Δημοκρατία και Ανάπτυξη στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

Άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (21/11/2016)

Αν το κράτος θεωρείται στην Ελλάδα ο «μεγάλος ασθενής», τότε σίγουρα οι παθογένειές του έχουν «μεταδοθεί» και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως αναπόσπαστο μέρος του. Συσσωρευμένα προβλήματα – που στο παρελθόν επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν είτε εκ του προχείρου, κρύβοντας «κάτω από το χαλί» τις πραγματικές τους αιτίες και διαστάσεις, είτε με μεγαλόστομες διακηρύξεις που έμειναν «στα χαρτιά», είτε με εχθρική διάθεση απέναντι στην Αυτοδιοίκηση –σήμερα επανέρχονται πιεστικά στο προσκήνιο.

Αναγνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση –σύμφωνα με την προγραμματική της δέσμευση– συνέστησε ειδική Επιτροπή για την Αναθεώρηση του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τη συμμετοχή επιτελικών στελεχών της διοίκησης, ειδικών επιστημόνων και εκπροσώπων των αιρετών και των εργαζομένων στους ΟΤΑ.

Ποιες, όμως, κοινωνικές ανάγκες καλείται να ικανοποιήσει μια τέτοια μεταρρύθμιση σήμερα; Συνθηματολογικά, θα ξεχώριζα κατ’ αρχήν τρεις: Δημοκρατία, Αποτελεσματικότητα και Δίκαιη Ανάπτυξη.

Ως προς το πρώτο, οι «πλατείες» ήταν σαφείς: πραγματική Δημοκρατία.

Κι αυτό δεν αφορά μόνο την απλή αναλογική, στην οποία αντιδρούν δήμαρχοι και περιφερειάρχες, παρόλο που σε όλες τις δημοσκοπήσεις συγκεντρώνει τη συντριπτική υποστήριξη της κοινής γνώμης. Μεταφράζεται επίσης στην καθιέρωση ποικίλων θεσμών άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη της αποφάσεων –από ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις και τοπικά δημοψηφίσματα, μέχρι συνελεύσεις γειτονιάς ή ειδικές επιτροπές για συγκεκριμένα θέματα– και τον κοινωνικό έλεγχο των αιρετών, ενώ αφορά και την εσωτερική διοίκηση των ΟΤΑ, με ενίσχυση των συλλογικών τους οργάνων έναντι των μονοπρόσωπων, αναβάθμιση του ρόλου της μειοψηφίας, προαγωγή των συναινετικών διαδικασιών, συμμετοχή των εργαζομένων κ.λπ.

Δεύτερο απολύτως κρίσιμο αίτημα είναι η Αποτελεσματικότητα.

Η Αυτοδιοίκηση έχει πράγματι υποστεί σημαντικές απώλειες σε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό λόγω των μνημονιακών πολιτικών, τις οποίες το ΥΠΕΣΔΑ προσπαθεί συστηματικά να αποκαταστήσει, ανάλογα με τη συνολική πορεία της χώρας.

Υπάρχουν ωστόσο πολλά να γίνουν πέραν αυτού, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν θετική επίπτωση τόσο στην ποιοτική λειτουργία των ΟΤΑ και την καθημερινότητα των πολιτών, όσο και στα ίδια τα δημοσιονομικά μεγέθη.

Ενδεικτικά: Το ζήτημα της αποσαφήνισης και απλοποίησης του συστήματος επιμερισμού των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφορετικών διοικητικών βαθμίδων, ώστε όλες οι αρμοδιότητες να ασκούνται αποτελεσματικά και γρήγορα, στο εγγύτερο δυνατό προς τον πολίτη επίπεδο είναι μείζον και αποτελεί βασική αιχμή της σχεδιαζόμενης μεταρρύθμισης.

