Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Στο ρ/σ «Παραπολιτικά» 90,1 : «Οι δημοσκοπήσεις πέφτουν έξω γιατί χρησιμοποιούν εργαλεία που δεν ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα»

Για την πολιτική επικαιρότητα, το επικείμενο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα ευρήματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά» 90.1, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών & Δ.Α. και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Πουλάκης. Αναφερόμενος ειδικότερα στο ζήτημα που ανέκυψε με τις δημοσκοπήσεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (της Public Issue για την «Αυγή» και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για το ΣΚΑΪ), ο Κ. Πουλάκης επισήμανε  τα κενά που υπάρχουν στη μεθοδολογία των δημοσκοπήσεων, καθώς αυτές χρησιμοποιούν μεθοδολογικά εργαλεία του παρελθόντος, που δεν αναλύουν επιτυχώς το σημερινό πολιτικό σκηνικό, γι’ αυτό και πολύ συχνά τελευταία οι έρευνες «πέφτουν έξω», ενώ επίσης παρουσίασε κάποιες σημαντικές τις αντιφάσεις που παρουσιάζονται σε ορισμένες έρευνες, ανάμεσα στα λεγόμενα ποιοτικά στοιχεία και την πρόθεση ψήφου. Τέλος, ο Κ. Πουλάκης εκτίμησε ότι η σημερινή δημοσκοπική εικόνα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα των εκλογών που θα γίνουν σε τρία χρόνια από σήμερα, καθώς η κυβέρνηση θα κερδίσει και πάλι την υποστήριξη των πολιτών, με βάση το συγκεκριμένο οδικό χάρτη που θα έχει εφαρμόσει για την έξοδο από την κρίση.

Ακούστε ολόκληρο το ηχητικό απόσπασμα :

Κώστας Πουλάκης : «Εκλογές στην ώρα τους… Το φθινόπωρο του 2019» (Συνέντευξη στην εφημερίδα Finance & Markets Voice)

Τη συνέντευξη πήρε ο Πέτρος Παπαβασιλείου

2Κάθετος και κατηγορηματικός απέναντι στη σεναριολογία των πρόωρων εκλογών, εμφανίζεται, με συνέντευξή του στην «F&M Voice», ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης. «Εκλογές στην ώρα τους, το φθινόπωρο του 2019» ξεκαθαρίζει ο πλέον αρμόδιος υπηρεσιακός παράγοντας, δίνοντας μία και καλή τέλος στη σχετική παραφιλολογία των τελευταίων εβδομάδων. Ο γ.γ του ΥΠ.ΕΣ., επικεφαλής του εγχειρήματος των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μιλά για τα οικονομικά των ΟΤΑ, την αντικατάσταση του «Καλλικράτη», την καθιέρωση της απλής αναλογικής στις τοπικές εκλογές και το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, ο κ. Πουλάκης, με αφορμή τον επικοινωνιακό «πόλεμο» ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη Νέα Δημοκρατία, ασκεί δριμεία επίθεση στην αντιπολίτευση, λέγοντας ότι το μόνο που εισφέρει στον δημόσιο πολιτικό διάλογο είναι «χονδροειδή ψέματα», τα οποία στη συνέχεια αποδεικνύονται «φούσκες».

Λόγω θέσης, είστε ένα από τα πλέον αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, για να δώσετε απάντηση: Υπάρχει υπόνοια πρόωρων εκλογών; Έχετε λάβει κάποιο «σήμα» για αυξημένη ετοιμότητα;

Δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης» έχει κλείσει οριστικά. Η κυβέρνηση είναι σταθερή και προσηλωμένη στο ιστορικό καθήκον που έχει αναλάβει. Έχει, δε, τρία χρόνια για να ξεδιπλώσει το όραμα και το πρόγραμμά της, αλλά και να βελτιώσει αισθητά την καθημερινότητα των πολιτών. Εκλογές, λοιπόν, στην ώρα τους, το φθινόπωρο του 2019.

