Κ. Πουλάκης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: «Όχι στην προχειρότητα και τη μικροπολιτική σκοπιμότητα – Προϋποθέσεις η σε βάθος μελέτη και η πραγματική διακομματική συναίνεση»

ψηφοςΣτο πάνελ του συνεδρίου που διοργάνωσε η «Συν-πραξις», ένα think tank νέων Ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο, με θέμα την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, συμμετείχε το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης.

Στην παρέμβασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε ότι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού αποτελεί «ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές», το οποίο, όπως είπε, «διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας», γι’ αυτό και ενημέρωσε ότι πρόθεση του Υπουργείου είναι να διεξαχθεί αναλυτική συζήτηση, καθώς, όπως ανέφερε, «η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση».

Ο Κ. Πουλάκης αναγνώρισε ότι «σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών», ωστόσο – σύμφωνα και με όσα δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – η μεταφορά της τάσης αυτής σε κάθε χώρα «πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Στο πλαίσιο δε αυτό υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών και επιδιώκει να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας», εξέφρασε δε την άποψη ότι ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού, έχει «διττές συνέπειες: Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα».

Αναφερόμενος, άλλωστε, στο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, υπό το βάρος της κρίσης, ο Κ. Πουλάκης παραδέχτηκε ότι «είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν», γεγονός που θα πρέπει, όπως είπε, να συνεκτιμηθεί στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Κλείνοντας δε, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ υπενθύμισε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, «το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα”, καθώς όπως ανέφερε, “η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη:

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να συγχαρώ την ομάδα της «Σύνπραξις», καθώς και την ΚΑΠΑ Research, με την οποία συνεργάστηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας μεταξύ των Ελλήνων που κατοικούν εντός και εκτός Επικράτειας, για την πρωτοβουλία να μελετήσουν και να ανοίξουν με τεκμηριωμένο τρόπο τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Πρόκειται για ένα θέμα με πολλαπλές και σημαντικές προεκτάσεις – ιδεολογικές, εθνικές, πολιτικές, συνταγματικές, αλλά και πρακτικές και τεχνικές. Δυστυχώς, όμως, διαχρονικά στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε συνήθως με προχειρότητα και με όρους μικροπολιτικής και σκοπιμότητας.

Σήμερα λοιπόν ελπίζω να πρωτοτυπήσω, αν θέλετε, σε σχέση με αυτή την κακή παράδοση.

Και – παρ’ όλο που ο χρόνος δεν θα μου επιτρέψει να είμαι όσο αναλυτικός θα ήθελα, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυριότερες πλευρές, τους κυριότερους προβληματισμούς, που αποδεικνύουν ότι το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιο σύνθετο από ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουμε.

Και επομένως, ότι η με οποιονδήποτε τρόπο επίλυση του θέματος απαιτεί πρώτον σε βάθος μελέτη και δεύτερον πραγματική διακομματική συναίνεση.

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω – παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες βρίσκεστε σήμερα εδώ το γνωρίζετε – ότι κατά κυριολεξία δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δικαίωμα ψήφου των αποδήμων.

Στην Ελλάδα εγγράφεται κανείς στους εκλογικούς καταλόγους αυτοδικαίως, με μόνη την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και Δημότη κάποιου Δήμου. Επομένως, δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διευκολυνθούν όσοι κατοικούν εκτός Επικράτειας να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό.

Υπάρχουν κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα, επί των οποίων η ελληνική κοινωνία, εντός και εκτός συνόρων, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα πρέπει να απαντήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.

Ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, ουδέποτε όμως συζητήθηκε συντεταγμένα και ειλικρινά.

Ερώτημα πρώτο : Πού στηρίζεται δικαιοπολιτικά το αίτημα για διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να καθιερώνονται διαδικασίες για την ψήφο των ευρισκόμενων στο εξωτερικό, μέσω επιστολικής ψήφου, ψήφου δι’ αντιπροσώπου ή άλλων πρόσφορων διαδικασιών.

Σχετικές είναι εξάλλου και οι αποφάσεις και κατευθύνσεις τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια, ενόψει και του καθολικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας – στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – το τεκμήριο είναι αναμφίβολα υπέρ της διευκόλυνσης της συμμετοχής.

Ωστόσο, η εξειδίκευση του τεκμηρίου αυτού σε κάθε εθνικό πλαίσιο, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες – σε κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και νομικό επίπεδο.

Αυτό δέχεται άλλωστε και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει αναφερθεί και στη χώρα μας με την υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας.

Ενδεικτικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, θα ήθελα να θέσω κάποιες παραμέτρους που οριοθετούν το αν και το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα της ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού :

  • Πρώτον, ως γνωστόν, η Ελλάδα – ως χώρα που σε πολλές στιγμές της ιστορίας της γνώρισε μαζικά κύματα φυγής μεταναστών – έχει υιοθετήσει το “δίκαιο του αίματος”, προκειμένου να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους ομογενείς που ζουν εκτός επικράτειας. Αντίθετα, χώρες που παραδοσιακά υποδέχονταν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση τόσο στο δίκαιο της ιθαγένειας, όσο και στη συγκρότηση της έννοιας του λαού σε σχέση με το έθνος. Και βέβαια, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι πια, εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια, και χώρα υποδοχής ευάριθμων μεταναστευτικών ροών, που διαβιούν πια στη χώρα μας.
  • Δεύτερον, λόγω των μαζικών ροών μεταναστών από την Ελλάδα προς το εξωτερικό που προανέφερα, ο απόδημος Ελληνισμός αριθμητικά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων πολιτών, γεγονός με διττές συνέπειες : Αφ’ ενός μεν, πράγματι, δεν είναι δυνατό να αγνοείται ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αφ’ ετέρου όμως θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τυχόν μαζική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού είναι πιθανό να επιδρούσε καταλυτικά στη λήψη των αποφάσεων. Αποφάσεις οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση και, νομίζω, πέραν πάσης αμφιβολίας αφορούν κυρίως όσους ζουν στην Ελλάδα. Και – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – δεν αναφέρομαι σε κομματικές προτιμήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν γνωρίζουμε για τους εκτός συνόρων συμπατριώτες μας. Θέλω όμως να θυμίσω ότι σε μια σειρά πρόσφατων εκλογών ή δημοψηφισμάτων σε χώρες της Ευρώπης, η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού κινήθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των κατοίκων της χώρας.
  • Τρίτον, βάσει της ελληνικής εκλογικής νομοθεσίας, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι αυτοδίκαιη/αυτόματη, στοιχείο κατά τη γνώμη μου θετικό καθώς διευκολύνει την πολιτική συμμετοχή. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλογέα, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες. Για να το πω απλά, υπάρχουν χώρες οι οποίες ναι μεν δίνουν δικαίωμα επιστολικής ψήφου στους πολίτες τους που τη μέρα των εκλογών βρίσκονται στο εξωτερικό, όμως παράλληλα έχουν θεσπίσει ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κτήση της ιδιότητας του εκλογέα, όπως π.χ. να έχει κατοικήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της επικράτειας της χώρας, αποκλείοντας επομένως μεγάλο μέρος των δικών τους απόδημων.

Ας έρθω, όμως, τώρα στο δεύτερο και κατά τη γνώμη μου καίριο ερώτημα, που σχετίζεται άμεσα και με την έρευνα που πραγματοποίησε η “Συνπραξις” και η ΚΑΠΑ Research : Πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη δεσμών με την Ελλάδα και, κατ’ ακολουθία, πώς οριοθετούμε την έννοια των Ελλήνων του εξωτερικού που θα πρέπει να διευκολύνονται στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και σοβαρά.

Γενικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επί της αρχής κανείς που να διαφωνεί ότι είναι διαφορετική η σχέση που έχει με την πατρίδα ο δεύτερης ή τρίτης γενιάς Έλληνας, που μπορεί και να μη μιλάει καν ελληνικά ή να έχει έρθει στην Ελλάδα μόνο για διακοπές, από το νέο κύμα μεταναστών, νέων κυρίως παιδιών που μεγάλωσαν στην Ελλάδα, μορφώθηκαν εδώ, έχουν εδώ τις αναμνήσεις τους, την οικογένειά τους, τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να φύγουν υπό το βάρος της τρομακτικής ανεργίας των νέων, έχουν δε πιθανόν στο μυαλό τους την πρόθεση και την επιθυμία να επιστρέψουν, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν.

Όταν όμως πάμε να βρούμε τα κριτήρια – που βάσει και της απόφασης του ΕΔΔΑ – καθορίζουν την ύπαρξη δεσμού ή μη με την Ελλάδα, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα :

  • Πρώτον, η γνώση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, είναι σαφώς μία ένδειξη ότι κάποιος διατηρεί σχέση με τη χώρα και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Όμως, επηρεάζεται σαφέστατα από το μορφωτικό επίπεδο και τον εν γένει βαθμό πολιτικοποίησης. Είμαι σίγουρος ότι πολύ από εσάς γνωρίζετε καλύτερα και έχετε πιο τεκμηριωμένη άποψη για τις πρόσφατες αγγλικές εκλογές, λόγου χάρη, από πολλούς βρετανούς πολίτες. Όμως αυτό δεν αρκεί για να ψηφίσετε. Κυρίως, όμως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, το να εισάγουμε τη γνώση και την ενημέρωση ως παράμετρο, ως προϋπόθεση της ψήφου – όσο δελεαστικό και αν ακούγεται για όσους αγωνιούν για την ποιότητα της δημοκρατίας – μας γυρνά πίσω στην αριστοκρατία. Και αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  • Δεύτερον, σαφέστατα το στοιχείο που μπορεί πιο εύκολα και άμεσα να μετρηθεί είναι αυτό της ύπαρξης περιουσίας ή της καταβολής φόρων στην Ελλάδα και, ως τέτοιο, θα μπορούσε πιθανόν να ληφθεί υπόψη. Επιτρέψτε μου όμως δύο παρατηρήσεις. Αφ’ ενός, η σύνδεση της ψήφου, έστω και εμμέσως, με την κτήση περιουσίας, προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί παραπέμπει και πάλι σε μια τιμοκρατική αντίληψη της πολιτικής, σαν εκείνη που είχε εισάγει ο Σόλων στην αρχαία Αθήνα. Αφ’ ετέρου, δεν είναι κατ’ εμέ επαρκής ένδειξη ότι κάποιος επηρεάζεται από τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα τόσο, ώστε να πρέπει να διευκολυνθεί να έχει λόγο σε αυτές. Οι πολιτικές αποφάσεις είναι απείρως περισσότερα πράγματα από τη φορολογία. Είναι αυτές που επηρεάζουν την ανάπτυξη, την απασχολήση, τις υποδομές, την καθημερινότητα. Είναι αυτές που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά ή όχι, αν θα έχουμε ένα καλό σχολείο για να στείλουμε τα παιδιά μας, αν θα έχουμε ένα καλό νοσοκομείο να καταφύγουμε αν χρειαστεί. Αν θα έχουμε ελευθερία να εκφραστούμε, αν θα αισθανόμαστε ασφαλείς, αν θα μπορούμε να ζήσουμε με τον άνθρωπο που θέλουμε και να κάνουμε οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε και ούτω καθεξής. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα, πριν συζητήσουμε για το ποιος θα πρέπει να διευκολύνεται να συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ίσως πρέπει να ξανασυζητήσουμε την πολιτική καθεαυτή και να προβληματιστούμε τι σημαίνει σήμερα για μας η πολιτική, τι νόημα έχει η συμμετοχή σε αυτή και, εν τέλει, ποιους αφορά.

Και αυτό με φέρνει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο σας διαβεβαιώ δεν είναι καθόλου τεχνικό, όπως κάποιος μπορεί να σκεφτεί : Με ποια μορφή αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπροσώπευση και συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού;

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όσοι και όσες έχετε ασχοληθεί πιο στενά με τα ζητήματα της εκλογικής διαδικασίας, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις στο θέμα της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς.

Σε αδρές γραμμές, η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Έλληνες του εξωτερικού περίπου όπως τους ετεροδημότες.

Δηλαδή, να μπορούν είτε πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενεία της χώρας, είτε μέσω επιστολικής ψήφου, να συμμετέχουν κανονικά στην εκλογική διαδικασία μαζί με τους υπόλοιπους εκλογείς.

Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Χ ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη και είναι Έλληνας πολίτης, δημότης του Δήμου Γρεβενών, θα πρέπει – με βάση την εκδοχή αυτή – να ψηφίζει για τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών.

Η επιλογή αυτή έχει δύο μειονεκτήματα :

  • Αφ’ ενός, έχει πολλές τεχνικές δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι τα ψηφοδέλτια των 20 λόγου χάρη κομμάτων, επί 56 εκλογικές περιφέρειες, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο στη διάθεση των εκλογέων του εξωτερικού ανά την υφήλιο. Και μάλιστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, καθώς δεν είναι απίθανο οι ψηφοφόροι λόγου χάρη της εκλογικής περιφέρειας των Γρεβενών στην Ολλανδία να μην είναι περισσότεροι από ένας ή δύο. Επομένως, μόνο η χρήση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας θα μπορούσε να υπερβεί το πρόβλημα αυτό. Είναι ένα ζήτημα που, όπως ίσως ξέρετε, αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της Ελλάδας και τα προβλήματα που συναντούν ακόμα και οι ετεροδημότες στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
  • Αφ’ ετέρου όμως, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που υπονόησα ήδη. Όταν οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού είναι περίπου 20-25% του εκλογικού σώματος, είναι σαφές ότι θα ασκούσαν καθοριστική παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων που δεν τους αφορούν – ή έστω τους αφορούν πολύ λιγότερο.

Σε απάντηση δε αυτού του προβληματισμού έχει προταθεί μία δεύτερη προσέγγιση.

Να θεσπιστούν, δηλαδή, κάποιες λίγες έδρες (π.χ. 5 έως 10) που θα καταλαμβάνουν οι βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο Ελληνισμό.

Οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους των Δήμων που ανήκουν τώρα και να εγγραφούν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέες εκλογικές περιφέρειες (π.χ. εκλογική περιφέρεια Κεντρικής Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής ή Αυστραλίας) και κάθε περιφέρεια να αναδεικνύει έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών, που θα ψηφίζουν οι Έλληνες της περιοχής αυτής.

Τεχνικά, η λύση αυτή είναι απλούστερη.

Πολιτικά, είναι αν θέλετε πιο “ασφαλής” ή “ανώδυνη”, εντός εισαγωγικών, αφού η ψήφος των απόδημων δεν διαχέεται στην εκλογή και των τριακοσίων βουλευτών, αλλά αφορά την εκλογή πέντε ή δέκα αντιπροσώπων.

