημασία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και οι δυνατότητες που υπάρχουν, αν δοθεί έμφαση στην τοπική δημοκρατία και την τοπική ανάπτυξη, είναι πιο εμφανείς στους πολίτες.

Όπως ξέρετε, η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υπήρξε κεντρική προγραμματική δέσμευση της σημερινής κυβέρνησης.

Οι περισσότεροι και οι περισσότερες θα θυμάστε πως ήδη από το 2010 είχαμε ασκήσει κριτική στον «Καλλικράτη».

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίσαμε εξαρχής και δεν αναγνωρίζουμε θετικά βήματα, όπως κυρίως η καθιέρωση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης που αποτελούσε και πάγια δική μας θέση, αλλά και επιμέρους αλλαγές που κινήθηκαν σε θετική κατεύθυνση.

Ωστόσο, κατά την άποψή μας, ο «Καλλικράτης» έχει τρεις βασικές εγγενείς αδυναμίες :

Η πρώτη έχει να κάνει με τον κεντρικό του στόχο. Ανεξαρτήτως τυχόν καλών προθέσεων και χρήσιμων ιδεών των συντακτών του, ο «Καλλικράτης» οικοδομήθηκε εξαρχής στη λογική του «λιγότερου κράτους», υιοθετώντας πλήρως τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, ενώ βασικός του στόχος ήταν η συρρίκνωση των δομών των Ο.Τ.Α. και η δραστική περικοπή του κόστους λειτουργίας τους. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η ψήφιση του «Καλλικράτη» αποτέλεσε το πρώτο μνημονιακό μέτρο που πήρε η χώρα μας, με την έναρξη αυτής της σκοτεινής και δύσκολης περιόδου έξι χρόνων λιτότητας.

Σαφέστατα υπήρξαν και στην Αυτοδιοίκηση – όπως και σε ολόκληρη τη Δημόσια Διοίκηση – περιπτώσεις σπατάλης, κακοδιαχείρισης, ακόμα και διαφθοράς.

Όμως ήταν άλλο πράγμα το να μπει μία τάξη και άλλο το να πάρει κανείς ένα μαχαίρι και να περικόψει οριζόντια τα πάντα : δομές, χρηματοδότηση, προσωπικό.

Η δεύτερη έχει να κάνει με το γεγονός ότι διατήρησε το έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας που χαρακτήριζε και συνέχισε να χαρακτηρίζει την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Με τη διαφορά ότι αυτό το έλλειμμα συνδυάστηκε, στην περίπτωση του «Καλλικράτη» και με την εκτεταμένη συγχώνευση Δήμων και Κοινοτήτων και, αντίστοιχα, Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.

Με αποτέλεσμα, οι πολίτες να απομακρύνονται διαρκώς – γεωγραφικά, αλλά κυρίως πολιτικά – ακόμα και από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τον κατεξοχήν λαϊκό θεσμό.

Έτσι, ακόμα και θεσμοί δημοκρατικής – υποτίθεται – συμμετοχής που έφτιαξε ο «Καλλικράτης» παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ένα «αδειανό πουκάμισο», αφού δεν κατάφεραν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πολιτών και παρέμειναν γραφειοκρατικοί και, σε πολλές περιπτώσεις, διακοσμητικοί, αν όχι ανύπαρκτοι.

Η τρίτη έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο «Καλλικράτης» έφτιαξε ένα «κουστούμι» – συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όργανα και τρόπο λειτουργίας – το οποίο επιχείρησε να «φορέσει» σε όλους ανεξαρτήτως τους Ο.Τ.Α., κυρίως στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης.

Με άλλα λόγια, ο «Καλλικράτης» διαμόρφωσε ένα οριζόντιο πλαίσιο λειτουργίας το οποίο είναι το ίδιο για τη Γαύδο και για την Αθήνα.

Με αποτέλεσμα, ο μεν Δήμος Γαύδου να μην μπορεί ποτέ – όση προσπάθεια και αν καταβάλει η εξαίρετη Δήμαρχος και φίλη – να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ο δε Δήμος της Αθήνας, όπως και άλλοι μεγάλοι Δήμοι, να διεκδικούν – επίσης εύλογα – περισσότερες αρμοδιότητες και ουσιαστικότερο ρόλο.