Το τελευταίο διάστημα σημειώθηκαν υψηλές πολιτικές εντάσεις, στον απόηχο του ναυτικού δυστυχήματος της Αίγινας. Φήμες, υπονοούμενα, καθοδηγούμενα δημοσιεύματα. Μπορεί να οδηγήσει σε έναν γόνιμο πολιτικό διάλογο, αυτού του τύπου η αντιπολίτευση;

Η ποιότητα της ασκούμενης αντιπολίτευσης είναι καθοριστική για το επίπεδο, συνολικά, της πολιτικής και για το καλό της χώρας. Δυστυχώς, η σημερινή αντιπολίτευση αποδεικνύει, καθημερινά, ότι δεν έχει τίποτα να εισφέρει στη δημόσια συζήτηση, ει μη μόνο χονδροειδή ψέματα, θεωρώντας προφανώς αφελείς τους πολίτες. Και μάλιστα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι εκτίθεται διαρκώς, αφού τα δήθεν «μείζονα θέματα» που επιχειρεί να αναδείξει επικοινωνιακά, αποδεικνύονται το ένα μετά το άλλο «φούσκες».

Με δεδομένο πως ένα μεγάλο μέρος της διαβούλευσης για την αναθεώρηση του Συντάγματος θα συντελεστεί σε τοπικό επίπεδο, πόσο αισιόδοξος είστε ότι οι δήμοι θα ενισχύσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας στη διαμόρφωση βασικών άρθρων του νέου συνταγματικού κειμένου;

Η διαδικασία, την οποία πρόσφατα πρότεινε ο πρωθυπουργός, για τη διεξαγωγή μίας μεγάλης δημοκρατικής διαβούλευσης σε όλα τα επίπεδα, με έμφαση, μάλιστα, το διάλογο στους Δήμους και τις Περιφέρειες είναι πρωτόγνωρη. Και αποδεικνύει πως η σημερινή κυβέρνηση φέρνει, πράγματι, ένα νέο δημοκρατικό ήθος στο προσκήνιο. Νομίζω ότι η διαδικασία αυτή θα αποτελέσει ένα στοίχημα και για την ίδια την Τοπική Αυτοδιοίκηση, να αποδείξει ότι έχει τη βούληση και τη δυνατότητα να διαδραματίσει ενεργό πολιτικό ρόλο, ως εκφραστής και οργανωτής των τοπικών κοινωνιών. Αυτή είναι η δική μας αντίληψη για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, την οποία άλλωστε προωθούμε στο πλαίσιο της μεγάλης μεταρρύθμισης που είναι σε εξέλιξη…

Σε σχέση με τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε τι στάδιο βρίσκεται η διαδικασία;

Από τον Ιούνιο έχει συγκροτηθεί ειδική Επιτροπή στο υπουργείο Εσωτερικών, της οποίας έχω την τιμή να προεδρεύω και στην οποία συμμετέχουν, εκτός των υπηρεσιακών στελεχών του υπουργείου που έχουν σημαντικές γνώσεις και εμπειρία, μία ομάδα εξαιρετικών ειδικών επιστημόνων και εμπειρογνωμόνων στα θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και αντιπρόσωποι όλων των αυτοδιοικητικών φορέων. Το εγχείρημα είναι δύσκολο και οι χρόνοι ασφυκτικοί. Ήδη, πάντως, οι επεξεργασίες προχωρούν εντατικά και στόχος μας είναι να έχουμε παραδώσει την εισήγησή μας προς τον υπουργό στο τέλος του έτους.

3Στα εισηγητικά κείμενα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας προβλέπεται ισχυρή αποκέντρωση και μεταβίβαση αρμοδιοτήτων με τους ανάλογους πόρους. Πόσο εγγυημένοι είναι αυτοί οι πόροι και από που θα προκύψουν σε μία στενή δημοσιονομικά περίοδο;