Οδηγεί, όμως, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς και με τους εαυτούς μας και με τους συμπατριώτες μας, σε περιορισμένη εκπροσώπηση, πολύ μακριά από την αρχή της ισότητας της ψήφου.

Διότι, τα 7 εκατομμύρια Έλληνες του εσωτερικού θα εκλέγουν 290 βουλευτές και τα 2 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού θα εκλέγουν 10.

 

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Κατέθεσα τρία βασικά ερωτήματα/διλήμματα που αντιμετωπίζει κανείς όταν επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια το θέμα της ψήφου των αποδήμων, καθώς και κάποιες πρώτες ενδεικτικές απαντήσεις ή σκέψεις.

Και το έκανα έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύω να γίνω αντιδημοφιλής, να εκληφθεί δηλαδή ο προβληματισμός μου ως αντίθεση στη διευκόλυνση των κατοίκων του εξωτερικού να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Ξέρω ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να διαβεβαιώσω το αποψινό μας ακροατήριο ότι η θέσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει το Σύνταγμά μας σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων είναι προ των πυλών.

Όμως προσπάθησα να αποφύγω τον πειρασμό της μικροπολιτικής και των πυροτεχνημάτων. Φρονώ ότι και η ελληνική ομογένεια έχει χορτάσει από αυτά.

Η πρόθεσή μου λοιπόν – και πρόθεση του Υπουργείου – είναι η ακριβώς αντίθετη.

Θέλουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση σε βάθος και με ειλικρίνεια και σε πολιτικό και σε νομικό και τεχνικό επίπεδο.

Ήδη έχουμε κάνει μια προεργασία με τα στελέχη του Υπουργείου, καταγράφοντας τα ζητήματα επί των οποίων θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις, καθώς και τις πιθανές λύσεις.

Και, πιστέψτε με, μόνη η καταγραφή αναδεικνύει όλη τη συνθετότητα του ζητήματος και, κυρίως, τις βαθιές όχι απλά πολιτικές, αλλά σχεδόν φιλοσοφικές θα έλεγα προεκτάσεις κάθε πιθανής λύσης του.

Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι κυρίαρχο στη σκέψη μας και στο διάλογο θα πρέπει να είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που βρίσκεται στη βάση της συζήτησης για την ψήφο των αποδήμων.

Αφ’ ενός, το πώς διαμορφώνουμε μία συνολική στρατηγική ενίσχυσης των δεσμών της ομογένειας με την Ελλάδα.

Η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς θα πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας πλειάδας πρωτοβουλιών που θα πρέπει να ληφθούν στην κατεύθυνση αυτή.

Ήδη είναι εξαιρετικά σημαντικός ο ψηφιακός χάρτης για την Ελληνική Διασπορά που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα και θα μας βοηθήσει να μιλήσουμε με πραγματικά δεδομένα, εμπλουτισμένα και με ποιοτικά στοιχεία, για την ελληνική ομογένεια.

Και απ’ ό,τι ξέρω, γίνεται επίσης στο ΥΠΕΞ μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

Όμως έχω τη γνώμη ότι χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να ενισχυθεί η εκατέρωθεν γνώση, όσμωση και αλληλεπίδραση, προκειμένου πράγματι ο απόδημος Ελληνισμός να γίνει ενεργό και ζωντανό κομμάτι της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Αφ’ ετέρου – και με αυτό θα κλείσω την παρέμβασή μου – η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού που θα αντλεί από τις πρόσφατες εξελίξεις και τις πολιτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η τρέχουσα κρίση και αποτυπώνονται στην απάθεια, την αποπολιτικοποίηση, τον πολιτικό κυνισμό, την απογοήτευση, την κρίση εμπιστοσύνης.

Με την έννοια αυτή θεωρώ ευτυχή συγκυρία και την εν εξελίξει συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου η ελληνική κοινωνία να προβληματιστεί συλλογικά για το πώς αναβαθμίζουμε τη δημοκρατική συμμετοχή, την αντιπροσωπευτικότητα και την πολιτική ενεργοποίηση συνολικά των Ελλήνων, είτε κατοικούν εντός είτε κατοικούν εκτός των τειχών, αλλά και των αλλοδαπών που μένουν πια επί μακρόν και σε ευάριθμες κοινότητες στη χώρα μας.

Το πώς οργανώνουμε τη συλλογική λήψη αποφάσεων, πώς ορίζουμε το κοινό καλό και, κυρίως, πώς ξαναδίνουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και το αναγκαίο όραμα για το μέλλον το δικό τους και της χώρας.

          Σας ευχαριστώ.

Advertisements

Χαιρετισμός στην ημερίδα της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, της ΚΕΔΕ και της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας

afisa_pfpoΚυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να χαιρετίσω από την πλευρά μου την κοινή πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ, της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και της Πανελλήνιας Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, για τη διοργάνωση της σημερινής ημερίδας.

Μια πρωτοβουλία που δίνει την ευκαιρία να ανταλλάξουν εμπειρίες, απόψεις και προτάσεις όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στο ζήτημα της προστασίας των ζώων συντροφιάς και της αντιμετώπισης του τεράστιου προβλήματος των εγκαταλελειμμένων και αδέσποτων ζώων και της κακοποίησης και, συχνά, της βίαιης θανάτωσής τους.

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα παραμένουν και, μάλιστα, πολλές φορές εντείνονται, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ως θετικά βήματα, αφ’ ενός τη θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου, με το ν. 4039/2012, αφ’ ετέρου την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των εμπλεκόμενων φορέων και πολιτών.

Ιδιαίτερα δε θα ήθελα να σταθώ στις υποδειγματικές προσπάθειες που καταβάλλουν πολλοί Δήμοι, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και στην καθοριστική συνεισφορά των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, προκειμένου να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα εκμετάλλευσης, εγκατάλειψης ή κακοποίησης ζώων.

Είναι γεγονός ότι και σε θεσμικό επίπεδο και, κυρίως, σε επίπεδο υποδομών, υπάρχουν πολλά που μένουν ακόμη να γίνουν.

Και οφείλουμε, ως πολιτεία, να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια, ακόμα και στη σημερινή δύσκολη συγκυρία.

Ως πρώτη άμεση πρωτοβουλία, όπως πιθανότατα γνωρίζετε αρκετές και αρκετοί, ως Υπουργείο Εσωτερικών προωθούμε την τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4039/2012.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη που προωθούμε στο πλαίσιο της επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας του ΥΠΕΣ, ενισχύεται η σαφήνεια στη διαδικασία επιβολής των προστίμων για παραβάσεις της νομοθεσίας για τα ζώα συντροφιάς και θεσμοθετείται η διαδικασία είσπραξής τους από τους δήμους, στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι αρμόδια όργανα για τη διαπίστωση των παραβάσεων του άρθρου 21 του ν. 4039/2012 είναι και οι δημοτικοί αστυνομικοί. Επιπλέον διευκρινίζεται ότι τα έσοδα από τα συγκεκριμένα πρόστιμα αποτελούν έσοδα των δήμων στα όρια των οποίων διαπιστώνεται η παράβαση και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη βελτίωση των δημοτικών καταφυγίων και κτηνιατρείων και για την αντιμετώπιση των δαπανών που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου αυτού.

Ωστόσο, και με αυτό θα ολοκληρώσω το σύντομο χαιρετισμό μου, έχω τη γνώμη ότι η αφύπνιση και η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προώθηση μίας άλλης νοοτροπίας είναι η πρώτη και αναντικατάστατη προϋπόθεση οποιασδήποτε προσπάθειας.

Άλλωστε, σε τελική ανάλυση η συμπεριφορά μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά ως κοινωνία, απέναντι στα ζώα, αντικατοπτρίζει το επίπεδο του πολιτισμού μας.

Με αυτή λοιπόν την έννοια, θεωρώ τη σημερινή πρωτοβουλία, όπως και τη συνολική σας προσπάθεια αξιέπαινη και σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της ημερίδας.

Σας ευχαριστώ.

Οι 4 βασικοί άξονες αλλαγών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: Η ομιλία του Κ. Πουλάκη στη Χίο

poulakis.xios_

Σε εκδήλωση της ΝΕ Χίου του ΣΥΡΙΖΑ, παρουσία και αυτοδιοικητικών στελεχών και εκπροσώπων φορέων της περιοχής, μίλησε την Τρίτη ο Κώστας Πουλάκης, μέλος της ΚΕ του κόμματος και ΓΓ του Υπουργείου Εσωτερικών, παρουσιάζοντας τις προτάσεις της Επιτροπής του ΥΠΕΣ για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Όπως ξεκαθάρισε ο κ. Πουλάκης, οι κατατεθείσες προτάσεις δεν εξαντλούνται στο εκλογικό σύστημα, αλλά διαρθρώνονται γύρω από τέσσερις βασικούς άξονες: πρώτον, την ενίσχυση της αυτοτέλειας και της διοικητικής αποτελεσματικότητας των ΟΤΑ, δεύτερον, την οργανωτική και θεσμική ανασυγκρότηση των Ο.Τ.Α. και την εμβάθυνση της Τοπικής Δημοκρατίας, τρίτον, τη διαφάνεια, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των ΟΤΑ και, τέταρτον, τον αναπτυξιακό αναπροσανατολισμό των Δήμων και των Περιφερειών.

Στόχος, όπως ανέφερε, της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΣ είναι «το αμέσως επόμενο διάστημα να προχωρήσουμε σε μία σε βάθος δημοκρατική συζήτηση με τους αιρετούς σε όλη την Ελλάδα, αλλά και με την ίδια την κοινωνία, πάνω στις προτάσεις που κατατέθηκαν. Έχουμε πει κατ’ επανάληψη ότι η τελική πρόταση της κυβέρνησης θα στηριχθεί σαφέστατα σε πολύ μεγάλο βαθμό στο πρώτο αυτό υλικό που έχει παραχθεί από την Επιτροπή, θα λάβει όμως υπόψη όλες τις απόψεις που θα κατατεθούν στο διάλογο».

Σχολιάζοντας, μάλιστα, τη στάση των αυτοδιοικητικών φορέων, και κυρίως του Προέδρου της ΚΕΔΕ, κ. Πατούλη, στον εν εξελίξει διάλογο, ο ΓΓ του ΥΠΕΣ τόνισε : «Φαίνεται ότι ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ αισθανόταν πιο άνετα, όταν οι αποφάσεις – που επηρέαζαν άμεσα το παρόν και το μέλλον της Αυτοδιοίκησης και την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών – λαμβάνονταν μέσα σε κλειστά υπουργικά γραφεία. Διότι, δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς η…επικοινωνιακή «καταιγίδα» που προσπαθεί – όχι πάντα με επιτυχία, είναι η αλήθεια – να προκαλέσει ο κ. Πατούλης, ξεκινώντας από προσωπικού χαρακτήρα επιθέσεις και φτάνοντας σε φαιδρότητες, όπως η πρόσκληση του Υπουργού σε ντιμπέιτ, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια ψευδή εικόνα δήθεν «μονομαχίας». Έσυρε την ΚΕΔΕ σε αποχώρηση από την επίσημη Επιτροπή του Υπουργείου και  αντί ως θεσμικός εκπρόσωπος της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης  να μετάσχει στη διαβούλευση με τις απόψεις της, επιδόθηκε σε έναν «χαρτοπόλεμο» ανακοινώσεων».

Τέλος, ο κ. Πουλάκης παρουσίασε και έναν σύντομο απολογισμό της δουλειάς που έχει γίνει από το Υπουργείο, σχολιάζοντας ότι «η σημερινή κυβέρνηση έχει ήδη παράξει σημαντικό έργο στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ένα έργο με ξεκάθαρο προοδευτικό, αριστερό πρόσημο, με προτεραιότητα τη στήριξη της εργασίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δίκαιης ανάπτυξης. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό κάποιοι ενοχλούνται τόσο».

Ολόκληρη η ομιλία του Κ. Πουλάκη εδώ : 2017.3.15_ΟΜΙΛΙΑ_ΕΚΔΗΛΩΣΗ Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ ΧΙΟΥ

Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

24022017_%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%b4%cf%81%ce%af%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%ae%cf%82-%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%83-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%84%ce%b1

Καθοριστικό βήμα προόδου για τις προωθούμενες αλλαγές στον «Καλλικράτη» συνιστά η ολοκλήρωση του έργου της Επιτροπής που είχε συσταθεί στο ΥΠΕΣ για την Αναθεώρηση του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία συνεδρίασε για τελευταία φορά σήμερα, Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία του Υπουργού Εσωτερικών, Πάνου Σκουρλέτη και όλων  των αυτοδιοικητικών φορέων, πλην της ΚΕΔΕ που αποσύρθηκε βάσει σχετικής της απόφασης.

Η Επιτροπή στην καταληκτική της συνεδρίαση ενέκρινε τις εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν από τις επιμέρους Θεματικές Ομάδες, σχετικά με τις αρμοδιότητες των Ο.Τ.Α., τη θεσμική τους συγκρότηση και λειτουργία, καθώς και τα οικονομικά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Μιλώντας στη συνεδρίαση της Επιτροπής, ο Υπουργός Εσωτερικών, επεσήμανε: «Θεωρώ ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα, το οποίο βέβαια δεν είναι το τελευταίο. Ένα σημαντικό βήμα το οποίο συμπίπτει με την ολοκλήρωση μιας πολύ κρίσιμης δουλειάς και επεξεργασίας για να προχωρήσουμε παρακάτω. Και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι τα πορίσματα, τα συμπεράσματα, οι προτάσεις, οι εναλλακτικές που έχουν κατατεθεί σε κάθε υποεπιτροπή και στα θέματα τα οποία έχουν συζητηθεί, θα αποτελέσουν ένα πολύτιμο υλικό για να δούμε με ένα πιο ευέλικτο σχήμα πώς θα τις αξιοποιήσουμε καλύτερα. Αν δεν είχε γίνει αυτή η δουλειά, πιστεύω ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολη η εργασία της επόμενης φάσης. Άρα έχει μια ιδιαίτερη αξία».