Παράλληλα, η εμπειρία εφαρμογής του «Καλλικράτη» ανέδειξε και μία σειρά επιμέρους δυσλειτουργίες και ελλείψεις, ενώ η ίδια η Τοπική Αυτοδιοίκηση διεκδικεί – και σε αυτό είμαστε απολύτως αρωγοί – έναν πιο ουσιαστικό, αναβαθμισμένο ρόλο σε μία σειρά σημαντικά ζητήματα, όπως η κοινωνική αλληλεγγύη και η τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις και αξιολογήσεις, οι οποίες – πρέπει να σας πω – δεν είναι γενική και αφηρημένη κυβερνητική θέση ή ιδεοληψία, όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε – πήραμε ως κυβέρνηση, ως Υπουργείο Εσωτερικών, την πρωτοβουλία να ανοίξουμε τη συζήτηση για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Και επιλέξαμε να ανοίξουμε τη συζήτηση δημοκρατικά και τίμια, φωνάζοντας στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια Επιτροπή, τους εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης, τους εργαζόμενους στους Ο.Τ.Α., ειδικούς επιστήμονες και διοικητικά στελέχη.

Ανοίξαμε τα χαρτιά μας, καταθέσαμε τις απόψεις μας, κυρίως στα θέματα που για μας αποτελούν προτεραιότητα ή είναι θέματα αρχής και καλέσαμε τους φορείς της Αυτοδιοίκησης, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο, κάθε ειδικό, κάθε συλλογικότητα ή ανήσυχο πολίτη να μας καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις.

Πριν όμως σας παρουσιάσω τις βασικές, κατά τη γνώμη μας, αιχμές που πρέπει να περιλάβει σήμερα μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα ήθελα να απαντήσω σε ένα ερώτημα, που είτε καλόπιστα είτε όχι, τίθεται από κάποιες πλευρές.

Είναι πράγματι η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μια κοινωνική αναγκαιότητα ή αποτελεί κάποιου είδους «ιδεοληψία» της κυβέρνησης και εμμονή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

Όπως ήδη σας ανέφερα, είναι αλήθεια – και δεν το αρνούμαστε, αλλά είμαστε περήφανοι – ότι το ζήτημα των αναγκαίων θεσμικών τομών στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υπήρξε κεντρικός πυλώνας του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και, κατ’ επέκταση, μεταξύ των προτεραιοτήτων της παρούσας κυβέρνησης.

Άλλωστε, όχι τυχαία, η συγκρότηση της Επιτροπής που ανέλαβε την επεξεργασία της μεταρρύθμισης περιλήφθηκε στο νόμο με το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα» της κυβέρνησης.

Όμως η κριτική μας στον «Καλλικράτη», όπως σας την περιέγραψα, υπήρξε ειλικρινής και τεκμηριωμένη.

Και αν στην αρχή ήταν μια θέση αντιδημοφιλής, διότι πολλοί από τους ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης θεώρησαν ότι ο «Καλλικράτης» μπορούσε να επιλύσει ικανοποιητικά τα ανοιχτά θέματα της Αυτοδιοίκησης, σήμερα είναι όλο και περισσότεροι – και θα έλεγα πλειοψηφία – εκείνοι που, ανεξαρτήτως μάλιστα πολιτικής τοποθέτησης, αναγνωρίζουν η ανάγκη μίας ουσιαστικής μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Άλλωστε, η ίδια η οικονομική και πολιτική κρίση που ζήσαμε και, δυστυχώς, ζούμε, έφερε στο προσκήνιο τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψη μας, τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και, κυρίως, η ίδια η Αυτοδιοίκηση.

Μιλάω για το αίτημα για περισσότερη και πραγματική δημοκρατία, για διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

Μιλάω για την ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών και δημιουργίας μίας σύγχρονης, αποτελεσματικής και φιλικής προς τον πολίτη διοίκησης.