Είναι γεγονός ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί είναι μία πρόσθετη πρόκληση στη μεταρρύθμιση που σχεδιάζουμε. Ωστόσο, αντί να παραιτηθούμε της προσπάθειας, επιλέξαμε να πάμε ως εκεί που μπορούμε. Γι’ αυτό και στο σύνολό της, η μεταρρύθμιση που σχεδιάζουμε είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, αφού -παράλληλα με τη μεταβίβαση των αναγκαίων πόρων, κυρίως στο αναπτυξιακό σκέλος που είναι κατά τη γνώμη μας το σπουδαιότερο- έχουμε κάνει ήδη και συνεχίζουμε αποφασιστικά την προσπάθεια «να μπει τάξη», να ενισχυθεί δηλαδή η διαφάνεια, αλλά και η ορθολογική και χρηστή διαχείριση στα οικονομικά των ΟΤΑ. Σε κάθε περίπτωση, είναι δεδομένο -αποτελεί, άλλωστε, συνταγματική επιταγή- ότι κάθε αποκέντρωση αρμοδιοτήτων θα συνοδεύεται από τους αντίστοιχους πόρους και προσωπικό. Γι’ αυτό και θα είμαστε σε διαρκή συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία.

Η αντικατάσταση του «Καλλικράτη» από το νέο νομοθέτημα σε ποιο βαθμό θα λύσει το πρόβλημα της αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων;

Η όχι απλώς ξεκάθαρη, αλλά και ορθή κατανομή των αρμοδιοτήτων, ώστε αυτές να ασκούνται όσο γίνεται πιο κοντά στον πολίτη, με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ταχύτητα είναι ένα από τα μεγάλα και διαρκή ζητούμενα. Η προσπάθειά μας δεν είναι απλώς να ξεκαθαρίσουμε τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ασάφεια, αλλά να ξαναδούμε -υπό το φως της εμπειρίας της εφαρμογής του «Καλλικράτη» και των προηγούμενων νομοθετημάτων- ποια θα ήταν η βέλτιστη, η πιο ορθολογική κατανομή. Λόγου χάρη, είναι παράλογο για να εκδοθεί μία άδεια για την άσκηση κάποιας επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας μικρής κλίμακας, να πρέπει να κινητοποιηθούν οι υπηρεσίες δύο ή τριών φορέων, με αποτέλεσμα ο πολίτης να παραπέμπεται από τον Άννα στον Καϊάφα. Επίσης, είναι παράλογο μία αρμοδιότητα που μπορεί, και πρέπει να ασκήσει ο Δήμος ή η Περιφέρεια, για να είναι πιο κοντά στον πολίτη, να παραμένει στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις ή στα υπουργεία, απλώς και μόνο με κριτήρια φοβικά ή και πελατειακά. Όλα αυτά είναι παθογένειες που θα προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε.

Πώς ακριβώς θα διαμορφωθούν τα νέα διακριτά μοντέλα ΟΤΑ; Θα υπάρξουν αλλαγές στα υφιστάμενα διοικητικά όρια; Θα αλλάξει ο «χάρτης»;

Είναι γεγονός ότι η χάραξη των διοικητικών ορίων που έγινε με τον «Καλλικράτη», σε πολλές περιπτώσεις ακολούθησε ανορθολογικά και κάποιες φορές αδιαφανή κριτήρια, με αποτέλεσμα ορισμένες από τις συνενώσεις που έγιναν να είναι δυσλειτουργικές. Ωστόσο, αποτελεί συνειδητή επιλογή μας να μη θέσουμε εκ νέου θέμα «χωροταξικού», αλλά να αντιμετωπίσουμε με άλλους θεσμούς -κυρίως με την ενίσχυση των θεσμών εσωτερικής αποκέντρωσης των Δήμων και των Περιφερειών- το πρόβλημα. Ας μην ξεχνάμε ότι το διαρκές «ράβε-ξήλωνε» των διοικητικών ορίων των ΟΤΑ είναι δαπανηρό, ενισχύει τη γραφειοκρατία, ενώ επίσης επισκιάζει και όλη την ουσιαστική συζήτηση που πρέπει να γίνει για τα μεγάλα θέματα της Αυτοδιοίκησης. Επομένως, οι όποιες αλλαγές τυχόν γίνουν θα αφορούν μόνο οριακές, εξαιρετικά προβληματικές περιπτώσεις.