Είπε κάτι πριν ο κύριος Γενικός το οποίο νομίζω ότι πρέπει να το κρατήσουμε. Και για την διαδικασία αυτή καθ’ αυτή, αλλά και τις συνθήκες μέσα στις οποίες κληθήκαμε να εργαστούμε όλοι μαζί. Να ξεκινήσω από το πρώτο. Θεωρώ ότι δεν απλά θέμα διαδικαστικό, να προσπαθείς να περάσεις μια κουλτούρα ενός ανοιχτού διαλόγου,  διαβούλευσης και σύνθεσης, μέσα από αυτή τη διαβούλευση. Αυτό σχετίζεται με μια βαθύτερη αντίληψη για το πώς πρέπει τελικά να οδηγούμαστε κάθε φορά στις επιλογές. Η διαδικασία δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, η διαδικασία κρύβει και ουσία μέσα της. Πολύ δε περισσότερο όταν οι κατατεθειμένες απόψεις είναι αντιπροσωπευτικές των πραγματικών ζητημάτων που απασχολούν την Αυτοδιοίκηση και νομίζω ότι ως προς αυτό, το πετύχαμε. Αυτή την προϋπόθεση την εκπληρώσαμε, με την αντιπροσωπευτικότητα και τη σύνθεση αυτής της Επιτροπής.

Βεβαίως, στο «παρά πέντε» ένας βασικός παράγοντας αυτής της Επιτροπής, η ΚΕΔΕ, αποφάσισε να μη συμμετέχει για ακατανόητους κατά τη γνώμη μου λόγους. Θεωρώ προσχηματική την αποχώρηση και υποκινούμενη προφανώς από άλλα πολιτικά ελατήρια, τα οποία υπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες. Θα πρέπει να καταλάβει και χωρίς καμία διάθεση νουθεσίας, ότι η ΚΕΔΕ δεν εκπροσωπεί ένα κόμμα, ούτε καν έναν μόνο Δήμο. Η ΚΕΔΕ έχει 325 δήμους και ο καθένας από αυτούς είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Όποιος λοιπόν εκπροσωπεί τους δήμους, θα πρέπει να είναι πολύ πιο προσεκτικός στις κινήσεις του. Ήταν, λοιπόν, ένα ολίσθημα αυτό που έκανε η ΚΕΔΕ, η οποία προσπάθησε να απαντήσει σε δικά της λαθεμένα συμπεράσματα, ότι αυτή η Επιτροπή το μόνο που είχε να κάνει ήταν να ασχοληθεί με το εκλογικό σύστημα. Και κατέληξε σε τοποθετήσεις του τύπου ότι εν πάση περιπτώσει «εμείς δεν συζητάμε το εκλογικό σύστημα αποσπασματικά». Γιατί; Ποιος συζητάει μόνο αυτό; Εδώ έχουμε ανοίξει όλο το εύρος των ζητημάτων. Ένα από αυτά είναι και το θέμα της αντιπροσώπευσης των πραγματικών συσχετισμών στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών και των  περιφερειών. Ένα από αυτά. Και εν πάση περιπτώσει σε όλους τους τόνους είπαμε ότι δεν ολοκληρώνεται αυτή η δουλειά εδώ πέρα. Είναι, βέβαια, δικαίωμά της, να μην συμμετάσχει, έστω και στο «παρά πέντε». Είδα χθες και μια μακροσκελή ανακοίνωση, η οποία προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να υπάρχει διάλογος, αλλά ταυτόχρονα και να ικανοποιήσει τις δικές της εσωτερικές της, εν πάση περιπτώσει, αντιπαλότητες και διαφορετικές προσεγγίσεις.

Εμείς στην επόμενη φάση και κωδικοποιώντας, μορφοποιώντας τελικά αυτή την αξιόλογη δουλειά που έχει γίνει μέχρι τώρα -προφανώς το αποτέλεσμα της δεύτερης φάσης θα το δώσουμε ξανά για συζήτηση σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, και στην ΕΝΠΕ και στην ΚΕΔΕ και σε κάθε Δήμο ξεχωριστά και στις Ομοσπονδίες των εργαζομένων- εάν εργαστούμε με ένα σφιχτό χρονοδιάγραμμα, μέχρι τα μέσα της χρονιάς, θα έχουμε καταλήξει σε κάποιες μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο, που θα έχουν μια κατεύθυνση, που θα μπορούν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι κάνουμε αυτές τις αλλαγές, οι οποίες ανοίγουν το δρόμο για κάποιες άλλες. Δεν θεωρώ υπό τις παρούσες συνθήκες και εννοώ, πια, τις ευρύτερες συνθήκες, τις οικονομικές, ότι έχουμε την άνεση να κάνουμε πράξη όσα θα θέλαμε. Είναι διαφορετικό  να σχεδιάζεις το 2008 και το 2009 και άλλο το 2016 και το 2017, όπου υπάρχουν δουλείες πολύ συγκεκριμένες.

 Θα ήθελα να σταθώ με θετικό τρόπο στη θέση της ΕΝΠΕ, η οποία συμμετείχε από την αρχή μέχρι το τέλος στην συζήτηση και δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να διαφοροποιηθεί όπως η ΚΕΔΕ. Και τον κ. Αγοραστό, τον οποίο συνάντησα την προηγούμενη εβδομάδα, ως επικεφαλής της αντιπροσωπείας της ΕΝΠΕ, συζητήσαμε για όλα αυτά τα ζητήματα και θεωρώ ότι έχουμε, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε διάφορα ζητήματα, μια καλή ανοιχτή επικοινωνία.

 Θέλω να πω επίσης, κάνοντας μια σύντομη αναφορά από την ώρα του τελευταίου ανασχηματισμού μέχρι σήμερα. Τι είχαμε πει; Προφανώς παραλαμβάνοντας μια σειρά νομοσχεδίων, λιγότερο ή περισσότερων επεξεργασμένων, είχαμε πει ότι το πρώτο νομοσχέδιο που θα φέρουμε θα είναι το μεγάλο το πολυνομοσχέδιο «σκούπα», αφού προηγουμένως κάποιες κατεπείγουσες διατάξεις, ενσωματωθούν σε μια σειρά άλλων σχεδίων νόμου που κατατέθηκαν προς ψήφιση το προηγούμενο διάστημα και πριν από τις γιορτές και αμέσως μετά, και αυτό έγινε. Προέκυψε θα έλεγε κανείς ένα “mini” νομοσχέδιο-πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου μας, με την έννοια ότι οι διατάξεις που ψηφίστηκαν χθες το βράδυ, στο μεγαλύτερό τους μέρος, αφορούσαν και είχαν ως κορμό θέματα τα οποία είναι του υπουργείου Εσωτερικών. Βασικός κορμός ήταν ότι αφορούσε την ίδρυση και την λειτουργία των Ευρωπαϊκών κομμάτων, αλλά και πάρα πολλές άλλες διατάξεις οι οποίες σχετίζονται με θέματα λειτουργίας των δήμων και των περιφερειών είτε των εργαζομένων σε αυτές. Προχωράμε, δηλαδή, με βάση αυτόν τον σχεδιασμό και φιλοδοξούμε τις αμέσως επόμενες ημέρες να καταθέσουμε εν πάση περιπτώσει αυτό το πολυνομοσχέδιο «σκούπα» ή όπως αλλιώς έχει ονομαστεί, θα έχουμε και τις ρυθμίσεις των οφειλών και νομίζω ότι θα ανακουφίσει πολλές περιπτώσεις, θα προκαλέσει συζήτηση σε κάποιες άλλες, διότι θα έχετε δει δυστυχώς ότι η πολιτική ζωή υπαγορεύεται και από άλλες σκοπιμότητες, καμιά φορά θέματα τα οποία αν ήταν κάποιος άλλος στην κυβέρνηση θα τα έκανε με μεγάλη ευκολία, όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση προσπαθεί να εφεύρει επιχειρήματα για να διαφοροποιηθεί. Νομίζω, όμως, ότι θα είναι ένα νομοσχέδιο το οποίο θα αποσυμπιέσει κάπως τα πράγματα και θα μας ανοίξει κι εμάς τη δυνατότητα να ασχοληθούμε με αυτό εδώ που κάνουμε αυτή τη στιγμή στη δεύτερή του φάση, να δούμε δηλαδή τις μεγάλες θεσμικές αλλαγές.

 Αυτά ήθελα να πω, σε αυτή την πρώτη και τελευταία, με αυτή τη σύνθεση, συνεδρίαση της επιτροπής, να σας ευχαριστήσω και εκ μέρους του προηγούμενου υπουργού για την δουλειά που κάνατε, περισσότερο με εκείνον -εννοώ το διάστημα που ήταν εκείνος παρών- και θεωρώ ότι θα βρούμε τους τρόπους, να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο τη δουλειά σας και να έχουμε τελικά το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οτιδήποτε κάνουμε θα είναι δημόσιο, δεν θα αιφνιδιάσουμε και μέχρι και την τελευταία στιγμή θα είμαστε ανοιχτοί σε παρατηρήσεις και προτάσεις. Προφανώς την τελική πολιτική ευθύνη την έχει η Κυβέρνηση και εκείνη  τελικά θα κριθεί για το σχέδιο που θα καταθέσει στην Βουλή προς ψήφιση. Σας ευχαριστώ.»

Δήλωση του Προέδρου της Επιτροπής Κώστα Πουλάκη

Με το πέρας της συνεδρίασης, ο πρόεδρος της Επιτροπής και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ, Κώστας Πουλάκης, δήλωσε τα εξής :

«Ολοκληρώσαμε σήμερα ένα σημαντικό έργο. Η εισήγηση της Επιτροπής προς την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΣ, σχετικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις σε όλες τις πλευρές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αποτέλεσε προϊόν συλλογικής επεξεργασίας και εκτεταμένου δημοκρατικού διαλόγου. Και, με την έννοια αυτή, είμαστε υπερήφανοι για το γεγονός ότι πάνω από εκατό άνθρωποι – στελέχη του ΥΠΕΣ, ειδικοί επιστήμονες και εκπρόσωποι των βασικότερων αυτοδιοικητικών φορέων – εργάστηκαν με μεράκι για την ολοκλήρωση του έργου αυτού, παρά την αδικαιολόγητη εμμονή κάποιων πλευρών να προσπαθούν να δυναμιτίσουν, ανεπιτυχώς ευτυχώς, τη διαδικασία.

Τις αμέσως επόμενες ημέρες, θα καθαρογραφεί η τελική εισήγηση της Επιτροπής και θα παραδοθεί στον Υπουργό, κ. Σκουρλέτη, προκειμένου – με βάση τις προτάσεις που έτυχαν επεξεργασίας – να διαμορφωθεί η τελική κυβερνητική πρόταση, επί της οποίας θα διεξαχθεί ευρύς δημοκρατικός διάλογος με τα πολιτικά κόμματα και τους φορείς, προκειμένου εντός του έτους να αναληφθεί η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία.

Οι επεξεργασίες που υιοθετήθηκαν είναι εκτεταμένες και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της αυτοδιοικητικής δράσης. Το σύνολο της πρότασης της Επιτροπής θα δοθεί στη δημοσιότητα μόλις κατατεθεί επισήμως στον κ. Υπουργό, θεωρώ ωστόσο ότι αξίζει να επισημανθούν κάποια από τα βασικότερα σημεία:

Πρώτον, προτείνεται ένα μοντέλο επαναοριοθέτησης των ασκούμενων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την κρατική Διοίκηση αρμοδιοτήτων.

Δεύτερον, εξειδικεύεται η «μοντελοποίηση» των Ο.Τ.Α., ώστε να αντιμετωπίζονται διακριτά ειδικές κατηγορίες Δήμων, όπως ιδίως οι νησιωτικοί και οι ορεινοί, ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση της μητροπολιτικής διακυβέρνησης.

Τρίτον, επανασχεδιάζονται οι θεσμοί ενδοδημοτικής αποκέντρωσης, ώστε να δημιουργηθούν ισχυρές τοπικές δομές στο εσωτερικό κάθε Δήμου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες, οι οποίες – σε συνδυασμό με την ενίσχυση των θεσμών άμεσης κοινωνικής συμμετοχής – αναμένεται να αυξήσουν το αίσθημα εγγύτητας των πολιτών προς το θεσμό της Αυτοδιοίκησης.

Τέταρτον, αποσυνδέονται οι αυτοδιοικητικές εκλογές από τις ευρωεκλογές, ενώ προτείνεται ως εκλογικό σύστημα για τα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια η απλή αναλογική, με διατήρηση του θεσμού του Δημάρχου και του Περιφερειάρχη που θα εκλέγεται, ως επικεφαλής του αντίστοιχου συνδυασμού, σε δεύτερο γύρο, αν χρειάζεται.

Πέμπτον, προτείνεται ένα νέο, δημοκρατικό, αποτελεσματικό και διαφανές σύστημα οικονομικής διαχείρισης και δημοσιονομικής εποπτείας των Ο.Τ.Α., που θα εξασφαλίζει την οικονομική τους βιωσιμότητα, χωρίς να παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτέλειά τους.

Έκτον, ενισχύονται οι διαδικασίες συμμετοχικής κατάρτισης του προϋπολογισμού των Ο.Τ.Α., ώστε να έχει λόγο στον αυτοδιοικητικό σχεδιασμό και η τοπική κοινωνία.

Έβδομον, προτείνεται η αλλαγή του τρόπου κατανομής της κρατικής επιχορήγησης των Ο.Τ.Α., βάσει ενός αλγορίθμου που θα λαμβάνει υπόψη το ελάχιστο κόστος λειτουργίας ενός Ο.Τ.Α. και θα κατατείνει στη μείωση των ανισοτήτων και στη στήριξη των μικρών και μειονεκτούντων Ο.Τ.Α., με ταυτόχρονη ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της είσπραξης των ιδίων εσόδων των Ο.Τ.Α.

Όγδοον, επικαιροποιούνται οι διαδικασίες του αναπτυξιακού προγραμματισμού, με τη θεσμοποίηση συνεργειών μεταξύ όλων των βαθμίδων της διοίκησης και σταθερή συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.»

Ομιλία Κ. Πουλάκη στην Αταλάντη με θέμα «Μετά τον Καλλικράτη τι; Η μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση»

1Στην εκδήλωση που διοργάνωσαν οι εκδηλώσεις του Δ. Λοκρών του ΣΥΡΙΖΑ στην Αταλάντη μίλησε ο Κώστας Πουλάκης, Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, σχετικά με τη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Αναλυτικά η ομιλία του Κ. Πουλάκη :

Αξιότιμοι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ του Δήμου Λοκρών για την πρόσκληση να μιλήσω στην αποψινή εκδήλωση, αλλά και όλους και όλες εσάς που βρίσκεστε απόψε εδώ.