Μιλάω για την επανεκκίνηση της οικονομίας, με ταυτόχρονη προστασία της κοινωνικής συνοχής και στήριξη των πιο αδύναμων.

Και βέβαια, μαζί με τα προβλήματα, η κρίση έφερε στο προσκήνιο κοινωνικές δυνάμεις υγιείς και ζωντανές που κινητοποιούνται, οργανώνονται συλλογικά και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε μια σειρά ζητήματα, με πρώτη την αλληλεγγύη και τις νέες μορφές παραγωγής και διάθεσης προϊόντων.

Έτσι λοιπόν, θα έλεγα ότι η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να κινηθούμε.

Είναι, επομένως, ανάγκη – όχι επειδή έτσι λέει η κυβέρνηση, αλλά επειδή έτσι αποδεικνύει η καθημερινότητα που βιώνουμε όλες και όλοι – να δούμε και πέρα, και μετά τον «Καλλικράτη».

Όχι βέβαια για να ξηλώσουμε ό,τι έγινε, όχι για να γκρεμίσουμε. Αλλά για να αξιολογήσουμε όσα έγιναν, να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να πάμε την υπόθεση της Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας έστω λίγα βήματα μπροστά.

Αν λοιπόν έτσι είναι τα πράγματα, αν είναι όντως σημαντική μία ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πέρα και μετά τον «Καλλικράτη», θα ήθελα εν συντομία να σας παρουσιάσω τις βασικές αιχμές που κατά τη γνώμη μας πρέπει να έχει μια τέτοια μεταρρύθμιση.

Αιχμή πρώτη είναι αναμφίβολα η διεύρυνση και η 3εμβάθυνση της δημοκρατικής και συμμετοχικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α.

Σε μία περίοδο που οι πολίτες δυσπιστούν όλο και περισσότερο – και όχι άδικα – προς τους θεσμούς, αποτελεί πρόκληση πρωτίστως για την ίδια την Αυτοδιοίκηση να φέρει ξανά την πολιτική, τη συμμετοχή και τον δημοκρατικό διάλογο στο προσκήνιο.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι η αναλογική συγκρότηση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων είναι υπερώριμο βήμα και θα αποτελέσει το θεσμικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση κουλτούρας συνεργασιών και συναινέσεων.

Πρόκειται για μία μεγάλη αλλαγή που ήδη προχωρά σε επίπεδο κεντρικού πολιτικού συστήματος και δεν επιτρέπεται σε αυτό ειδικά το θέμα η Αυτοδιοίκηση κινδυνεύει να γίνει ουραγός των κοινωνικών εξελίξεων.

Για το θέμα αυτό, και πριν συνεχίσω στα υπόλοιπα σημεία, επιτρέψτε μου μία παρένθεση.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι – όπως σκοπίμως προσπαθούν κάποιοι να δείξουν – η μόνη πρόταση της κυβέρνησης. Αντίθετα, όπως θα δείτε, έχουμε μία σειρά θεσμικών και οικονομικών προτάσεων, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να πετάξουν τη μπάλα της αντιπαράθεσης στο γήπεδο μόνο του εκλογικού συστήματος.

Και, βέβαια, επιμένουμε ότι η δημοκρατική αλλαγή είναι αναπόσπαστο μέρος της υπόλοιπης μεταρρύθμισης και δεν πρόκειται να παραπεμφθεί στις καλένδες.

Συνεχίζοντας λοιπόν ως προς την πρώτη αιχμή της μεταρρύθμισης, τη διεύρυνση της δημοκρατίας στους Ο.Τ.Α., ένα επιπλέον στοιχείο είναι η αναμόρφωση των θεσμών ενδοδημοτικής αποκέντρωσης.

Ξέρετε όλες και όλοι ότι οι τοπικές κοινότητες, που φτιάχτηκαν ως αντιστάθμισμα στην ενοποίηση των Δήμων για να υπάρχει κάποιος θεσμός κοντά στους πολίτες, δεν λειτούργησαν όσο ουσιαστικά θα μπορούσαν.