Το ίδιο ισχύει και για την είσπραξη των ιδίων εσόδων των ΟΤΑ –η οποία σε πολλές περιπτώσεις βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, τόσο για αντικειμενικούς λόγους όσο όμως και λόγω μιας εσφαλμένης αντίληψης περί κοινωνικής ευαισθησίας κάποιων δημοτικών αρχών –ή για την πλήρη διαφάνεια κατά την κατάρτιση και εκτέλεση των προϋπολογισμών, ώστε ο πολίτης να βλέπει πού πηγαίνουν τα χρήματά του.

Τελευταίο σημείο, ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην επίτευξη του στόχου της Δίκαιης Ανάπτυξης –που θα συνδυάζει την οικονομική μεγέθυνση με δίκαιη κατανομή βαρών και ωφελειών, κοινωνική αλληλεγγύη, περιβαλλοντική βιωσιμότητα και υπέρβαση των περιφερειακών και τοπικών ανισοτήτων.

Μέχρι σήμερα, η Αυτοδιοίκηση είχε στα θέματα αυτά εκτελεστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες κατά κύριο λόγο, ενώ οι διεκδικήσεις της περιορίζονταν στη διαχείριση μεριδίου από την «πίτα» των χρηματοδοτικών εργαλείων, και κυρίως του ΕΣΠΑ.

Στόχος είναι να διαμορφωθούν τα κατάλληλα θεσμικά, επιστημονικά και χρηματοδοτικά εργαλεία, που θα δημιουργήσουν συνέργειες στο πλαίσιο της νέας Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής, θα προωθήσουν την αξιοποίηση της περιουσίας των ΟΤΑ, θα ενισχύσουν την κοινωνική πολιτική, όχι μόνο ως προς τη λειτουργία των προνοιακών δομών, αλλά κυρίως με τη σύνδεση της Αυτοδιοίκησης με τα τοπικά εγχειρήματα αλληλεγγύης και, τέλος, θα εντάξουν ως προτεραιότητα και στους αυτοδιοικητικούς σχεδιασμούς την προώθηση της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας.

Σαφώς, στο πλαίσιο του εκτεταμένου δημοκρατικού διαλόγου που έχει ήδη ανοίξει με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, θα κατατεθούν πολλές απόψεις, θα επισημανθούν επιμέρους αδυναμίες, περισσότερο ή λιγότερο τεχνικού χαρακτήρα, και βέβαια θα προωθηθούν από τους αρμόδιους φορείς οι προτάσεις και τα αιτήματα των αιρετών και των εργαζομένων στους ΟΤΑ, τα οποία λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και σε πολλές περιπτώσεις απηχούν την άποψη και του υπουργείου.

Ωστόσο, βασικός κριτής κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας είναι, σε τελική ανάλυση, οι ίδιοι οι πολίτες, στους οποίους όλοι λογοδοτούμε. Και μέτρο της όποιας επιτυχίας μας θα είναι η λύση των δικών τους προβλημάτων και η επιτυχής απάντηση των κοινωνικών αιτημάτων.

Αριστερή διακυβέρνηση και καθημερινότητα (άρθρο στην «Αυγή της Κυριακής»)

%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd

Παρακολουθώντας τις δημοσκοπήσεις παρατηρεί κανείς ότι διαχρονικά – ακόμα και σήμερα, με τόσα πολλά και μεγάλα προβλήματα – η διαχείριση της καθημερινότητας είναι ένα από τα ζητήματα που οι πολίτες θέτουν σε προτεραιότητα, κοντά στα μεγάλα διακυβεύματα, όπως η ανάπτυξη της οικονομίας και η καταπολέμηση της ανεργίας.

Η ιεράρχηση αυτή δεν είναι περίεργη. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, τα «μικρά» θέματα της καθημερινότητας είναι εξόχως πολιτικά και με σαφή ταξική διάσταση. Η γραφειοκρατία, οι δυσλειτουργίες και οι ανεπάρκειες του Δημόσιου Τομέα πλήττουν πρώτα και κύρια τους πιο αδύναμους, στοιχείο που έγινε ιδιαίτερα αισθητό τα τελευταία χρόνια.