Πρώτα απ’ όλα θα μου επιτρέψετε μια επισήμανση. Η αποψινή εκδήλωση είναι η τρίτη κατά σειρά στην οποία έχω τη χαρά να μιλάω για τη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης την οποία σχεδιάζουμε, μέσα σε διάστημα ακριβώς ενός μήνα. Και κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εκδηλώνεται από την περιφέρεια, όπου η σημασία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και οι δυνατότητες που υπάρχουν, αν δοθεί έμφαση στην τοπική δημοκρατία και την τοπική ανάπτυξη, είναι πιο εμφανείς στους πολίτες.

Όπως ξέρετε, η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υπήρξε κεντρική προγραμματική δέσμευση της σημερινής κυβέρνησης.

Οι περισσότεροι και οι περισσότερες θα θυμάστε πως ήδη από το 2010 είχαμε ασκήσει κριτική στον «Καλλικράτη».

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίσαμε εξαρχής και δεν αναγνωρίζουμε θετικά βήματα, όπως κυρίως η καθιέρωση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης που αποτελούσε και πάγια δική μας θέση, αλλά και επιμέρους αλλαγές που κινήθηκαν σε θετική κατεύθυνση.

Ωστόσο, κατά την άποψή μας, ο «Καλλικράτης» έχει τρεις βασικές εγγενείς αδυναμίες :

Η πρώτη έχει να κάνει με τον κεντρικό του στόχο. Ανεξαρτήτως τυχόν καλών προθέσεων και χρήσιμων ιδεών των συντακτών του, ο «Καλλικράτης» οικοδομήθηκε εξαρχής στη λογική του «λιγότερου κράτους», υιοθετώντας πλήρως τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, ενώ βασικός του στόχος ήταν η συρρίκνωση των δομών των Ο.Τ.Α. και η δραστική περικοπή του κόστους λειτουργίας τους. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η ψήφιση του «Καλλικράτη» αποτέλεσε το πρώτο μνημονιακό μέτρο που πήρε η χώρα μας, με την έναρξη αυτής της σκοτεινής και δύσκολης περιόδου έξι χρόνων λιτότητας.

Σαφέστατα υπήρξαν και στην Αυτοδιοίκηση – όπως και σε ολόκληρη τη Δημόσια Διοίκηση – περιπτώσεις σπατάλης, κακοδιαχείρισης, ακόμα και διαφθοράς.

Όμως ήταν άλλο πράγμα το να μπει μία τάξη και άλλο το να πάρει κανείς ένα μαχαίρι και να περικόψει οριζόντια τα πάντα : δομές, χρηματοδότηση, προσωπικό.

Η δεύτερη έχει να κάνει με το γεγονός ότι διατήρησε το έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας που χαρακτήριζε και συνέχισε να χαρακτηρίζει την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Με τη διαφορά ότι αυτό το έλλειμμα συνδυάστηκε, στην περίπτωση του «Καλλικράτη» και με την εκτεταμένη συγχώνευση Δήμων και Κοινοτήτων και, αντίστοιχα, Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.

Με αποτέλεσμα, οι πολίτες να απομακρύνονται διαρκώς – γεωγραφικά, αλλά κυρίως πολιτικά – ακόμα και από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τον κατεξοχήν λαϊκό θεσμό.

Έτσι, ακόμα και θεσμοί δημοκρατικής – υποτίθεται – συμμετοχής που έφτιαξε ο «Καλλικράτης» παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ένα «αδειανό πουκάμισο», αφού δεν κατάφεραν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πολιτών και παρέμειναν γραφειοκρατικοί και, σε πολλές περιπτώσεις, διακοσμητικοί, αν όχι ανύπαρκτοι.

Η τρίτη έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο «Καλλικράτης» έφτιαξε ένα «κουστούμι» – συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όργανα και τρόπο λειτουργίας – το οποίο επιχείρησε να «φορέσει» σε όλους ανεξαρτήτως τους Ο.Τ.Α., κυρίως στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης.

Με άλλα λόγια, ο «Καλλικράτης» διαμόρφωσε ένα οριζόντιο πλαίσιο λειτουργίας το οποίο είναι το ίδιο για τη Γαύδο και για την Αθήνα.

Με αποτέλεσμα, ο μεν Δήμος Γαύδου να μην μπορεί ποτέ – όση προσπάθεια και αν καταβάλει η εξαίρετη Δήμαρχος και φίλη – να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ο δε Δήμος της Αθήνας, όπως και άλλοι μεγάλοι Δήμοι, να διεκδικούν – επίσης εύλογα – περισσότερες αρμοδιότητες και ουσιαστικότερο ρόλο.

Παράλληλα, η εμπειρία εφαρμογής του «Καλλικράτη» ανέδειξε και μία σειρά επιμέρους δυσλειτουργίες και ελλείψεις, ενώ η ίδια η Τοπική Αυτοδιοίκηση διεκδικεί – και σε αυτό είμαστε απολύτως αρωγοί – έναν πιο ουσιαστικό, αναβαθμισμένο ρόλο σε μία σειρά σημαντικά ζητήματα, όπως η κοινωνική αλληλεγγύη και η τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις και αξιολογήσεις, οι οποίες – πρέπει να σας πω – δεν είναι γενική και αφηρημένη κυβερνητική θέση ή ιδεοληψία, όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε – πήραμε ως κυβέρνηση, ως Υπουργείο Εσωτερικών, την πρωτοβουλία να ανοίξουμε τη συζήτηση για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Και επιλέξαμε να ανοίξουμε τη συζήτηση δημοκρατικά και τίμια, φωνάζοντας στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια Επιτροπή, τους εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης, τους εργαζόμενους στους Ο.Τ.Α., ειδικούς επιστήμονες και διοικητικά στελέχη.

Ανοίξαμε τα χαρτιά μας, καταθέσαμε τις απόψεις μας, κυρίως στα θέματα που για μας αποτελούν προτεραιότητα ή είναι θέματα αρχής και καλέσαμε τους φορείς της Αυτοδιοίκησης, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο, κάθε ειδικό, κάθε συλλογικότητα ή ανήσυχο πολίτη να μας καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις.

Πριν όμως σας παρουσιάσω τις βασικές, κατά τη γνώμη μας, αιχμές που πρέπει να περιλάβει σήμερα μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα ήθελα να απαντήσω σε ένα ερώτημα, που είτε καλόπιστα είτε όχι, τίθεται από κάποιες πλευρές.

Είναι πράγματι η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μια κοινωνική αναγκαιότητα ή αποτελεί κάποιου είδους «ιδεοληψία» της κυβέρνησης και εμμονή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

Όπως ήδη σας ανέφερα, είναι αλήθεια – και δεν το αρνούμαστε, αλλά είμαστε περήφανοι – ότι το ζήτημα των αναγκαίων θεσμικών τομών στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υπήρξε κεντρικός πυλώνας του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και, κατ’ επέκταση, μεταξύ των προτεραιοτήτων της παρούσας κυβέρνησης.

Άλλωστε, όχι τυχαία, η συγκρότηση της Επιτροπής που ανέλαβε την επεξεργασία της μεταρρύθμισης περιλήφθηκε στο νόμο με το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα» της κυβέρνησης.

Όμως η κριτική μας στον «Καλλικράτη», όπως σας την περιέγραψα, υπήρξε ειλικρινής και τεκμηριωμένη.

Και αν στην αρχή ήταν μια θέση αντιδημοφιλής, διότι πολλοί από τους ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης θεώρησαν ότι ο «Καλλικράτης» μπορούσε να επιλύσει ικανοποιητικά τα ανοιχτά θέματα της Αυτοδιοίκησης, σήμερα είναι όλο και περισσότεροι – και θα έλεγα πλειοψηφία – εκείνοι που, ανεξαρτήτως μάλιστα πολιτικής τοποθέτησης, αναγνωρίζουν η ανάγκη μίας ουσιαστικής μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Άλλωστε, η ίδια η οικονομική και πολιτική κρίση που ζήσαμε και, δυστυχώς, ζούμε, έφερε στο προσκήνιο τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψη μας, τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και, κυρίως, η ίδια η Αυτοδιοίκηση.

Μιλάω για το αίτημα για περισσότερη και πραγματική δημοκρατία, για διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

Μιλάω για την ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών και δημιουργίας μίας σύγχρονης, αποτελεσματικής και φιλικής προς τον πολίτη διοίκησης.

Μιλάω για την επανεκκίνηση της οικονομίας, με ταυτόχρονη προστασία της κοινωνικής συνοχής και στήριξη των πιο αδύναμων.

Και βέβαια, μαζί με τα προβλήματα, η κρίση έφερε στο προσκήνιο κοινωνικές δυνάμεις υγιείς και ζωντανές που κινητοποιούνται, οργανώνονται συλλογικά και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε μια σειρά ζητήματα, με πρώτη την αλληλεγγύη και τις νέες μορφές παραγωγής και διάθεσης προϊόντων.

Έτσι λοιπόν, θα έλεγα ότι η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να κινηθούμε.

Είναι, επομένως, ανάγκη – όχι επειδή έτσι λέει η κυβέρνηση, αλλά επειδή έτσι αποδεικνύει η καθημερινότητα που βιώνουμε όλες και όλοι – να δούμε και πέρα, και μετά τον «Καλλικράτη».

Όχι βέβαια για να ξηλώσουμε ό,τι έγινε, όχι για να γκρεμίσουμε. Αλλά για να αξιολογήσουμε όσα έγιναν, να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να πάμε την υπόθεση της Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας έστω λίγα βήματα μπροστά.

Αν λοιπόν έτσι είναι τα πράγματα, αν είναι όντως σημαντική μία ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πέρα και μετά τον «Καλλικράτη», θα ήθελα εν συντομία να σας παρουσιάσω τις βασικές αιχμές που κατά τη γνώμη μας πρέπει να έχει μια τέτοια μεταρρύθμιση.

Αιχμή πρώτη είναι αναμφίβολα η διεύρυνση και η 3εμβάθυνση της δημοκρατικής και συμμετοχικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α.

Σε μία περίοδο που οι πολίτες δυσπιστούν όλο και περισσότερο – και όχι άδικα – προς τους θεσμούς, αποτελεί πρόκληση πρωτίστως για την ίδια την Αυτοδιοίκηση να φέρει ξανά την πολιτική, τη συμμετοχή και τον δημοκρατικό διάλογο στο προσκήνιο.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι η αναλογική συγκρότηση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων είναι υπερώριμο βήμα και θα αποτελέσει το θεσμικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση κουλτούρας συνεργασιών και συναινέσεων.

Πρόκειται για μία μεγάλη αλλαγή που ήδη προχωρά σε επίπεδο κεντρικού πολιτικού συστήματος και δεν επιτρέπεται σε αυτό ειδικά το θέμα η Αυτοδιοίκηση κινδυνεύει να γίνει ουραγός των κοινωνικών εξελίξεων.

Για το θέμα αυτό, και πριν συνεχίσω στα υπόλοιπα σημεία, επιτρέψτε μου μία παρένθεση.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι – όπως σκοπίμως προσπαθούν κάποιοι να δείξουν – η μόνη πρόταση της κυβέρνησης. Αντίθετα, όπως θα δείτε, έχουμε μία σειρά θεσμικών και οικονομικών προτάσεων, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να πετάξουν τη μπάλα της αντιπαράθεσης στο γήπεδο μόνο του εκλογικού συστήματος.

Και, βέβαια, επιμένουμε ότι η δημοκρατική αλλαγή είναι αναπόσπαστο μέρος της υπόλοιπης μεταρρύθμισης και δεν πρόκειται να παραπεμφθεί στις καλένδες.

Συνεχίζοντας λοιπόν ως προς την πρώτη αιχμή της μεταρρύθμισης, τη διεύρυνση της δημοκρατίας στους Ο.Τ.Α., ένα επιπλέον στοιχείο είναι η αναμόρφωση των θεσμών ενδοδημοτικής αποκέντρωσης.

Ξέρετε όλες και όλοι ότι οι τοπικές κοινότητες, που φτιάχτηκαν ως αντιστάθμισμα στην ενοποίηση των Δήμων για να υπάρχει κάποιος θεσμός κοντά στους πολίτες, δεν λειτούργησαν όσο ουσιαστικά θα μπορούσαν.

Θέλουμε λοιπόν να φτιάξουμε καινούριους θεσμούς, που θα έχουν ουσιαστικό ρόλο και λόγο και στους οποίους θα μπορεί ο πολίτης να συμμετέχει, να έχει άμεσα το λόγο και να επιλύσει μικρά τοπικά θέματα της γειτονιάς ή του χωριού του, χωρίς να χρειάζεται να φτάσει μέχρι το Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο.

Έχω μάλιστα τη γνώμη ότι πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πολίτες των Δήμων που συνενώθηκαν και που τους οδηγούν να διεκδικούν την εκ νέου διάσπασή τους θα λυθούν με τον τρόπο αυτό.

Τέλος, η εισαγωγή πολύμορφων θεσμών άμεσης δημοκρατικής συμμετοχή, από τις «λαϊκές συνελεύσεις», μέχρι τα τοπικά δημοψηφίσματα.

Αλλά κυρίως η εισαγωγή θεσμών διαβούλευσης, κοινωνικής λογοδοσίας και ελέγχου των αυτοδιοικητικών αρχών, που θα φέρει πιο κοντά τους πολίτες στα δημοτικά ζητήματα και, σε τελική ανάλυση, θα ενισχύει την ίδια την ουσία της Αυτοδιοίκησης.

Αιχμή δεύτερη, η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας στη λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών ως διοικητικών δομών.

Η αλήθεια είναι ότι οι Δήμοι και οι Περιφέρειες έχουν ήδη βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα της λειτουργίας τους.

Και ως Υπουργείο αξιοποιούμε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, προκειμένου να αναβαθμίσουμε κι άλλο τις υποδομές της Αυτοδιοίκησης.

Ωστόσο, έχουμε τη γνώμη – και τουλάχιστον σε αυτό είμαι βέβαιος ότι υπάρχει συμφωνία – υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν.

Συνηθίζω να λέω ότι η κακή ποιότητα των διοικητικών υπηρεσιών, το πρόβλημα της γραφειοκρατίας πλήττουν περισσότερο τους απλούς ανθρώπους, τους πιο αδύναμους, όλους εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα ή τα χρήματα να στραφούν σε ιδιωτικές υπηρεσίες.

Είναι λοιπόν ανάγκη να τελειώνουμε με τη γραφειοκρατία, με τις καθυστερήσεις, με την κακοδιοίκηση.

Είναι θέμα πρώτης πολιτικής προτεραιότητας, αν θέλουμε να είμαστε στο πλευρό αυτών των «απλών» ανθρώπων, να βελτιώσουμε την καθημερινότητά τους.

Το πρώτο πράγμα που κάνουμε στην κατεύθυνση αυτή, είναι να ξαναδούμε ποιος θεσμός είναι αρμόδιος για τι.