 «Δεν θα προχωρήσουμε σε αλλαγές με πολεμική διάθεση»

Προτείνετε τοπικά δημοψηφίσματα, λαϊκές συνελεύσεις, αλλαγές στον τρόπο εκλογής των αιρετών (απλή αναλογική), όριο στις θητείες, ακόμη και ανάκληση της ανάδειξης, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Πόσο έτοιμοι είναι οι σημερινοί δήμαρχοι, όπως τους γνωρίζουμε, να δεχθούν αυτές τις αλλαγές;

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι εξ ορισμού ο θεσμός που προσφέρεται περισσότερο -λόγω της εγγύτητας προς τους πολίτες- για την καλλιέργεια μιας κουλτούρας συναινέσεων και την ενεργοποίηση της κάθε τοπικής κοινωνίας, μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής και κοινωνικής λογοδοσίας. Η πρόθεσή μας δεν είναι, προφανώς, να πλήξουμε το κύρος ή να υποβαθμίσουμε τους αιρετούς. Άλλωστε, αν θέλετε τη γνώμη μου, ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης που επιδιώκει τη διαρκή επαφή, τη διαβούλευση και τη συναπόφαση με τους πολίτες και δεν φοβάται να «απολογείται» σε αυτούς, είναι ο πιο ισχυρός. Σαφέστατα, δεν σκοπεύουμε να προχωρήσουμε σε αλλαγές με πολεμική διάθεση, αλλά επιδιώκουμε να προχωρήσουμε μαζί με τους αιρετούς. Από τη στάση, όμως, που και η ίδια η Αυτοδιοίκηση θα τηρήσει, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και το δικό της κύρος στα μάτια των πολιτών. Ας μην ξεχνάμε ότι το αίτημα χιλιάδων πολιτών στις πλατείες αφορούσε την «πραγματική Δημοκρατία». Ο καθένας μας, λοιπόν, θα μετρηθεί ως προς το κατά πόσο αφουγκράζεται τα ώριμα αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας και ανταποκρίνεται σ’ αυτά.

 «Κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ προχωρούν με ενιαία αντίληψη»

4Υπάρχουν δυνάμεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που περιμένουν το Συνέδριο για να… μετρήσουν το μπόϊ τους;

Τα ζητήματα που έχουμε να απαντήσουμε για το παρόν και το μέλλον, για το πώς θα κλείσουμε οριστικά το φαύλο κύκλο των μνημονίων και θα ανοίξουμε το δρόμο προς το μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, με αριστερό, προοδευτικό πρόσημο, είναι τόσο σπουδαία και σύνθετα, που δεν νομίζω ότι υπάρχουν περιθώρια για ιδιοτελείς σκέψεις και στρατηγικές.

Όσοι επιχειρήσουν να μετρήσουν, όπως λέτε, το «μπόι» τους, θα αδικήσουν και τους εαυτούς τους και την Αριστερά, σε ιστορικές στιγμές. Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίο πορευόμαστε όλοι και όλες το τελευταίο αρκετό διάστημα, αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, ότι -χωρίς να έχουν φυσικά εξαλειφθεί οι διαφορετικές αποχρώσεις, που άλλωστε δεν υπήρξαν ποτέ πρόβλημα, αλλά πλούτος για το χώρο μας- και η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρούν ενωμένα και με ενιαία, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αντίληψη.

Άρθρο στην ΕΦΣΥΝ : «Ψήφος των αποδήμων ή ‘καθρεφτάκια’ για ομογενείς;»

efsyn

Η Ελλάδα υπήρξε επί πολλές δεκαετίες χώρα “εξαγωγής” μεταναστών. Γι’ αυτό και το ελληνικό νομικό σύστημα είναι προσανατολισμένο στη διατήρηση των δεσμών του απόδημου ελληνισμού με τη μητρόπολη, κι όχι άδικα, αφού οι Έλληνες του εξωτερικού αποτελούν πλούτο για τη χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται και η συνταγματική πρόβλεψη για την ψήφο των αποδήμων, “με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο”, εφόσον βέβαια ψηφιστεί από 200 βουλευτές ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος. Μια πρόβλεψη που υπάρχει εδώ και 15 χρόνια στο άρθρο 51 του Συντάγματος, χωρίς όμως ποτέ να εφαρμοστεί.