Από τη μία, στις διαχρονικές παθογένειες του Δημοσίου (γραφειοκρατία, αναποτελεσματικότητα, πελατειακή λειτουργία) – οι οποίες μάλιστα παρέμειναν αλώβητες παρά τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν κατά την προ κρίσης περίοδο σε έργα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, αναβάθμισης της δημόσιας διοίκησης κ.λπ., χωρίς όμως αντίκρισμα – ήρθε τα τελευταία χρόνια να προστεθεί η στοχοποίηση του Δημοσίου από τις ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές των προηγούμενων χρόνων, που οδήγησε στην αποδιάρθρωση, την υποστελέχωση και τις ελάχιστες πιστώσεις για υποδομές.

Από την άλλη, η δραστική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών έχει δημιουργήσει πολίτες εξαντλημένους, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και σωματικά και ψυχικά, από την προσπάθεια να διατηρήσουν ένα στοιχειώδες επίπεδο ζωής, αφού αναγκάζονται να καταβάλλουν αισθητά μεγαλύτερο κόπο, ακόμα και για να εξασφαλίσουν στις οικογένειές τους βασικές υπηρεσίες ή να διεκπεραιώσουν απλές υποθέσεις τους με το δημόσιο ή και με τον ιδιωτικό τομέα. Και ταυτόχρονα, ακόμα και εκείνοι που στο παρελθόν είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ιδιωτικές υπηρεσίες για την περίθαλψη, την εκπαίδευση, τη μετακίνησή τους κ.λπ., σήμερα καταφεύγουν όλο και μαζικότερα στις αντίστοιχες δημόσιες δομές.

Η επίτευξη λοιπόν μιας διακυβέρνησης και μιας δημόσιας διοίκησης ανοιχτής, ευέλικτης, αποτελεσματικής και πραγματικά στην υπηρεσία του πολίτη είναι κάτι περισσότερο από πιεστική κοινωνική ανάγκη. Θα μπορούσε να αποτελέσει μια μικρή «επανάσταση του αυτονόητου» στις ζωές των ανθρώπων, που δεν τρέφουν ίσως αυταπάτες ότι θα γυρίσουν ποτέ στην προ του 2008 περίοδο, αξιώνουν όμως – και δίκαια – μια αξιοπρεπή και αξιοβίωτη ζωή.

Μια τέτοια «επανάσταση» μόνο η σημερινή κυβέρνηση, η κυβέρνηση της Αριστεράς, μπορεί και πρέπει να την πραγματοποιήσει, καθώς βρίσκεται φύσει και θέσει κοντά στους «απλούς» ανθρώπους. Η εξαιρετικά επιτυχημένη έναρξη της σχολικής χρονιάς, αλλά και η κοινωνική ανταπόκριση που βρήκε, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Μεσοπρόθεσμα, η βελτίωση της καθημερινότητας περνά αναπόφευκτα μέσα από την αναβάθμιση της δημόσιας Υγείας και Παιδείας, που προχωρά παρ’ όλες τις δυσκολίες, τον εκσυγχρονισμό του συστήματος δημόσιων συγκοινωνιών κ.λπ. Αφορά επίσης τις μεταρρυθμίσεις που είναι σε εξέλιξη τόσο στη Δημόσια Διοίκηση, όσο και, κυρίως, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, που εξ ορισμού βρίσκεται πιο κοντά και σε άμεση επαφή με τους πολίτες.

Μεταρρυθμίσεις που δεν πρέπει να ακολουθήσουν την κακή «πεπατημένη», να σπαταλήσουν δηλαδή ακόμα μερικά εκατομμύρια ευρώ πόρων του ΕΣΠΑ, χωρίς σχέδιο και μελέτη για την αποτελεσματικότητά τους, ή να εξαντληθούν σε γενικόλογες διακηρύξεις και αλλαγές «στο γόνατο». Αλλά αντίθετα να κάνουν επιτέλους τη δουλειά του «μυρμηγκιού», να σκύψουν δηλαδή πάνω στα πραγματικά προβλήματα και να εισάγουν λύσεις ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες και με πρώτη προτεραιότητα τις κοινωνικές ανάγκες.