Να δούμε τι αποφάσεις μπορεί να παίρνει και τι υπηρεσίες μπορεί να παρέχει στους πολίτες ο Δήμος, η Περιφέρεια, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση και το κεντρικό Κράτος.

Θέλουμε πρώτα απ’ όλα να είναι ξεκάθαρος ο ρόλος και οι ευθύνες του κάθε θεσμού, ώστε ο πολίτης να μην παραπέμπεται ακόμα και για την πιο απλή δουλειά από τον Άννα στον Καϊάφα.

Και, έπειτα, θέλουμε να θεσπίσουμε κριτήρια και μηχανισμούς, ώστε :

  • Πρώτον, να ενισχυθεί ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των Δήμων και των Περιφερειών και το Κράτος να κρατήσει κατά κύριο λόγο για τον εαυτό του το γενικό επιτελικό σχεδιασμό.
  • Δεύτερον, να υπάρχει συνεργασία και συνένωση δυνάμεων μεταξύ των διαφορετικών διοικητικών βαθμίδων σε όλα τα θέματα.
  • Τρίτον, όλες οι αρμοδιότητες και όλες οι υπηρεσίες να παρέχονται όσο γίνεται πιο κοντά στον πολίτη, για να έχει πρόσβαση σε αυτές και για να μπορεί να τις ελέγχει η κοινωνία.
  • Τέταρτον, όσο είναι δυνατό, για κάθε τομέα να υπάρχει ένας αρμόδιος φορέας, ώστε η εξυπηρέτηση του πολίτη να εξαρτάται από ένα κάθε φορά κέντρο κατά περίπτωση.

Παράλληλα, όπως ξέρετε, καθιερώνουμε ένα αντικειμενικό σύστημα εποπτείας των Ο.Τ.Α.

Μέχρι σήμερα, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες ελέγχονται από το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαρκώς υπόνοιες και καταγγελίες για μεροληψία.

Στον αντίποδα, προχωράμε στη δημιουργία μίας διακριτής υπηρεσίας που θα διασφαλίζει την αντικειμενική, αλλά και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των Ο.Τ.Α. και των αιρετών.

Άλλωστε, όπως θυμάστε, μία από τις πρώτες επιλογές της παρούσας κυβέρνησης κατά την πρώτη ήδη θητεία της, ήταν να μην τοποθετήσει πολιτικά πρόσωπα ως Γενικούς Γραμματείς των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, αλλά να στηριχθεί στα στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης.

Και μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να ήταν πιο εύκολη, αν θέλετε, η ζωή μας, αν είχαμε βάλει κομματικά μας στελέχη, όμως όταν είπαμε ότι έχουμε εμπιστοσύνη στη Δημόσια Διοίκηση, να ξέρετε ότι το εννοούσαμε.

Τέλος – σημείο εξαιρετικά σημαντικό – ανοίξαμε τη συζήτηση για την αντιμετώπιση των φαινομένων κακοδιοίκησης, διαπλοκής και διαφθοράς στους Ο.Τ.Α.

Είναι γεγονός ότι στους Δήμους και τις Περιφέρειες έχει γίνει μεγάλη πρόοδος ως προς τη χρηστή και διαφανή λειτουργία τους και αυτό αποτυπώνεται και στη συνείδηση των πολιτών.

Στόχος μας, να αναβαθμίσουμε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό.

Έναν θεσμό που οφείλουμε να πούμε ότι επιδεικνύει θαυμαστή αντοχή στη συνείδηση των πολιτών, σε μία περίοδο γενικευμένης απαξίωσης και όχι τυχαία.

2Τέλος, τρίτη αιχμή της μεταρρύθμισής μας, η μετατροπή των Δήμων και των Περιφερειών σε πρωταγωνιστές, αντίστοιχα, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δίκαιης ανάπτυξης.

Στόχος μας είναι να δώσουμε στους Δήμους και στις Περιφέρειες τα εργαλεία εκείνα ώστε να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ικανοποίηση των δύο βασικότερων σήμερα προτεραιοτήτων της ελληνικής κοινωνίας.

Αφ’ ενός, να στηρίξουν τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας, μέσα από το δίκτυο των κοινωνικών δομών των Ο.Τ.Α., που θέλουμε να αποκτήσουν πιο ευρείες αρμοδιότητες.

Και αφ’ ετέρου, μέσα από καινοτόμα εργαλεία, να μπορέσουν οι Ο.Τ.Α. να πρωτοστατήσουν στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, να σχεδιάσουν δημοκρατικά για την περιοχή τους, να διαχειριστούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών και εθνικών επενδυτικών πόρων και, κυρίως, να παίξουν ενεργό ρόλο και στη χάραξη και υλοποίηση της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Όπως ξέρετε, προχωρά η χάραξη της νέας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Κεντρικός στόχος μας η δίκαιη ανάπτυξη.

Μία ανάπτυξη, δηλαδή, που δε θα μένει μόνο στα νούμερα.

Μία ανάπτυξη που – εκτός από τους δείκτες και τα ισοζύγια – θα περιλαμβάνει δίκαιη κατανομή και των βαρών και των ωφελειών.

Με άλλα λόγια, να μοιραστούμε όλοι και τις θυσίες, αλλά και τα αποτελέσματα της ανάπτυξης.

Όλες οι κοινωνικές ομάδες, αλλά και όλες οι περιοχές της χώρας, ώστε να μην υπάρχουν περιοχές που θα αναπτύσσονται και θα ευημερούν και άλλες που θα είναι η «πίσω αυλή» της χώρας.

Η επιτυχία μας στο στόχο αυτό προϋποθέτει ότι η Αυτοδιοίκηση θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναπτυξιακή διαδικασία. Και αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί :

  • Πρώτον, την καθιέρωση θεσμικών διαδικασιών συνεργασίας μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, κεντρικού Κράτους, αλλά και οικονομικών και κοινωνικών φορέων.
  • Δεύτερον, τη θεσμοθέτηση νέων, καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, πέραν τη σταθεροποίησης και σταδιακής αποκατάστασης της κρατικής χρηματοδότησης των Ο.Τ.Α. Άλλωστε, έχουμε δεσμευτεί, και εμμένουμε σε αυτό, ότι όσο βελτιώνονται – και βελτιώνονται αισθητά – τα δημόσια οικονομικά, θα αποκαθίσταται σταδιακά και η χρηματοδότηση των Ο.Τ.Α. Παράλληλα όμως, είναι σημαντικό να δημιουργηθούν και άλλα εργαλεία, όπως λόγου χάρη η αναπτυξιακή και κοινωνική αξιοποίηση της περιουσίας των Ο.Τ.Α. ή η δημιουργία ενός ειδικού αναπτυξιακού προγράμματος από διάφορους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για τη χρηματοδότηση των Ο.Τ.Α.
  • Τέλος, επιτρέψτε μου δύο λέξεις για ένα τεράστιο, εξαιρετικά επίκαιρο και εξαιρετικά σημαντικό θέμα. Επιδιώκουμε οι Ο.Τ.Α. να παίξουν ενεργό και πρωταγωνιστικό ρόλο στην προαγωγή της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όχι μόνο υποστηρίζοντας τους φορείς της, όχι μόνο εντάσσοντάς την ως σημαντικό τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής κάθε περιοχής, αλλά και διαμορφώνοντας μαζί τους συνέργειες προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να σταματήσω την ανάλυσή μου.

Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι πολλοί και πολλές από εσάς θα έχετε ήδη απορίες και – το κυριότερο – θα έχετε ενδιαφέρουσες προτάσεις και ιδέες να καταθέσετε, είτε από την εμπειρία σας ως αυτοδιοικητικοί, είτε από την καθημερινότητά σας ως πολίτες.

Και πρέπει να σας πω ότι αυτό το κομμάτι, το να σας ακούσουμε, είναι ίσως το πιο πολύτιμο.

Διότι, εγώ, ο Υπουργός, όλα τα κυβερνητικά στελέχη έχουμε κάθε μέρα δημόσιο βήμα. Ξέρετε λίγο πολύ τι λέμε. Μπορείτε να τα ακούσετε στην τηλεόραση, να τα διαβάσετε στις εφημερίδες.

Ο λόγος όμως που επιδιώκουμε και εγώ προσωπικά, όπως και όλα τα στελέχη της κυβέρνησης, να βγαίνουμε από τους τέσσερις τοίχους των Υπουργείων είναι για να έχουμε ακριβώς την ευκαιρία να ακούσουμε από εσάς, από πρώτο χέρι, τη γνώμη σας.

Περιμένω λοιπόν με μεγάλη χαρά και μεγάλο ενδιαφέρον τις ερωτήσεις και, κυρίως, τις παρεμβάσεις σας.

Και, αν χρειαστεί, εδώ είμαστε για έναν δεύτερο γύρο, αν υπάρξουν σημεία που κρίνετε ότι θέλετε περισσότερες λεπτομέρειες.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία Κ. Πουλάκη στο Λεβίδι Αρκαδίας για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη (26/11/2016)

dsc_0003_800x532Φίλες και φίλοι,

Δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στην περιφέρεια, μιλώντας για τη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση που προωθούμε στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Είναι ωστόσο η πρώτη φορά – και είμαι ευτυχής γι’ αυτό – που η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης συνδέεται ευθέως με την περιφερειακή ανάπτυξη, κάτι που από την πλευρά μας, ως Υπουργείο, έχουμε θέσει εξαρχής μεταξύ των προτεραιοτήτων μας.

dsc_0049_800x532Και, βέβαια, είναι διπλή χαρά που στην αποψινή εκδήλωση συμμετέχει και ο Γενικός  Γραμματέας Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ, Παναγιώτης Κορκολής. Ένας άνθρωπος, ο οποίος με τη θητεία του όλο το προηγούμενο διάστημα, μαζί με όλη την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης, ανέδειξε τη χώρα μας σε «πρωταθλήτρια» του ΕΣΠΑ, αποδεικνύοντας πως ο σωστός σχεδιασμός και η ιεράρχηση με γνώμονα τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και όχι την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων οικονομικών ή μικροπολιτικών συμφερόντων, αποδίδει καρπούς.

Με την έννοια, άλλωστε, αυτή εξαρχής ως Υπουργείο ξεκαθαρίσαμε σε όλους τους τόνους ότι ο δημοκρατικός αναπτυξιακός σχεδιασμός δεν αποτελεί ούτε πολυτέλεια ούτε τροχοπέδη στην αναπτυξιακή διαδικασία, αλλά αντίθετα είναι το «κλειδί» για μια πραγματικά δίκαιη ανάπτυξη, όπως την έχει καταθέσει ως στόχο ο ίδιος ο πρωθυπουργός, που θα παίρνει υπόψη της τις τοπικές και περιφερειακές ανάγκες και δυνατότητες και θα αποτελεί κοινό προϊόν και κτήμα ολόκληρων των τοπικών κοινωνιών.

Όπως πιθανόν γνωρίζετε, τους τελευταίους μήνες, στο πλαίσιο του λεγόμενου «παράλληλου προγράμματος», το οποίο αποτελεί δέσμευση της κυβέρνησης και υλοποιείται, έχει συσταθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών μία ειδική Επιτροπή που έχει αναλάβει να επεξεργαστεί και να προτείνει μία εκ βάθρων ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Οι βασικοί άξονες στους οποίους εστιάζουμε είναι τέσσερις :

dsc_0007_800x532Πρώτος άξονας, η εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών. Πιο αναλυτικά, ο στόχος αυτός σημαίνει, μεταξύ άλλων :

  • Την εκλογή των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων με το σύστημα της απλής αναλογικής, ώστε να διαμορφωθεί μία «από τα κάτω» κουλτούρα διαλόγου και συναινέσεων και να είναι σεβαστή, πρώτα και κύρια στο τοπικό επίπεδο, όπως κάναμε ως κυβέρνηση και στο εθνικό επίπεδο, η βούληση των πολιτών, όπως αποτυπώνεται στο εκλογικό αποτέλεσμα.
  • Την αναδιαμόρφωση των θεσμών ενδοδημοτικής και ενδοπεριφερειακής αποκέντρωσης, ώστε να παίξουν πλέον ουσιαστικότερο ρόλο.
  • Την εισαγωγή και ενίσχυση των θεσμών κοινωνικής συμμετοχής, λογοδοσίας και ελέγχου.
  • Την ενίσχυση της συλλογικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α., έναντι της σημερινής παντοδυναμίας σχεδόν του Δημάρχου και του Περιφερειάρχη.

Δεύτερος άξονας, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των Ο.Τ.Α., ως διοικητικών μονάδων, με ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων μεταξύ Δήμων, Περιφερειών και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και ορθολογική ανακατανομή τους, ώστε να επέλθει ορατή βελτίωση στην καθημερινότητα των πολιτών.

Στόχος μας, εκτός από τη διοικητική αναδιάταξη του σημερινού χάους των αρμοδιοτήτων που αντιμετωπίζουν περισσότερο ή λιγότερο όλοι οι πολίτες στην προσπάθειά τους να συναλλαγούν, ακόμα και για στοιχειώδη θέματα, με τις τοπικές υπηρεσίες, είναι να πάμε και αρκετά βήματα παραπέρα, εκσυγχρονίζοντας τη διοικητική διαδικασία, καταργώντας άχρηστα γραφειοκρατικά εμπόδια και ενισχύοντας, επί της ουσίας και όχι σε έργα-βιτρίνα, τη χρήση των νέων τεχνολογιών προς όφελος του πολίτη.

dsc_0028_800x532Τρίτος άξονας, η δημοσιονομική εξυγίανση και η εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των Δήμων, κυρίως, αλλά και των Περιφερειών και τώρα και στο μέλλον.

Σήμερα, το ζήτημα της χρηστής οικονομικής διαχείρισης έχει πάρει, δυστυχώς, στο μυαλό και των αιρετών και των πολιτών αρνητική χροιά, καθώς έχει ταυτιστεί με το καθεστώς των μνημονίων και όλες τις αρνητικές συνέπειες που απορρέουν από αυτό.

Η άποψή μας είναι σαφής. Η χρηστή οικονομική διοίκηση και η διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση, ώστε η βιωσιμότητα των Ο.Τ.Α. να εξασφαλίζεται για το σήμερα, αλλά και για τις ανάγκες των μελλοντικών γενεών είναι ζήτημα δημοκρατίας και ως τέτοιο έχουμε χρέος να το αντιμετωπίσουμε, υπερβαίνοντας τον ορίζοντα της μνημονιακής λογικής. Σας λέω, άλλωστε, ότι το σύνολο των λεγόμενων «κόκκινων» οικονομικά Δήμων, που αντιμετωπίζουν σήμερα πρόβλημα, οφείλεται σε χρέη και αμαρτίες του παρελθόντος, που τις κουβαλάνε και τις πληρώνουν σήμερα οι τοπικές κοινωνίες.