Θέλουμε λοιπόν να φτιάξουμε καινούριους θεσμούς, που θα έχουν ουσιαστικό ρόλο και λόγο και στους οποίους θα μπορεί ο πολίτης να συμμετέχει, να έχει άμεσα το λόγο και να επιλύσει μικρά τοπικά θέματα της γειτονιάς ή του χωριού του, χωρίς να χρειάζεται να φτάσει μέχρι το Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο.

Έχω μάλιστα τη γνώμη ότι πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πολίτες των Δήμων που συνενώθηκαν και που τους οδηγούν να διεκδικούν την εκ νέου διάσπασή τους θα λυθούν με τον τρόπο αυτό.

Τέλος, η εισαγωγή πολύμορφων θεσμών άμεσης δημοκρατικής συμμετοχή, από τις «λαϊκές συνελεύσεις», μέχρι τα τοπικά δημοψηφίσματα.

Αλλά κυρίως η εισαγωγή θεσμών διαβούλευσης, κοινωνικής λογοδοσίας και ελέγχου των αυτοδιοικητικών αρχών, που θα φέρει πιο κοντά τους πολίτες στα δημοτικά ζητήματα και, σε τελική ανάλυση, θα ενισχύει την ίδια την ουσία της Αυτοδιοίκησης.

Αιχμή δεύτερη, η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας στη λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών ως διοικητικών δομών.

Η αλήθεια είναι ότι οι Δήμοι και οι Περιφέρειες έχουν ήδη βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα της λειτουργίας τους.

Και ως Υπουργείο αξιοποιούμε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, προκειμένου να αναβαθμίσουμε κι άλλο τις υποδομές της Αυτοδιοίκησης.

Ωστόσο, έχουμε τη γνώμη – και τουλάχιστον σε αυτό είμαι βέβαιος ότι υπάρχει συμφωνία – υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν.

Συνηθίζω να λέω ότι η κακή ποιότητα των διοικητικών υπηρεσιών, το πρόβλημα της γραφειοκρατίας πλήττουν περισσότερο τους απλούς ανθρώπους, τους πιο αδύναμους, όλους εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα ή τα χρήματα να στραφούν σε ιδιωτικές υπηρεσίες.

Είναι λοιπόν ανάγκη να τελειώνουμε με τη γραφειοκρατία, με τις καθυστερήσεις, με την κακοδιοίκηση.

Είναι θέμα πρώτης πολιτικής προτεραιότητας, αν θέλουμε να είμαστε στο πλευρό αυτών των «απλών» ανθρώπων, να βελτιώσουμε την καθημερινότητά τους.

Το πρώτο πράγμα που κάνουμε στην κατεύθυνση αυτή, είναι να ξαναδούμε ποιος θεσμός είναι αρμόδιος για τι.

Να δούμε τι αποφάσεις μπορεί να παίρνει και τι υπηρεσίες μπορεί να παρέχει στους πολίτες ο Δήμος, η Περιφέρεια, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση και το κεντρικό Κράτος.

Θέλουμε πρώτα απ’ όλα να είναι ξεκάθαρος ο ρόλος και οι ευθύνες του κάθε θεσμού, ώστε ο πολίτης να μην παραπέμπεται ακόμα και για την πιο απλή δουλειά από τον Άννα στον Καϊάφα.

Και, έπειτα, θέλουμε να θεσπίσουμε κριτήρια και μηχανισμούς, ώστε :

  • Πρώτον, να ενισχυθεί ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των Δήμων και των Περιφερειών και το Κράτος να κρατήσει κατά κύριο λόγο για τον εαυτό του το γενικό επιτελικό σχεδιασμό.
  • Δεύτερον, να υπάρχει συνεργασία και συνένωση δυνάμεων μεταξύ των διαφορετικών διοικητικών βαθμίδων σε όλα τα θέματα.
  • Τρίτον, όλες οι αρμοδιότητες και όλες οι υπηρεσίες να παρέχονται όσο γίνεται πιο κοντά στον πολίτη, για να έχει πρόσβαση σε αυτές και για να μπορεί να τις ελέγχει η κοινωνία.
  • Τέταρτον, όσο είναι δυνατό, για κάθε τομέα να υπάρχει ένας αρμόδιος φορέας, ώστε η εξυπηρέτηση του πολίτη να εξαρτάται από ένα κάθε φορά κέντρο κατά περίπτωση.