Άμεσα, όμως και με δεδομένο ότι οι σε βάθος μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο, το ζήτημα της καθημερινότητας αφορά την «εδώ και τώρα» συμβολική, αλλά και ουσιαστική αναβάθμιση των αντίστοιχων θεμάτων, με συγκεκριμένες πολιτικές και διοικητικές πρωτοβουλίες σε κεντρικό επίπεδο. Πρωτοβουλίες που αφορούν, πρώτα απ’ όλα, τα ίδια τα συναρμόδια Υπουργεία και τις επιμέρους πολιτικές που αυτά υλοποιούν σε κάθε τομέα, αφορούν όμως και την κυβέρνηση κεντρικά, την επικοινωνία της με τους πολίτες, το συντονιστικό και διαμεσολαβητικό της ρόλο, καθώς και την εισαγωγή της καθημερινότητας ως βασικής οπτικής στο σύνολο του κυβερνητικού σχεδιασμού.

Σήμερα, που – χωρίς φυσικά να έχουν εκλείψει όσοι ονειρεύονται την «αριστερή παρένθεση» – είναι σίγουρο ότι η κυβέρνηση αυτή θα εξαντλήσει τη θητεία της και που οι πρωτοβουλίες των προηγούμενων 20 μηνών σε όλους τους «μεγάλους» τομείς (διαπραγμάτευση, χρέος, διεθνείς συμμαχίες, ανάπτυξη, απασχόληση, μεταρρυθμίσεις, διαφθορά) προχωρούν, είναι η στιγμή η κυβέρνηση να επικεντρωθεί ακόμη περισσότερο προς τα «μέσα» και προς τα «κάτω». Να φέρει ψηλότερα και συντεταγμένα στην ατζέντα της για τα επόμενα τρία χρόνια το «στοίχημα» της καθημερινότητας και να το κερδίσει.

Είναι κι αυτό μια σημαντική, αν όχι η σημαντικότερη, πτυχή της αριστερής διακυβέρνησης, για την οποία τόσα συζητήθηκαν στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Και, κυρίως, είναι η έμπρακτη απόδειξη το «νέο» που εκπροσωπούμε στην πολιτική ζωή πατά γερά τα πόδια του στην κοινωνική πραγματικότητα, γι’ αυτό και τολμά και καταφέρνει να λύνει προβλήματα δεκαετιών. Άλλωστε, το φθινόπωρο του 2019 με αυτό το μέτρο θα κριθούμε από τους πολίτες.

Άρθρο στην ΕΦΣΥΝ : «Ψήφος των αποδήμων ή ‘καθρεφτάκια’ για ομογενείς;»

efsyn

Η Ελλάδα υπήρξε επί πολλές δεκαετίες χώρα “εξαγωγής” μεταναστών. Γι’ αυτό και το ελληνικό νομικό σύστημα είναι προσανατολισμένο στη διατήρηση των δεσμών του απόδημου ελληνισμού με τη μητρόπολη, κι όχι άδικα, αφού οι Έλληνες του εξωτερικού αποτελούν πλούτο για τη χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται και η συνταγματική πρόβλεψη για την ψήφο των αποδήμων, “με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο”, εφόσον βέβαια ψηφιστεί από 200 βουλευτές ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος. Μια πρόβλεψη που υπάρχει εδώ και 15 χρόνια στο άρθρο 51 του Συντάγματος, χωρίς όμως ποτέ να εφαρμοστεί.