Με την έννοια αυτή, έχουμε σχεδιάσει έναν μηχανισμό παρατήρησης των οικονομικών μεγεθών των Ο.Τ.Α. που θα μπορεί, πάντοτε σε συνεργασία με τους Δήμους και τις Περιφέρειες να παρεμβαίνει όπου εμφανίζεται πρόβλημα και να βοηθάει την εξυγίανση, παράλληλα με τη σύσταση ενός Λογαριασμού Οικονομικής Ενίσχυσης ΟΤΑ, στον οποίο θα μπορούν να καταφεύγουν, ως ένα στοιχείο αλληλεγγύης, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες που αντιμετωπίζουν έκτακτα δημοσιονομικά προβλήματα.

Και παράλληλα, εισάγουμε ρυθμίσεις που ενισχύουν την εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του προϋπολογισμού, εκσυγχρονίζουν το θεσμικό πλαίσιο για την οικονομική διοίκηση των Ο.Τ.Α. που γίνεται με βάση βασιλικά διατάγματα ηλικίας σχεδόν 60 χρόνων και δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα σύγχρονα δεδομένα και επιλύουν προβλήματα σε σχέση με την καταγραφή και αξιοποίηση της περιουσίας των Ο.Τ.Α., με ιδιαίτερη μέριμνα για τα κληροδοτήματα.

dsc_0005_800x532Τελευταίος άξονας, και αυτός στον οποίο θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σήμερα είναι αυτός του αναπτυξιακού ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Σήμερα, λίγο-πολύ όλοι μιλάνε για την ανάπτυξη. Και όχι άδικα, αφού μετά από οκτώ συνεχή χρόνια ύφεσης και με την ανεργία σε τρομακτικά επίπεδα, η ανάγκη επανεκκίνησης της οικονομίας και της παραγωγής είναι περισσότερο από προφανής.

Αυτό που συνήθως δεν λέγεται είναι ότι μεγάλο μέρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα ως χώρα είναι αποτέλεσμα του στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Μια ανάπτυξης με ξύλινα πόδια, αφού έγινε άναρχα και ευκαιριακά, χωρίς να αποδίδει μακροπρόθεσμα προστιθέμενη αξία στη χώρα. Έργα χωρίς σχέδιο και χωρίς κανόνες, κατασπατάληση τόσο των εθνικών όσο και των κοινοτικών πόρων σε πράγματα από τα οποία οι πολίτες σε πολλές περιπτώσεις δεν είδαν κανένα όφελος, φαραωνικές λογικές, επενδύσεις ευκαιριακές, με γνώμονα το εύκολο και γρήγορο κέρδος, αντί της επένδυσης στη γνώση και στην καινοτομία, της ενίσχυσης της εργασίας και της αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας μας και κάθε περιοχής ειδικότερα, απουσία εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, πλήρης αδιαφορία για το περιβάλλον, την προστασία του καταναλωτή.

Είναι ακριβώς η λογική της νεοφιλελεύθερης ζούγκλας, όπου ο καθένας μάχεται έναντι όλων με μόνο στόχο την άμεση μεγιστοποίηση του ατομικού του και μόνο οφέλους.

Σήμερα, η παρούσα κυβέρνηση – και είμαι βέβαιος ότι θα πει περισσότερα ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας – κινείται σε μια άλλη, πολύ συγκεκριμένη λογική.

Με τη νέα εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, φέρνουμε στο προσκήνιο την έννοια της δίκαιης ανάπτυξης. Που σημαίνει, εκτός της γενικής και αφηρημένης ευημερίας των αριθμών, πολύ συγκεκριμένα πράγματα :

1ον. Ενίσχυση της απασχόλησης, με γνώμονα την πλήρη και σταθερή εργασία.

2ον. Την επένδυση στην καινοτομία και τη στήριξη στους τομείς εκείνους, στους οποίους η χώρα μας έχει στρατηγικό πλεονέκτημα.

3ον. Τη δίκαιη κατανομή, τόσο των βαρών όσο και των ωφελειών της όποιας ανάπτυξης, η οποία – και αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο θα σταθώ ιδιαίτερα στη συνέχεια – έχει και μία περιφερειακή διάσταση, την αλληλεγγύη δηλαδή μεταξύ των διαφορετικών περιοχών της χώρας κάποιες από τις οποίες είναι περισσότερο ευημερούσες και άλλες αντιμετωπίζουν πιο σοβαρά προβλήματα.

4ον. Την προτεραιότητα στη διασφάλιση της αειφορίας, ώστε η ανάπτυξη να μην καταστρέφει μεσομακροπρόθεσμα τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον.

Και 5ον. Μία διάσταση που ενδιαφέρει ιδιαίτερα το Υπουργείο Εσωτερικών, την καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών, συμμετοχικών θεσμών, καθώς και συνεργειών μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διοίκησης τόσο στο σχεδιασμό, όσο και στην υλοποίηση και αξιολόγηση της εθνικής και των περιφερειακών αναπτυξιακών στρατηγικών.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, σε μια τέτοια αντίληψη περί ανάπτυξης, θεωρούμε ότι η Αυτοδιοίκηση και του πρώτου και, κυρίως, του δεύτερου βαθμού μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Αναπτυξιακός ρόλος της Αυτοδιοίκησης δεν σημαίνει απλώς και μόνο μερίδιο στην «πίτα» της διαχείρισης του ΕΣΠΑ ή άλλων χρηματοδοτήσεων, όπως στρεβλά αντιλαμβάνονται την έννοια αυτή πολλοί αιρετοί μέχρι και σήμερα.

Σαφέστατα, δεν νοείται αναπτυξιακός ρόλος της Αυτοδιοίκησης χωρίς πόρους.

Στην κατεύθυνση αυτή, ήδη οι ομάδες εργασίας που λειτουργούν στο πλαίσιο του Υπουργείου έχουν καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις.

Κατ’ αρχάς σε ό,τι αφορά τα λεγόμενα ίδια έσοδα των Δήμων.

Σήμερα, το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τα ίδια έσοδα των Δήμων, δηλαδή όλους τους φόρους, τα τέλη και λοιπά, είναι διάσπαρτο και εξαιρετικά πεπαλαιωμένο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με πελατειακές αντιλήψεις μερίδας των αιρετών που σκοπίμως άφηναν ανείσπρακτο ένα μεγάλο μέρος εσόδων των Δήμων, έχει δημιουργήσει αυτή τη στιγμή οικονομικές «τρύπες». Το αποτέλεσμα είναι οι Δήμοι να έχουν δημοσιονομικά προβλήματα και, το σημαντικότερο, να αναπτύσσεται μία άνιση μεταχείριση όσων είναι συνεπείς και εκείνων που συσσωρεύουν, με την ανοχή των αιρετών, χρέη.

dsc_0041_800x532Και για να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Δεν μιλάω σε καμία περίπτωση για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσκολίες να πληρώσουν. Άλλωστε, υπενθυμίζω ότι με το νόμο για το «παράλληλο πρόγραμμα» η σημερινή κυβέρνηση, το Υπουργείο Εσωτερικών, ήταν αυτό που διεύρυνε τη δυνατότητα των Δήμων να μειώνουν σημαντικά ή και να απαλλάσσουν πλήρως ένα μεγάλο εύρος ευπαθών κοινωνικών κατηγοριών από δημοτικά τέλη, φόρους κ.λπ., ενώ επέκτεινε και το λεγόμενο «κοινωνικό τιμολόγιο» των ΔΕΥΑ.

Είναι όμως σαφές πως πρέπει να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο σύγχρονο, σαφές, δίκαιο και αποτελεσματικό, βάσει του οποίου και οι Δήμοι θα εισπράττουν τα έσοδα που πρέπει και οι πολίτες δεν θα επιβαρύνονται υπέρμετρα και, κυρίως, θα βλέπουν πού πηγαίνουν τα χρήματά τους.

Σαφέστατα, η κύρια πηγή χρηματοδότησης των Δήμων δεν ήταν ποτέ τα ίδια έσοδα, αλλά ο κρατικός προϋπολογισμός, όπως είναι άλλωστε υποχρεωτικό από το Σύνταγμά μας και κανόνας σε όλη την Ευρώπη.

Είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης και σύμφωνα με μνημονιακές επιταγές, η Αυτοδιοίκηση υπέστη σημαντική μείωση των εσόδων της από τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως άλλωστε και το σύνολο των δημοσίων δαπανών σε μία σειρά κρίσιμων τομέων.

Το μεγαλύτερο όμως, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, πλήγμα, δεν ήταν η περιστολή των λειτουργικών δαπανών, η οποία ήταν πιο περιορισμένη και, ως ένα βαθμό πιθανόν και δικαιολογημένη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η πολύ μεγάλη περικοπή, σχεδόν εξαφάνιση των αναπτυξιακών πόρων, της χρηματοδότησης δηλαδή που έπαιρναν οι Ο.Τ.Α. για επενδύσεις και έργα.

Ως Υπουργείο, σε συνεργασία πάντοτε με το σύνολο της κυβέρνησης, γιατί όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι κι όλοι μαζί πρέπει να πορευτούμε, ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας κάθε περίοδο, έχουμε εξασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω μείωση των εσόδων της Αυτοδιοίκησης και, παράλληλα, θα υπάρξει μία σταδιακή αποκατάσταση της χρηματοδότησης, ανάλογα με τις δυνατότητες.

Κυρίως, όμως, το σημαντικό είναι – και αυτό αναζητούμε στο πλαίσιο της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – να υπάρξουν νέα αναπτυξιακά χρηματοδοτικά εργαλεία, που δεν θα κινούνται στην απλή λογική μεταφοράς πιστώσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό ή το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.

Τέτοια νέα εργαλεία για την άντληση εσόδων τα οποία θα μπορούσαν οι Ο.Τ.Α. να χρησιμοποιήσουν προκειμένου να παίξουν έναν ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη είναι :

  • η έκδοση αναπτυξιακών ομολόγων
  • η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους
  • η καθιέρωση αντισταθμιστικών οφελών για Ο.Τ.Α. που επιβαρύνονται με τη φιλοξενία μεγάλης κλίμακας υποδομών
  • η μετεξέλιξη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σε αναπτυξιακή τράπεζα, με καθοριστικό ρόλο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ειδικά δε σε σχέση με το τελευταίο, το Υπουργείο βρίσκεται σε διαρκή συνεργασία με το Ταμείο, προκειμένου να επανεξεταστεί ριζικά το ζήτημα του δανεισμού των Ο.Τ.Α., τόσο από άποψη ύψους επιτοκίου όσο και, κυρίως, σε σχέση με το σκοπό των χορηγούμενων δανείων, τα οποία πλέον επιδιώκουμε να αναπροσανατολίσουμε, σε δάνεια για προώθηση επενδυτικών σχεδίων, εξοικονόμησης ενέργειας κ.λ.π.

Ευρύτερα δε, άποψη του Υπουργείου – την οποία θα πρέπει να συζητήσουμε με το συναρμόδιο Υπουργείο, γι’ αυτό και σας ανέφερα ότι είμαι πολύ ευτυχής που σήμερα είναι εδώ ο Γενικός Γραμματέας κ. Κορκολής – είναι ότι θα πρέπει να υπάρξει ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα για την τοπική αυτοδιοίκηση, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιήσει διάφορες πηγές χρηματοδότησης και να ενοποιήσει κάτω από μια ομπρέλα πολλές κατακερματισμένες πηγές εσόδων, εθνικών και ευρωπαϊκών.

Κλείνοντας, θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σε αυτό που ήδη έθιξα στην αρχή, την ανάγκη θεσμοθέτησης του δημοκρατικού αναπτυξιακού προγραμματισμού.

Όπως ξέρετε, η αναπτυξιακή πολιτική της χώρας αποτυπώνεται σε προγράμματα που σχεδιάζονται από κεντρικούς και περιφερειακούς φορείς, οι οποίοι βάσει των αρμοδιοτήτων τους, αλλά και των κατευθύνσεων και πολιτικών της Ε.Ε., ορίζουν το πλαίσιο εντός του οποίου καλείται η Τοπική Αυτοδιοίκηση να αναπτύξει τις δικές της αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και δράσεις.

Οι προγραμματικές αυτές λειτουργίες όλων των επιπέδων διοίκησης εμφανίζουν,  σε αρκετές περιπτώσεις  χαρακτηριστικά αποσπασματικότητας, έλλειψης συντονισμού, ασυνεχειών ή ακόμη και συγκρούσεων.

Ιδιαίτερα ο σχεδιασμός που πραγματοποιείται στο επίπεδο των Δήμων, μέσω της σύνταξης των Πενταετών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, αφενός μεν δεν βρίσκει το απαιτούμενο αντίκρισμα στην προγραμματική κλίμακα των διαφορετικών επιπέδων διοίκησης αφετέρου δε αρκετοί Δήμοι το αντιμετωπίζουν ως μια γραφειοκρατική διαδικασία.

Και βέβαια, υπάρχουν στην πράξη ζητήματα σε σχέση με τη συνεργασία των δύο βαθμών Αυτοδιοίκησης και το ρόλο του κάθε βαθμού στην αναπτυξιακή πορεία.

Εμφανίζεται επομένως η ανάγκη σύνδεσης και συντονισμού του αναπτυξιακού προγραμματισμού των επιπέδων διοίκησης και η σαφής οριοθέτηση της σχέσης και της διαδικασίας σύνταξης των προγραμμάτων έτσι ώστε το ένα να εξειδικεύει και να υποστηρίζει το άλλο και συγχρόνως να αποτελούν ένα ενιαίο αναπτυξιακό πλαίσιο.

Το ζήτημα αυτό δεν είναι απλώς τεχνοκρατικό ή διοικητικό. Δεν αφορά μόνο το πώς συντάσσονται τα αναπτυξιακά προγράμματα ή πώς συνεννοούνται μεταξύ τους οι Δήμοι, οι Περιφέρειες και τα Υπουργεία.

Είναι βέβαια πολύ σημαντικό ζήτημα και αυτό.

Αν θέλουμε, όμως, να πάμε στην ουσία του δημοκρατικού αναπτυξιακού προγραμματισμού, τότε θα πρέπει να δώσουμε την έμφαση στο πρώτο στοιχείο. Θα πρέπει να δούμε πώς – σε όλα τα επίπεδα, και κυρίως στο τοπικό και περιφερειακό – ο όποιος σχεδιασμός θα πάψει να είναι υπόθεση κάποιων γραφειοκρατών ή κάποιων μελετητικών γραφείων.