Το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, εκτός από σημαντικές τεχνικές παραμέτρους (οι οποίες σε μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία δεν είναι ποτέ “τυπικές”), έχει και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Μετά τη μαζική φυγή του πιο δυναμικού, ίσως, τμήματος της ελληνικής κοινωνίας προς το εξωτερικό, εξαιτίας της ύφεσης και της τρομακτικής ανεργίας, που ακολούθησαν την κρίση και τα μνημόνια, το θέμα αποκτά νέες διαστάσεις. Μιλώντας πια για “απόδημους” δεν αναφερόμαστε (μόνο) στους δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνους των μεταναστών της δεκαετίας του 1910-20 ή του 1950-60, αλλά (και) σε ανθρώπους που έφυγαν πρόσφατα από τη χώρα και διατηρούν ισχυρότερους δεσμούς και, κυρίως, υψηλότερο πολιτικό ενδιαφέρον γι’ αυτή.

Επίσης, η σύνθεση του απόδημου ελληνισμού είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών, καθώς – εκτός των ελληνικών παροικιών της Αμερικής, της Γερμανίας, της Αυστραλίας κλπ. – υπάρχει πια μία κρίσιμη μάζα Ελλήνων κατοίκων του εξωτερικού, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, που διαβιεί υπό ένα αρκετά πιο “προσωρινό” καθεστώς, αλλάζοντας συχνά πόλεις ή και χώρες, στο πλαίσιο ενός ούτως ή άλλως πιο “παγκοσμιοποιημένου” περιβάλλοντος.

Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είναι εδώ και πολύ καιρό και χώρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ζουν ήδη επί δεκαετίες ανάμεσά μας και μοιράζονται την καθημερινότητά μας.

Όλες αυτές οι παράμετροι συνθέτουν ένα πολιτικό σκηνικό σύνθετο και ένα δυνάμει εκλογικό σώμα πολυάριθμο (περίπου το 1/6 του συνόλου), πολλών ταχυτήτων και διαφορετικού βαθμού σύνδεσης με τα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Και, επομένως, γεννούν τα αναπόφευκτα ερωτήματα, που αναζητούν λύση με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση : Ποιος πρέπει να αποφασίζει για τις τύχες αυτής της χώρας και, κατ’ επέκταση, καθενός από τους κατοίκους της; Πρέπει λόγου χάρη να τεθεί ένα μέγιστο χρονικό όριο αποχώρησης από την Ελλάδα, πέραν του οποίου δεν θα πρέπει κάποιος να διευκολύνεται να ψηφίζει, αν δεν είναι πρόθυμος να κάνει το μεγάλο ταξίδι για την Ελλάδα; Ή να απαιτηθεί η ύπαρξη ελάχιστων έστω βιοτικών συμφερόντων στην Ελλάδα (π.χ. περιουσίας) για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους; Και μήπως η διεύρυνση του εκλογικού σώματος θα πρέπει να είναι αμφίπλευρη, περιλαμβάνοντας – εκτός από τους απόδημους Έλληνες – και τους επί μακρόν διαμένοντες στην Ελλάδα αλλοδαπούς;

Επίσης, πρέπει οι απόδημοι Έλληνες να εκπροσωπούνται ως τέτοιοι, εκλέγοντας έναν μικρό αριθμό δικών τους βουλευτών και με ποιους ποσοτικούς και ποιοτικούς κανόνες; Ή η ψήφος τους θα προσμετράται απλώς στο εθνικό ποσοστό κάθε σχηματισμού;

Οι προβληματισμοί αυτοί και οι πολιτικές συνέπειες κάθε πιθανής επιλογής είναι αναγκαίο να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας σε βάθος συζήτησης. Πολλώ δε μάλλον που στην εφαρμογή τους ανακύπτουν σημαντικά τεχνικά, νομικά και οικονομικά ζητήματα, με κορυφαίο, ασφαλώς, το ζήτημα της διασφάλισης του αδιάβλητου της διαδικασίας και του σεβασμού της ισότητας της ψήφου. Υπάρχουν ήδη παραδείγματα από άλλες χώρες που εφαρμόζουν αντίστοιχες διαδικασίες και, με δεδομένη την πολιτική βούληση ρύθμισης του θέματος, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.