Το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, εκτός από σημαντικές τεχνικές παραμέτρους (οι οποίες σε μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία δεν είναι ποτέ “τυπικές”), έχει και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Μετά τη μαζική φυγή του πιο δυναμικού, ίσως, τμήματος της ελληνικής κοινωνίας προς το εξωτερικό, εξαιτίας της ύφεσης και της τρομακτικής ανεργίας, που ακολούθησαν την κρίση και τα μνημόνια, το θέμα αποκτά νέες διαστάσεις. Μιλώντας πια για “απόδημους” δεν αναφερόμαστε (μόνο) στους δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνους των μεταναστών της δεκαετίας του 1910-20 ή του 1950-60, αλλά (και) σε ανθρώπους που έφυγαν πρόσφατα από τη χώρα και διατηρούν ισχυρότερους δεσμούς και, κυρίως, υψηλότερο πολιτικό ενδιαφέρον γι’ αυτή.

Επίσης, η σύνθεση του απόδημου ελληνισμού είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών, καθώς – εκτός των ελληνικών παροικιών της Αμερικής, της Γερμανίας, της Αυστραλίας κλπ. – υπάρχει πια μία κρίσιμη μάζα Ελλήνων κατοίκων του εξωτερικού, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, που διαβιεί υπό ένα αρκετά πιο “προσωρινό” καθεστώς, αλλάζοντας συχνά πόλεις ή και χώρες, στο πλαίσιο ενός ούτως ή άλλως πιο “παγκοσμιοποιημένου” περιβάλλοντος.

Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είναι εδώ και πολύ καιρό και χώρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ζουν ήδη επί δεκαετίες ανάμεσά μας και μοιράζονται την καθημερινότητά μας.

Όλες αυτές οι παράμετροι συνθέτουν ένα πολιτικό σκηνικό σύνθετο και ένα δυνάμει εκλογικό σώμα πολυάριθμο (περίπου το 1/6 του συνόλου), πολλών ταχυτήτων και διαφορετικού βαθμού σύνδεσης με τα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Και, επομένως, γεννούν τα αναπόφευκτα ερωτήματα, που αναζητούν λύση με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση : Ποιος πρέπει να αποφασίζει για τις τύχες αυτής της χώρας και, κατ’ επέκταση, καθενός από τους κατοίκους της; Πρέπει λόγου χάρη να τεθεί ένα μέγιστο χρονικό όριο αποχώρησης από την Ελλάδα, πέραν του οποίου δεν θα πρέπει κάποιος να διευκολύνεται να ψηφίζει, αν δεν είναι πρόθυμος να κάνει το μεγάλο ταξίδι για την Ελλάδα; Ή να απαιτηθεί η ύπαρξη ελάχιστων έστω βιοτικών συμφερόντων στην Ελλάδα (π.χ. περιουσίας) για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους; Και μήπως η διεύρυνση του εκλογικού σώματος θα πρέπει να είναι αμφίπλευρη, περιλαμβάνοντας – εκτός από τους απόδημους Έλληνες – και τους επί μακρόν διαμένοντες στην Ελλάδα αλλοδαπούς;

Επίσης, πρέπει οι απόδημοι Έλληνες να εκπροσωπούνται ως τέτοιοι, εκλέγοντας έναν μικρό αριθμό δικών τους βουλευτών και με ποιους ποσοτικούς και ποιοτικούς κανόνες; Ή η ψήφος τους θα προσμετράται απλώς στο εθνικό ποσοστό κάθε σχηματισμού;

Οι προβληματισμοί αυτοί και οι πολιτικές συνέπειες κάθε πιθανής επιλογής είναι αναγκαίο να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας σε βάθος συζήτησης. Πολλώ δε μάλλον που στην εφαρμογή τους ανακύπτουν σημαντικά τεχνικά, νομικά και οικονομικά ζητήματα, με κορυφαίο, ασφαλώς, το ζήτημα της διασφάλισης του αδιάβλητου της διαδικασίας και του σεβασμού της ισότητας της ψήφου. Υπάρχουν ήδη παραδείγματα από άλλες χώρες που εφαρμόζουν αντίστοιχες διαδικασίες και, με δεδομένη την πολιτική βούληση ρύθμισης του θέματος, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.