Η αναπτυξιακή στρατηγική μιας περιφέρειας, θα πρέπει να γίνεται κτήμα των τοπικών κοινωνιών και να συνδέεται με το συλλογικό πολιτικό όραμα για το σήμερα και το αύριο κάθε περιοχής. Να παίρνει υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες και δυνατότητες του πληθυσμού της, την ιστορία της, το φυσικό της περιβάλλον.

Μέχρι σήμερα, οι Επιτροπές Διαβούλευσης και τα Επιχειρησιακά Προγράμματα απέμειναν θεσμοί διακοσμητικοί και αποστεωμένοι.

Στόχος μας είναι να διαμορφώσουμε εκείνα τα εργαλεία που θα συγκροτήσουν ένα πεδίο άσκησης τεκμηριωμένου δημόσιου διαλόγου για την τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, συμβάλλοντας στο να ενεργοποιηθεί το τοπικό δυναμικό, να αξιοποιηθούν τα τοπικά διαθέσιμα πλεονεκτήματα, να αναπτυχθούν συνεργατικές σχέσεις σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και να αποκτήσουν οι δημόσιες πολιτικές της χώρας μας χωρική διάσταση.

Τέλος, και νομίζω ότι είναι κάτι που εσείς γνωρίζετε από πρώτο χέρι, στόχος μας είναι να υπάρξει ειδική μέριμνα για τους ΟΤΑ που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις βασικές τους λειτουργίες, λόγω είτε γεωμορφολογικών (ορεινοί, νησιωτικοί Δήμοι) είτε κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων. Σκοπός μας – και σε αυτό θα μπορούσε να συμβάλει η συζήτηση σήμερα – είναι τα χαρακτηριστικά της ελληνικής περιφέρειας να πάψουν να αποτελούν μειονεκτήματα που θα τροφοδοτούν ένα ολοένα και πιο υδροκέφαλο και αθηνοκεντρικό κράτος και να μετατραπούν σε συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα αξιοποιήσουμε συλλογικά προς όφελος της χώρας και των πολιτών της.

Σας ευχαριστώ.

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το ρεπορτάζ του site kalimera-arkadia.gr

Ομιλία Κ. Πουλάκη στην εκδήλωση της Ν.Ε. Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο του 19ο Forum Ανάπτυξης με θέμα : «Μετά τον Καλλικράτη, τι;»

2016-11-12_%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b1-1

Στην εκδήλωση της Ν.Ε. Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο του 19ου Forum Ανάπτυξης, με θέμα «Μετά τον Καλλικράτη, τι;», μίλησε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών και Πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Κώστας Πουλάκης. Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης οι κ.κ., Κώστας Σπαρτινός, βουλευτής Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πατρέων με την παράταξη ΡΑΠ- Πάτρα Ανθρώπινη Πόλη, και Κώστας Καρακώστας, Αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών και Παιδείας του Δήμου Ναυπακτίας, ενώ παρεμβάσεις με τοποθετήσεις έκαναν ο Περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας Απόστολος Κατσιφάρας, ο Δημάρχος Δυτικής Αχαϊας Χρήστος Νικολάου, ο δημοτικός σύμβουλος Πατρέων Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, ο δημοτικός σύμβουλος Αιγιαλείας Κώστας Παπακωνσταντίνου και ο δημοτικός σύμβουλος Ερυμάνθου Τάκης Γεωργακόπουλος. Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν επίσης οι Βουλευτές Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ Σία Αναγνωστοπούλου και Ανδρέας Ριζούλης, ο Αντιπεριφερειαρχης Περιφερειακής Ανάπτυξης και Επιχειρηματικότητας Κώστας Καρπέτας καθώς και πλήθος αιρετών της Αυτοδιοίκησης από τους νόμους Αχαΐας, Αιτωλοακαρνανίας και Ηλείας.

Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη :

κ. Περιφερειάρχη,

κ. Δήμαρχοι,

Αξιότιμοι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,

Φίλες και φίλοι,

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

2016-11-12_%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b1-3Εκτός από τιμή, αποτελεί για μένα και ιδιαίτερη χαρά η πρόσκληση του Τμήματος Αυτοδιοίκησης της Νομαρχιακής Επιτροπής Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ να μιλήσω, και μάλιστα πρώτη φορά, για τις αλλαγές που επιχειρούμε στο Θεσμικό Πλαίσιο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αφού – όπως πολλές και πολλοί γνωρίζετε – με την Πάτρα με συνδέει μια μακρόχρονη σχέση, που ξεκίνησε στα φοιτητικά μου χρόνια και, μέσω του γιού μου πια, κρατάει μέχρι και σήμερα.

Η κεντρική θεματική ενότητα του 19ου Φόρουμ Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του οποίου διοργανώνεται η σημερινή εκδήλωση, είναι «Αποτελεσματικότητα Παντού».

Με αυτή λοιπόν την έννοια θεωρώ εξαιρετικά εύστοχη την επιλογή της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ να διοργανώσει εκδήλωση με θέμα την Μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Πολύ συχνά, στη δημόσια συζήτηση παρουσιάζεται ως αντιπαραθετικό σχήμα η δημοκρατία εναντίον της αποτελεσματικότητας.

Φωνές συντηρητικές, φοβικές και εχθρικές απέναντι στην κοινωνία καλλιεργούν το δίλημμα «δημοκρατία ή αποτελεσματικότητα», θέλοντας να μετατρέψουν την πολιτική σε υπόθεση των «ειδικών» και να αντικαταστήσουν τη ζωντανή κοινωνική κίνηση και αλληλεπίδραση από την τεχνοκρατική διαχείριση, το μάνατζμεντ.

Ωστόσο, στην πραγματικότητα η δημοκρατία αποτελεί προϋπόθεση και όχι εχθρό της αποτελεσματικότητας.

Διότι, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται από πολλούς, παίρνοντας υπόψη όλες τις οπτικές και τις παραμέτρους, είναι κατά τεκμήριο ορθότερες και πιο κοντά στην κοινωνική πραγματικότητα.

Και, παράλληλα, η εμπειρία δείχνει ότι όλες οι αποφάσεις, όλοι οι θεσμοί και οι νόμοι, εφαρμόζονται καλύτερα όταν οι πολίτες τους αισθάνονται δικό τους κτήμα, όταν διαθέτουν πραγματική και ευρεία δημοκρατική νομιμοποίηση.

Αυτές τις δύο αρχές, δημοκρατία και αποτελεσματικότητα, θέσαμε ως στόχους ξεκινώντας στο Υπουργείο Εσωτερικών την Αναθεώρηση του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Ας έρθουμε λοιπόν στο θέμα της εκδήλωσης. Μετά τον Καλλικράτη, τι;

Κατ’ αρχάς, τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει λόγος να αναζητήσουμε κάτι μετά και πέρα από τον Καλλικράτη.

Είναι πράγματι η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μια κοινωνική αναγκαιότητα ή αποτελεί κάποιου είδους «ιδεοληψία» της κυβέρνησης και εμμονή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι γεγονός το οποίο όχι μόνο δεν αρνούμαστε, αλλά είμαστε περήφανοι, ότι το ζήτημα των αναγκαίων θεσμικών τομών στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υπήρξε κεντρικός πυλώνας του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και, κατ’ επέκταση, μεταξύ των προτεραιοτήτων της παρούσας κυβέρνησης.

Άλλωστε, όχι τυχαία, η συγκρότηση της Επιτροπής που ανέλαβε την επεξεργασία της μεταρρύθμισης περιλήφθηκε στο νόμο με το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα» της κυβέρνησης.

Η κριτική του «Καλλικράτη» και η αναζήτηση μίας εκ βάθρων αλλαγής του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορεί να υπήρξε μία θέση αντιδημοφιλής στην αρχή.

Άλλωστε, ήταν πολλοί ήταν εκείνοι που – καλοπροαίρετα ή μη – θεώρησαν ότι ο νόμος 3852/2010 και οι αλλαγές που επέφερε επέλυσαν ικανοποιητικά τα ανοιχτά θέματα της Αυτοδιοίκησης.

Σήμερα, όμως, υπό το φώς και όλων όσων μεσολάβησαν, τολμώ να πω ότι αποτελεί μάλλον κοινή διαπίστωση μεταξύ τόσο των τοπικών κοινωνιών, όσο και των αυτοδιοικητικών στελεχών, ανεξαρτήτως μάλιστα πολιτικής τοποθέτησης η ανάγκη μίας ουσιαστικής μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Όχι φυσικά σε μία λογική «ράβε-ξήλωνε».

Δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα μηδενίσουμε και θα πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων ό,τι έχει γίνει αδιακρίτως.

Αλλά με βάση την πολιτική και διοικητική, αλλά και την κοινωνική αξιολόγηση της υφιστάμενης σήμερα κατάστασης.

Μια αξιολόγηση που θα πρέπει να βάλει τα δάχτυλα επί των τύπων των ήλων και να μιλήσει με ειλικρίνεια για τη σημερινή κατάσταση, αλλά και το συλλογικό όραμα που πρέπει να διατυπώσουμε.

Είναι γεγονός ότι η οικονομική και πολιτική κρίση έφερε στο προσκήνιο το αίτημα για περισσότερη και πραγματική δημοκρατία, για διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

Ανέδειξε την ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών και δημιουργίας μίας σύγχρονης, αποτελεσματικής και φιλικής προς τον πολίτη διοίκησης.

Κατέστησε επιτακτική την επανεκκίνηση της οικονομίας, με ταυτόχρονη προστασία της κοινωνικής συνοχής και στήριξη των πιο αδύναμων.

Μαζί όμως με τα προβλήματα, η κρίση έφερε στο προσκήνιο κοινωνικές δυνάμεις υγιείς και ζωντανές που κινητοποιούνται, οργανώνονται συλλογικά και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε μια σειρά ζητήματα, με πρώτη την αλληλεγγύη και τις νέες μορφές παραγωγής και διάθεσης προϊόντων.

Έτσι, η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα ανέδειξε τις καθυστερήσεις, τα κενά, τα προβλήματα, τις στρεβλώσεις, τους αναχρονισμούς, τις αξιολογικές αντινομίες του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγονται, σε έναν τομέα εξ ορισμού κοντά στην κοινωνία και τις ανάγκες της.

Συνεπώς, ναι.

2016-11-12_%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b1-4Οι πολιτικές, κοινωνικές και αυτοδιοικητικές δυνάμεις της χώρας πρέπει να αποδείξουν ότι είναι ώριμες να συζητήσουν επί της ουσίας και σε βάθος.

Διότι είναι ανάγκη – όχι επειδή έτσι λέει η κυβέρνηση, αλλά επειδή έτσι αποδεικνύει η καθημερινότητα που βιώνουμε όλες και όλοι – να δούμε και πέρα, και μετά τον Καλλικράτη.

Επί της ουσίας, τώρα, στο ερώτημα «μετά τον Καλλικράτη, τι;».

Από την πλευρά μας έχουμε παρουσιάσει τις βασικές αιχμές, τους στόχους που κατά τη γνώμη μας πρέπει να υπηρετήσει μια μεταρρύθμιση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση του 21ου αιώνα.

Πρόκειται για πάγιες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, γνωστές στην κοινωνία και τον κόσμο της Αυτοδιοίκησης, αλλά και για επιλογές αναγκαίες προκειμένου να στηριχθεί η κοινωνία και να δοθεί μία αναπτυξιακή και δίκαιη διέξοδος από την τρέχουσα κρίση.

Αιχμή πρώτη είναι αναμφίβολα η διεύρυνση και η εμβάθυνση της δημοκρατικής και συμμετοχικής λειτουργίας των Ο.Τ.Α.

Σε μία περίοδο που οι πολίτες δυσπιστούν όλο και περισσότερο – και όχι άδικα – προς τους θεσμούς, αποτελεί πρόκληση πρωτίστως για την ίδια την Αυτοδιοίκηση να φέρει ξανά την πολιτική, τη συμμετοχή και τον δημοκρατικό διάλογο στο προσκήνιο.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι η αναλογική συγκρότηση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων είναι υπερώριμο βήμα και θα αποτελέσει το θεσμικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση κουλτούρας συνεργασιών και συναινέσεων.

Πρόκειται για μία μεγάλη αλλαγή που ήδη προχωρά σε επίπεδο κεντρικού πολιτικού συστήματος και δεν επιτρέπεται σε αυτό ειδικά το θέμα η Αυτοδιοίκηση κινδυνεύει να γίνει ουραγός των κοινωνικών εξελίξεων.

Επιπλέον, η αναμόρφωση των θεσμών ενδοδημοτικής αποκέντρωσης, παίρνοντας υπόψη τους λόγους που οδήγησαν μέχρι και σήμερα της δημοτικές και τοπικές κοινότητες σε περιορισμένη ανάπτυξη, θα αυξήσει το αίσθημα εγγύτητας του Δήμου στον πολίτη και, την ίδια στιγμή, θα βοηθήσει την υπέρβαση των παλιών διοικητικών ορίων και την ουσιαστική ενοποίηση των «Καλλικρατικών» Δήμων.

Τέλος, η εισαγωγή πολύμορφων θεσμών άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών.

Από τις πιο παραδοσιακές «λαϊκές συνελεύσεις» στο τοπικό μικροεπίπεδο, μέχρι τα τοπικά δημοψηφίσματα.

Αλλά κυρίως η εισαγωγή θεσμών διαβούλευσης, κοινωνικής λογοδοσίας και ελέγχου των αυτοδιοικητικών αρχών, που θα δώσει θεσμική υπόσταση στην ήδη υπαρκτή κοινωνική τάση, θα φέρει πιο κοντά τους πολίτες στα δημοτικά ζητήματα και, σε τελική ανάλυση, θα ενισχύει την ίδια την ουσία της Αυτοδιοίκησης.

Αιχμή δεύτερη, η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας στη λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών ως διοικητικών δομών.

Είναι σαφές ότι οι Δήμοι και οι Περιφέρειες έχουν ήδη διανύσει μεγάλο δρόμο στην κατεύθυνση της ποιοτικότερης λειτουργίας τους και – με τη βοήθεια και συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων που προχωρούν από την πλευρά του Υπουργείου – αναμένεται να βελτιώσουν κι άλλο τις υποδομές και τη λειτουργικότητά τους.

Ωστόσο, έχουμε τη γνώμη – και τουλάχιστον σε αυτό είμαι βέβαιος ότι υπάρχει συμφωνία – υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν.