Προφανώς, όμως. το ζήτημα αυτό – που επί 15 χρόνια έμεινε σε εκκρεμότητα, λόγω και μικροκομματικών υπολογισμών του τότε δικομματισμού – δεν αντιμετωπίζεται με “πυροτεχνήματα”, σαν το εμφανώς προχειρογραμμένο σχέδιο που ετοίμασε, μαζί με τις βαλίτσες του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθ’ οδόν προς την Αμερική, νομίζοντας ότι θα μοιράσει «καθρεφτάκια» στους ομογενείς.

Για ένα κορυφαίο θεσμικό ζήτημα εθνικής σημασίας, όπως αυτό, πρέπει να προηγηθεί μία συλλογική και σε βάθος συζήτηση. Μια συζήτηση που, ιδανικά, πρέπει να ενταχθεί στο δημοκρατικό διάλογο για την εκ βάθρων αλλαγή του εκλογικού νόμου, τον οποίο έχει επιδιώξει και, σε κάθε περίπτωση, θα ξεκινήσει η κυβέρνηση.

Κ. Πουλάκης στο BlueSky : «Να μας πει η ΝΔ αν ζητάει εκλογές πριν ή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης» (video)

Αιχμηρός απέναντι στο αίτημα της Νέας Δημοκρατίας και του Κ. Μητσοτάκη για εκλογές, εμφανίστηκε ο Κώστας Πουλάκης, Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣΔΑ και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας στην εκπομπή «Παρεμβάσεις» της τηλεόρασης του BlueSky. Συγκεκριμένα, απευθυνόμενος στην εκπρόσωπο της ΝΔ, κ. Ζ. Μακρή, ο κ. Πουλάκης την κάλεσε να απαντήσει – χωρίς να πάρει ωστόσο απάντηση – αν η ΝΔ ζητάει εκλογές πριν ή μετά τη διαπραγμάτευση.

Δείτε ολόκληρη την εκπομπή στο βίντεο που ακολουθεί :

 

Κ. Πουλάκης στο ρ/σ «Παραπολιτικά» : «Συζήτηση για τον εκλογικό νόμο μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης»

Σε όλα τα μεγάλα θέματα της πολιτικής και οικονομικής επικαιρότητας αναφέρθηκε στη συνέντευξή του στο ρ/σ «Παραπολιτικά 90,1» και τους δημοσιογράφους Μ. Πυργιώτη και Ανδρ. Παπαδόπουλο,  ο Γ.Γ. του Υπουργείου Εσωτερικών & Δ.Α. και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Πουλάκης.

Χαρακτηριστικά σημεία της τοποθέτησής του Κ. Πουλάκη (ακούστε παρακάτω ολόκληρο το απόσπασμα της εκπομπής) :

  • Για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών : «Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στο Υπουργικό Συμβούλιο τοποθετήθηκε για όλα τα μεγάλα θέματα. Και για την παραφιλολογία περί εκλογών, που μας αρέσει στην Ελλάδα, ήταν σαφέστατος».
  • Για το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα : «Στόχος μας είναι να τηρήσουμε όσα έχουμε υπογράψει στη συμφωνία, συγχρόνως να κάνουμε το παράλληλο πρόγραμμα, να τελειώσει η αξιολόγηση όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να περάσουμε στο επόμενο βήμα, που είναι το σημαντικότερο, στη συζήτηση για τη μη βιωσιμότητα, κατά την άποψή μας, του ελληνικού χρέους».
  • Για τη συζήτηση περί αλλαγής του εκλογικού νόμου : «Ο εκλογικός νόμος πρέπει να αλλάξει. Και, κατά την προσωπική μου γνώμη, η συζήτηση πρέπει να αρχίσει μετά την αξιολόγηση. […] Με την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών, άρα του άμεσα εμπλεκόμενου, σας λέω ότι δεν έχει γίνει καμία επεξεργασία, δεν έχει δοθεί καμία εντολή να ξεκινήσουμε τη συζήτηση. Από τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, πάντως, μπορώ να σας πω ότι η εντολή θα είναι να γίνει αλλαγή, η οποία θα έχει σαφέστατα αναλογικότερα χαρακτηριστικά».