Παράλληλα, όπως ξέρετε, καθιερώνουμε ένα αντικειμενικό σύστημα εποπτείας των Ο.Τ.Α.

Μέχρι σήμερα, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες ελέγχονται από το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαρκώς υπόνοιες και καταγγελίες για μεροληψία.

Στον αντίποδα, προχωράμε στη δημιουργία μίας διακριτής υπηρεσίας που θα διασφαλίζει την αντικειμενική, αλλά και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των Ο.Τ.Α. και των αιρετών.

Άλλωστε, όπως θυμάστε, μία από τις πρώτες επιλογές της παρούσας κυβέρνησης κατά την πρώτη ήδη θητεία της, ήταν να μην τοποθετήσει πολιτικά πρόσωπα ως Γενικούς Γραμματείς των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, αλλά να στηριχθεί στα στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης.

Και μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να ήταν πιο εύκολη, αν θέλετε, η ζωή μας, αν είχαμε βάλει κομματικά μας στελέχη, όμως όταν είπαμε ότι έχουμε εμπιστοσύνη στη Δημόσια Διοίκηση, να ξέρετε ότι το εννοούσαμε.

Τέλος – σημείο εξαιρετικά σημαντικό – ανοίξαμε τη συζήτηση για την αντιμετώπιση των φαινομένων κακοδιοίκησης, διαπλοκής και διαφθοράς στους Ο.Τ.Α.

Είναι γεγονός ότι στους Δήμους και τις Περιφέρειες έχει γίνει μεγάλη πρόοδος ως προς τη χρηστή και διαφανή λειτουργία τους και αυτό αποτυπώνεται και στη συνείδηση των πολιτών.

Στόχος μας, να αναβαθμίσουμε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό.

Έναν θεσμό που οφείλουμε να πούμε ότι επιδεικνύει θαυμαστή αντοχή στη συνείδηση των πολιτών, σε μία περίοδο γενικευμένης απαξίωσης και όχι τυχαία.

2Τέλος, τρίτη αιχμή της μεταρρύθμισής μας, η μετατροπή των Δήμων και των Περιφερειών σε πρωταγωνιστές, αντίστοιχα, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δίκαιης ανάπτυξης.

Στόχος μας είναι να δώσουμε στους Δήμους και στις Περιφέρειες τα εργαλεία εκείνα ώστε να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ικανοποίηση των δύο βασικότερων σήμερα προτεραιοτήτων της ελληνικής κοινωνίας.

Αφ’ ενός, να στηρίξουν τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας, μέσα από το δίκτυο των κοινωνικών δομών των Ο.Τ.Α., που θέλουμε να αποκτήσουν πιο ευρείες αρμοδιότητες.

Και αφ’ ετέρου, μέσα από καινοτόμα εργαλεία, να μπορέσουν οι Ο.Τ.Α. να πρωτοστατήσουν στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, να σχεδιάσουν δημοκρατικά για την περιοχή τους, να διαχειριστούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών και εθνικών επενδυτικών πόρων και, κυρίως, να παίξουν ενεργό ρόλο και στη χάραξη και υλοποίηση της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Όπως ξέρετε, προχωρά η χάραξη της νέας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Κεντρικός στόχος μας η δίκαιη ανάπτυξη.

Μία ανάπτυξη, δηλαδή, που δε θα μένει μόνο στα νούμερα.

Μία ανάπτυξη που – εκτός από τους δείκτες και τα ισοζύγια – θα περιλαμβάνει δίκαιη κατανομή και των βαρών και των ωφελειών.

Με άλλα λόγια, να μοιραστούμε όλοι και τις θυσίες, αλλά και τα αποτελέσματα της ανάπτυξης.

Όλες οι κοινωνικές ομάδες, αλλά και όλες οι περιοχές της χώρας, ώστε να μην υπάρχουν περιοχές που θα αναπτύσσονται και θα ευημερούν και άλλες που θα είναι η «πίσω αυλή» της χώρας.