Συνηθίζω να λέω – και επιτρέψτε μου τον προσωπικό τόνο – ότι η κακή ποιότητα των διοικητικών υπηρεσιών, το πρόβλημα της γραφειοκρατίας πλήττουν περισσότερο τους απλούς ανθρώπους, τους πιο αδύναμους, όλους εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα ή τα χρήματα να στραφούν σε ιδιωτικές υπηρεσίες.

Η αντιμετώπιση λοιπόν φαινομένων γραφειοκρατίας, καθυστερήσεων, κακοδιοίκησης, διαφθοράς δεν είναι ζήτημα «τεχνικό», αλλά βαθύτατα πολιτικό.

Έτσι, μετά και από πέντε χρόνια εμπειρίας εφαρμογής του «Καλλικράτη», ανοίγουμε εκ νέου τη συζήτηση για τις αρμοδιότητες κάθε επιπέδου διοίκησης (ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και Κεντρικό Κράτος).

Στόχος μας είναι όχι απλώς η αποσαφήνισή τους, όπου υπάρχουν αμφιβολίες, και η απλοποίησή τους, όπου υπάρχουν επικαλύψεις, αλλά και μία ευρύτερη ανακατανομή τους, με τα εξής κριτήρια:

  • Πρώτον, τη διαμόρφωση επιτελικού κράτους και την επίτευξη συνεργειών μεταξύ των διαφορετικών διοικητικών βαθμίδων.
  • Δεύτερον, τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας.
  • Τρίτον, την αποφυγή πολυκερματισμού της κάθε θεματικής, του κάθε τομέα, ώστε η εξυπηρέτηση του πολίτη να εξαρτάται από ένα κάθε φορά κέντρο κατά περίπτωση.
  • Τέταρτον, την υιοθέτηση της οπτικής του κύκλου των δημόσιων πολιτικών (σχεδιασμός, υλοποίηση, αξιολόγηση εφαρμογής), ώστε να είναι ξεκάθαρο ποιος σχεδιάζει, ποιος εφαρμόζει και ποιος ελέγχει και να δημιουργούνται συνέργειες μεταξύ των διαφορετικών βαθμίδων διοίκησης.

Ξεκινάμε επίσης, στο πλαίσιο και του νέου ΕΣΠΑ, την προσπάθεια προτυποποίησης των διοικητικών διαδικασιών σε βασικούς θεματικούς τομείς δραστηριότητας των Ο.Τ.Α.

Με τον τρόπο αυτό, κατά την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης προσπάθειας, όχι μόνο θα έχει κατανεμηθεί ορθολογικά και με βάση τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανόνες η διοικητική ύλη, όχι μόνο θα είναι ξεκάθαρο ποιος κάνει τι, αλλά και κάθε διοικητική μονάδα θα είναι σε θέση να ασκεί τις αρμοδιότητές της μέσα από απλές, σαφείς και οριζόντια ομοιόμορφες πρότυπες διαδικασίες, που θα αποτρέπουν τις καθυστερήσεις, την ανασφάλεια δικαίου, τις αμφισβητήσεις και την αυθαιρεσία.

Παράλληλα, όπως ξέρετε, καθιερώνουμε ένα αντικειμενικό σύστημα εποπτείας των Ο.Τ.Α., αποσυνδέοντας τους Δήμους και τις Περιφέρειες από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και υπάγοντας την εποπτεία τους σε μία διακριτή υπηρεσία που θα διασφαλίζει την αντικειμενική, αλλά και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των Ο.Τ.Α. και των αιρετών.

Άλλωστε, όπως θυμάστε, μία από τις πρώτες επιλογές της παρούσας κυβέρνησης κατά την πρώτη ήδη θητεία της, ήταν να μην τοποθετήσει πολιτικά πρόσωπα ως Γενικούς Γραμματείς των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και να αντικαταστήσει το θεσμό με τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που επιλέγεται μεταξύ των επιτελικών στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης.

Τέλος – σημείο εξαιρετικά σημαντικό – ανοίξαμε τη συζήτηση για την αντιμετώπιση των φαινομένων κακοδιοίκησης, διαπλοκής και διαφθοράς στους Ο.Τ.Α., στο πλαίσιο και των κατευθύνσεων της αντίστοιχης Εθνικής Στρατηγικής.

Είναι γεγονός ότι στους Δήμους και τις Περιφέρειες έχει γίνει μεγάλη πρόοδος ως προς τη χρηστή και διαφανή λειτουργία τους και αυτό αποτυπώνεται και στη συνείδηση των πολιτών.

Μέσω των θεσμών κοινωνικής λογοδοσίας, της ενοποίησης και απλοποίησης των επιβαλλόμενων ελέγχων, μέσα από τον εκσυγχρονισμό του τρόπου οικονομικής διοίκησης και ταμειακής λειτουργίας, την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για τα οικονομικά, θεωρούμε ότι μπορούμε να κάνουμε ακόμη ένα μεγάλο βήμα στην κατεύθυνση αυτή.

Στόχος μας, να αναβαθμίσουμε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό.

Έναν θεσμό που οφείλουμε να πούμε ότι επιδεικνύει θαυμαστή αντοχή στη συνείδηση των πολιτών, σε μία περίοδο γενικευμένης απαξίωσης και όχι τυχαία.

Αιχμή τρίτη, η μετατροπή των Δήμων και των Περιφερειών σε πρωταγωνιστές, αντίστοιχα, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δίκαιης ανάπτυξης.

Έχοντας διαμορφώσει, με βάση τα δύο σημεία που προανέφερα, τις προϋποθέσεις για δημοκρατική, διαφανή και αποτελεσματική λειτουργία των Ο.Τ.Α., στόχος μας είναι να τους δώσουμε τα εργαλεία εκείνα ώστε να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ικανοποίηση των δύο βασικότερων σήμερα προτεραιοτήτων της ελληνικής κοινωνίας.

Αφ’ ενός, τη στήριξη των κοινωνικών δομών των Ο.Τ.Α. και τη γενίκευση της αρμοδιότητάς τους στην άσκηση της κοινωνικής πολιτικής μέσα από πολύπλευρες πολιτικές.

Και αφ’ ετέρου, τη θέσπιση καινοτόμων θεσμικών, χρηματοδοτικών και επιστημονικών εργαλείων που θα δώσουν στους Ο.Τ.Α. τη δυνατότητα να πρωτοστατήσουν στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, να σχεδιάσουν δημοκρατικά για την περιοχή τους, να διαχειριστούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών και εθνικών επενδυτικών πόρων και, κυρίως, να παίξουν ενεργό ρόλο και στη χάραξη και υλοποίηση της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Όπως ξέρετε, προχωρά η χάραξη της νέας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, με κεντρικό άξονα την έννοια της δίκαιης ανάπτυξης που συναρθρώνει την οικονομική μεγέθυνση με τη δίκαιη κατανομή των βαρών και των ωφελειών, όχι μόνο μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, αλλά και μεταξύ των περιοχών της χώρας.

Η ανάδειξη της Αυτοδιοίκησης σε κεντρικό πυλώνα της αναπτυξιακής διαδικασίας, περνά μέσα από την καθιέρωση θεσμικών διαδικασιών συνέργειας τόσο με τα άλλα επίπεδα διοίκησης όσο και με τους οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς.

Διαδικασίες ζωντανές και αποτελεσματικές και όχι τυπικές και εν πολλοίς απονευρωμένες, όπως δυστυχώς εξελίχθηκαν οι Επιτροπές Διαβούλευσης του «Καλλικράτη».

Επίσης, περνά μέσα από την αναζήτηση νέων, καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, πέραν τη σταθεροποίησης και σταδιακής αποκατάστασης της κρατικής χρηματοδότησης των Ο.Τ.Α., όσο βελτιώνονται – και βελτιώνονται αισθητά – τα δημόσια οικονομικά, αλλά και μέσα από τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου για την αναπτυξιακή και κοινωνική αξιοποίηση της περιουσίας των Ο.Τ.Α.

Η ειδική Ομάδα Εργασίας που έχουμε συγκροτήσει για τους πόρους και την αναπτυξιακή προοπτική των ΟΤΑ έχει ήδη παρουσιάσει μία πρώτη σειρά σκέψεων και επεξεργασιών στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής και προχωρά ήδη στην περαιτέρω εξειδίκευσή τους.

Επιπλέον, στο ίδιο πλαίσιο και σε συνεργασία με το συναρμόδιο Υπουργείο φιλοδοξούμε να αναβαθμίσουμε την ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών των Ο.Τ.Α.

Και παράλληλα, να δώσουμε θεσμική υπόσταση στις πολυάριθμες πρωτοβουλίες και κινήσεις αλληλεγγύης που ανέκυψαν όλα τα τελευταία χρόνια «από τα κάτω», από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες και να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο συνεργειών των κοινωνικών κινημάτων αλληλεγγύης με την πρωτοβάθμια, κυρίως, αυτοδιοίκηση.

Όχι φυσικά στη λογική της αμοιβαίας υποκατάστασης ή του «καπελώματος» αυτών, αλλά με την έγνοια της κινητοποίησης όλων των δυνάμεων στην κατεύθυνση της ανακούφισης των ασθενέστερων συμπολιτών μας και της ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Τέλος, επιτρέψτε μου δύο λέξεις για ένα τεράστιο, εξαιρετικά επίκαιρο και εξαιρετικά σημαντικό θέμα.

Επιδιώκουμε οι Ο.Τ.Α. να παίξουν ενεργό και πρωταγωνιστικό ρόλο στην προαγωγή της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όχι μόνο υποστηρίζοντας τους φορείς της, όχι μόνο εντάσσοντάς την ως σημαντικό τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής κάθε περιοχής, αλλά και διαμορφώνοντας μαζί τους συνέργειες προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.

Συνέργειες, όμως, και προς αποφυγή παρεξηγήσεων, οι οποίες δεν αφορούν επουδενί την υποκατάσταση των Δήμων και των υπηρεσιών τους από τους φορείς της Κοινωνικής Οικονομίας, ως προθάλαμο της εκχώρησης σε ιδιώτες.

Φίλες και φίλοι,

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλή ακόμη ώρα, παρουσιάζοντας ιδέες, σκέψεις και προτάσεις που έχουν κατατεθεί και που επεξεργάζεται το Υπουργείο.

Άλλωστε, όσοι και όσες με γνωρίζετε προσωπικά, ξέρετε πολύ καλά ότι η σχέση μου με την Αυτοδιοίκηση μετρά πάνω από είκοσι χρόνια, επομένως – πέραν της πολιτικής πεποίθησης – όλη αυτή η διαδικασία είναι για μένα και ένα προσωπικό μεράκι.

Δεν θέλω όμως να σας κουράσω άλλο.

Θα κλείσω μόνο με μία διαδικαστική επισήμανση, η οποία θεωρώ ότι είναι εξίσου σημαντική με την ουσία.

Όταν ξεκινήσαμε να σχεδιάζουμε τον τρόπο, τη μεθοδολογία και τη διαδικασία μέσω της οποίας θα προχωρούσαμε σ’ αυτή τη μεταρρύθμιση, είχαμε απόλυτη επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντούσαμε.

Βρεθήκαμε, αν θέλετε, αντιμέτωποι κι εμείς με το δίλημμα «δημοκρατία ή αποτελεσματικότητα».

Έπρεπε να φτιάξουμε μια μικρή ομάδα ειδικών, πολιτικά ομοιογενή, η οποία μέσα σε σύντομο χρόνο θα παρουσίαζε ένα άρτιο μεταρρυθμιστικό σχέδιο, τεχνοκρατικά άψογο και πολιτικά 100% σύμφωνο με τις απόψεις μας, όπως γινόταν συνήθως;

Ή να δοκιμάσουμε κάτι άλλο;

Εμείς επιλέξαμε τον εντός εισαγωγικών δύσκολο δρόμο.

Ανοίξαμε μία δημοκρατική συζήτηση χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς θέματα «ταμπού», για όλο το φάσμα των αυτοδιοικητικών θεμάτων : τη θεσμική συγκρότηση, τη λειτουργία, την οικονομική διοίκηση, τη χρηματοδότηση, το προσωπικό και το ρόλο της Αυτοδιοίκησης σήμερα και στο μέλλον.

Και ανοίξαμε τη συζήτηση μέσα από μία πολυμελή Επιτροπή, στην οποία έχω την τιμή να προεδρεύω και στην οποία συμμετέχουν :

  • Πρώτον, τα επιτελικά στελέχη του Υπουργείου Εσωτερικών, αποδεικνύοντας έμπρακτα την εμπιστοσύνη μας στη δημόσια διοίκηση.
  • Δεύτερον, ειδικοί επιστήμονες και εμπειρογνώμονες σε θέματα αποκέντρωσης, τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής ανάπτυξης, οι οποίοι εισφέρουν τις γνώσεις, τις ιδέες, τις εμπειρίες τους από εγχώριες ή διεθνείς επεξεργασίες και εγχειρήματα.
  • Και τρίτον και σπουδαιότερο, οι ίδιοι οι εκπρόσωποι τόσο των εργαζόμενων στους Ο.Τ.Α., όσο και των αιρετών. Και μάλιστα, με πλουραλιστική εκπροσώπηση, ώστε να ακουστούν όλες οι διαφορετικές προσεγγίσεις. Άλλωστε, όπως πιθανότατα γνωρίζετε, μεταξύ των μετεχόντων στην εν λόγω Επιτροπή, είναι και ο Περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας, κ. Κατσιφάρας, ως μέλος της τριμελούς αντιπροσωπείας της ΕΝΠΕ.

Θέλω να πιστεύω ότι και η ουσία και η διαδικασία της μεταρρύθμισης που σχεδιάζουμε και υλοποιούμε, θα αποτελέσουν ένα άλλο υπόδειγμα πολιτικής.

Άλλωστε, το κλειδί για μια επιτυχημένη μεταρρύθμιση είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να απαντά σε πραγματικά προβλήματα και πραγματικά αιτήματα και να είναι κτήμα της ίδιας της κοινωνίας.

Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε στο Υπουργείο Εσωτερικών, επιλέγοντας να διοικούμε με ανοιχτές πόρτες.

Και στην κατεύθυνση αυτή συμβάλει και η σημερινή εκδήλωση, για τον πρόσθετο λόγο ότι αποκεντρώνει τη συζήτηση και δίνει φωνή στην περιφέρεια.

Αναμένω λοιπόν με μεγάλο ενδιαφέρον και τις δικές σας παρεμβάσεις και είμαι στη διάθεσή σας να δώσω όσες διευκρινίσεις χρειαστεί.

Σας ευχαριστώ.