Ακούστε ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα της εκπομπής (ηχητικό) :

K.Πουλάκης για την αλλαγή του εκλογικού νόμου : «Αυτονόητη προϋπόθεση η επιδίωξη της μέγιστης συναίνεσης. Χάθηκε η ευκαιρία στο Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών, διότι επισκιάστηκε από άλλες συγκυριακές επιδιώξεις»

Στην εκδήλωση που διοργάνωσε την 1η Δεκεμβρίου το «Ποτάμι» για το εκλογικό σύστημα παραβρέθηκε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Κώστας Πουλάκης.

Παίρνοντας για μία σύντομη παρέμβαση το λόγο, ο κ. Πουλάκης τόνισε πως «ο εκλογικός νόμος είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι ψήφοι των πολιτών μετατρέπονται σε βουλευτικές έδρες και, επομένως, η συλλογική δημοκρατική βούληση σε πολιτική εξουσία. Με την έννοια αυτή, ο εκλογικός νόμος βρίσκεται σε μια διαρκή σχέση αλληλοδιαμόρφωσης με το πολιτικό σύστημα και, άρα, η επιλογή του ενός ή του άλλου εκλογικού συστήματος διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή μιας χώρας».

Καταθέτοντας δε ορισμένες σκέψεις για τις βασικές αρχές επί των οποίων θεωρεί ότι πρέπει κατ’ αρχήν να υπάρξει συζήτηση και συμφωνία, ο Γ.Γ. του ΥΠΕΣΔΑ στάθηκε στα εξής σημεία :

Πρώτον, την επιδίωξη της όσο γίνεται αναλογικότερης λειτουργίας του εκλογικού συστήματος, καθώς, όπως ανέφερε, «σε συνθήκες κρίσης της πολιτικής εμπιστοσύνης, η όσο γίνεται μεγαλύτερη αναλογία μεταξύ του κοινοβουλίου και της κοινωνίας, καθώς και ο πλουραλισμός εντός της Βουλής μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει».

Δεύτερον, την εξασφάλιση σχετικής κυβερνητικής σταθερότητας, η οποία όπως τόνισε εξαρτάται πρωτίστως από «την ωριμότητα και τη σταθερότητα κάθε πολιτικού συστήματος» και η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το «σεβασμό στον πλουραλιστικό χαρακτήρα της δημοκρατίας και την αποφυγή εκτρωματικών και προφανώς δυσανάλογα ευνοϊκών για το πρώτο ή για τα δύο μεγάλα κόμματα ρυθμίσεων».

Τρίτον, την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαπλοκής και του μαύρου πολιτικού χρήματος, για την οποία ωστόσο δεν είναι πανάκεια το απλό «σπάσιμο» των μεγάλων περιφερειών.

Κλείνοντας, ο κ. Πουλάκης έθεσε ως αυτονόητη προϋπόθεση κάθε αλλαγής «την επιδίωξη και επίτευξη της μέγιστης δυνατής συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας», αναφέροντας ως θετικό δείγμα γραφής την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να προτείνει την έναρξη του σχετικού διαλόγου στο πλαίσιο του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, υπογραμμίζοντας ότι «είναι κρίμα το ότι η ευκαιρία αυτή χάθηκε, διότι επισκιάστηκε από άλλες συγκυριακές επιδιώξεις στο πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης». Δεσμεύτηκε ωστόσο ότι η κυβέρνηση θα επανέλθει στο θέμα, ανοίγοντας με τρόπο δημοκρατικό και συντεταγμένο τη συζήτηση.

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της παρέμβασης του κ. Πουλάκη.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ Κ. ΠΟΥΛΑΚΗ, Γ.Γ. ΥΠΕΣΔΑ, ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ Π.Κ. «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ» ΓΙΑ ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (1/12/2015) Συνέχεια