Η επιτυχία μας στο στόχο αυτό προϋποθέτει ότι η Αυτοδιοίκηση θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναπτυξιακή διαδικασία. Και αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί :

  • Πρώτον, την καθιέρωση θεσμικών διαδικασιών συνεργασίας μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, κεντρικού Κράτους, αλλά και οικονομικών και κοινωνικών φορέων.
  • Δεύτερον, τη θεσμοθέτηση νέων, καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, πέραν τη σταθεροποίησης και σταδιακής αποκατάστασης της κρατικής χρηματοδότησης των Ο.Τ.Α. Άλλωστε, έχουμε δεσμευτεί, και εμμένουμε σε αυτό, ότι όσο βελτιώνονται – και βελτιώνονται αισθητά – τα δημόσια οικονομικά, θα αποκαθίσταται σταδιακά και η χρηματοδότηση των Ο.Τ.Α. Παράλληλα όμως, είναι σημαντικό να δημιουργηθούν και άλλα εργαλεία, όπως λόγου χάρη η αναπτυξιακή και κοινωνική αξιοποίηση της περιουσίας των Ο.Τ.Α. ή η δημιουργία ενός ειδικού αναπτυξιακού προγράμματος από διάφορους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για τη χρηματοδότηση των Ο.Τ.Α.
  • Τέλος, επιτρέψτε μου δύο λέξεις για ένα τεράστιο, εξαιρετικά επίκαιρο και εξαιρετικά σημαντικό θέμα. Επιδιώκουμε οι Ο.Τ.Α. να παίξουν ενεργό και πρωταγωνιστικό ρόλο στην προαγωγή της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όχι μόνο υποστηρίζοντας τους φορείς της, όχι μόνο εντάσσοντάς την ως σημαντικό τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής κάθε περιοχής, αλλά και διαμορφώνοντας μαζί τους συνέργειες προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να σταματήσω την ανάλυσή μου.

Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι πολλοί και πολλές από εσάς θα έχετε ήδη απορίες και – το κυριότερο – θα έχετε ενδιαφέρουσες προτάσεις και ιδέες να καταθέσετε, είτε από την εμπειρία σας ως αυτοδιοικητικοί, είτε από την καθημερινότητά σας ως πολίτες.

Και πρέπει να σας πω ότι αυτό το κομμάτι, το να σας ακούσουμε, είναι ίσως το πιο πολύτιμο.

Διότι, εγώ, ο Υπουργός, όλα τα κυβερνητικά στελέχη έχουμε κάθε μέρα δημόσιο βήμα. Ξέρετε λίγο πολύ τι λέμε. Μπορείτε να τα ακούσετε στην τηλεόραση, να τα διαβάσετε στις εφημερίδες.

Ο λόγος όμως που επιδιώκουμε και εγώ προσωπικά, όπως και όλα τα στελέχη της κυβέρνησης, να βγαίνουμε από τους τέσσερις τοίχους των Υπουργείων είναι για να έχουμε ακριβώς την ευκαιρία να ακούσουμε από εσάς, από πρώτο χέρι, τη γνώμη σας.

Περιμένω λοιπόν με μεγάλη χαρά και μεγάλο ενδιαφέρον τις ερωτήσεις και, κυρίως, τις παρεμβάσεις σας.

Και, αν χρειαστεί, εδώ είμαστε για έναν δεύτερο γύρο, αν υπάρξουν σημεία που κρίνετε ότι θέλετε περισσότερες λεπτομέρειες.

Σας ευχαριστώ.

Κ. Πουλάκης στο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ : «Το στοίχημα της εκ βάθρων ανοικοδόμησης της χώρας αφορά όλους τους θεσμούς, με πρώτη την Τοπική Αυτοδιοίκηση»

Στο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στη Θεσσαλονίκη παραβρέθηκε και μίλησε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης. Συμφωνώντας με το κεντρικό σύνθημα του συνεδρίου – «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη – Χτίζουμε την Ελλάδα από την αρχή» – ο κ. Πουλάκης υπογράμμισε ότι «το στοίχημα το οποίο αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η χώρα είναι η εκ βάθρων ανοικοδόμησή της», τονίζοντας ωστόσο ότι αυτό «δεν είναι υπόθεση μόνο της κυβέρνησης. Αφορά όλους τους θεσμούς, κατά το μέτρο της ευθύνης τους, με πρώτη την Τοπική Αυτοδιοίκηση που, λόγω της εγγύτητάς της προς τους πολίτες, βρίσκεται στην “πρώτη γραμμή” της καθημερινότητας και καλείται καθημερινά να διαχειρίζεται τις δυσκολίες, αλλά και να αφουγκράζεται τα αιτήματα, τις αγωνίες και τα οράματα της κοινωνίας».

Όπως υπενθύμισε ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ, ο διάλογος για τη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχει ήδη ανοίξει, στο πλαίσιο της ειδικής Επιτροπής του Υπουργείου, χαιρέτισε δε τη στάση που έχει τηρήσει μέχρι σήμερα η πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση συνολικά, αλλά και οι εκπρόσωποί της ατομικά. Σχολίασε μάλιστα αναλυτικά τις θέσεις τις οποίες κατέθεσε η ΚΕΔΕ μετά το πρόσφατο ειδικό θεματικό συνέδριό της, αναφέροντας ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό οι θέσεις αυτές συμπίπτουν με τις επεξεργασίες της Επιτροπής και τις απόψεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου.

Μάλιστα, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ δεν απέφυγε να αναφερθεί και σε αρκετά από τα ζητήματα που αποτελούν θέματα αιχμής για την ΚΕΔΕ και σημείο κριτικής προς την κυβέρνηση.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις αιτιάσεις της Αυτοδιοίκησης περί μείωσης της χρηματοδότησής της από τον κρατικό προϋπολογισμό, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ αναγνώρισε τις μειώσεις που έχουν υποστεί οι ΟΤΑ την τελευταία επταετία, εξήγησε ωστόσο ότι «η μείωση στις δαπάνες, τόσο τις λειτουργικές όσο και – κυρίως – τις επενδυτικές του κρατικού προϋπολογισμού υπήρξε οριζόντια και δεν έπληξε μόνο την Αυτοδιοίκηση, αλλά το σύνολο των τομέων της δημόσιας δράσης, ακόμα και των εξαιρετικά κρίσιμων κοινωνικά, όπως λόγου χάρη η υγεία και η εκπαίδευση. Η αποκατάσταση, επομένως, αντίστοιχα θα είναι συνολική», ενημέρωσε δε ότι «το Υπουργείο Εσωτερικών, όχι πάντα χωρίς πιέσεις, έχει καταφέρει να είναι απολύτως συνεπές προς τις υποχρεώσεις του προς τους Ο.Τ.Α. και είμαστε στην ευχάριστη θέση να κλείνουμε χωρίς οικονομικές εκκρεμότητες το 2016».

Ομοίως, ο κ. Πουλάκης απάντησε στις αντιδράσεις της ΚΕΔΕ κατά της καθιέρωσης της απλής αναλογικής στη συγκρότηση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων, τονίζοντας ότι «η δημοκρατία δεν είναι ζήτημα παρεμπίπτον και παραπληρωματικό. Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όποιας μεταρρύθμισης», ενώ υπενθύμισε ότι «η παρούσα κυβέρνηση έκανε για πρώτη φορά στα χρονικά το βήμα, συνεπής σε όσα διεκδικούσε ως αντιπολίτευση, να φέρει και να ψηφίσει στη Βουλή την καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εθνικές εκλογές. Θα είναι κρίμα για την Αυτοδιοίκηση, τις παραδόσεις και τους ανθρώπους της, να αποδειχθεί κατώτερη των περιστάσεων και να μείνει ουραγός των εξελίξεων, τη στιγμή που μόνη της αναγνωρίζει ότι ισχυρή κοινωνία και ισχυρή Αυτοδιοίκηση είναι έννοιες αλληλένδετες».

Μπορείτε να δείτε το πλήρες κείμενο της ομιλίας του κ. Πουλάκη πατώντας στο σύνδεσμο (link) που ακολουθεί : ΟΜΙΛΙΑ ΓΓ ΥΠΕΣ