Προφανώς, όμως. το ζήτημα αυτό – που επί 15 χρόνια έμεινε σε εκκρεμότητα, λόγω και μικροκομματικών υπολογισμών του τότε δικομματισμού – δεν αντιμετωπίζεται με “πυροτεχνήματα”, σαν το εμφανώς προχειρογραμμένο σχέδιο που ετοίμασε, μαζί με τις βαλίτσες του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθ’ οδόν προς την Αμερική, νομίζοντας ότι θα μοιράσει «καθρεφτάκια» στους ομογενείς.

Για ένα κορυφαίο θεσμικό ζήτημα εθνικής σημασίας, όπως αυτό, πρέπει να προηγηθεί μία συλλογική και σε βάθος συζήτηση. Μια συζήτηση που, ιδανικά, πρέπει να ενταχθεί στο δημοκρατικό διάλογο για την εκ βάθρων αλλαγή του εκλογικού νόμου, τον οποίο έχει επιδιώξει και, σε κάθε περίπτωση, θα ξεκινήσει η κυβέρνηση.

Κυβέρνηση όλων των Ελλήνων (Άρθρο στη Real News)

realnewsΌσοι πέρασαν από τα θρανία της στοιχειώδους τουλάχιστον σχολικής εκπαίδευσης έμαθαν ότι ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε εδώ και 65 χρόνια. Όλοι, εκτός από μία μερίδα στελεχών της ακροδεξιάς που, ατυχώς, βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην ηγεσία της ιστορικής κεντροδεξιάς παράταξης που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Έπαψε η διάκριση αριστεράς και δεξιάς, οι διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές να υφίστανται; Ασφαλώς και όχι. Όμως αύριο κρίνεται κάτι άλλο, υπέρτερο.

Οι άνδρες και οι γυναίκες που θα βρεθούν αύριο στις κάλπες σε όλη την Ελλάδα, πέρα και πάνω από αριστεροί, κεντρώοι και δεξιοί, είναι άνθρωποι, έχουν υποχρεώσεις στις οποίες προσπαθούν με δυσκολία να ανταπεξέλθουν, έχουν οικογένειες για το μέλλον των οποίων αγωνιούν και ονειρεύονται. Είναι εργαζόμενοι, μικροί και μεσαίοι επαγγελματίες, και έχουν την εύλογη απαίτηση να προκόψουν στον τόπο τους, να δουν τους κόπους τους να αποδίδουν καρπούς, να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Είναι, τέλος, πολίτες και ζητούν δικαιοσύνη και δημοκρατία, απαιτούν διαφάνεια και λογοδοσία για όσα μας έφεραν σήμερα μέχρι εδώ, θέλουν να αισθανθούν ότι επιτέλους το κράτος και η δημόσια διοίκηση βρίσκεται δίπλα τους και εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και ανάγκες και, βέβαια, θέλουν να είναι πολίτες μιας χώρας ισχυρής και ανεξάρτητης, ισότιμου συνομιλητή στα διεθνή fora και «συνιδιοκτήτη» μια πραγματικά ενωμένης Ευρώπης.

Σε αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες όλων των ηλικιών απευθύνεται αύριο ο ΣΥΡΙΖΑ. Όχι κρύβοντας την αριστερή του ταυτότητα. Προτείνοντας όμως ένα πρόγραμμα που προσπαθεί να ανοίξει δρόμους αισιοδοξίας και αξιοπρέπειας μέσα σε μία δύσκολη συγκυρία. Ένα πρόγραμμα που δίνει ευθείες απαντήσεις σε όλα τα μείζονα θέματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία : τη διαπραγμάτευση για το χρέος, την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την υλοποίηση ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης και ανάκτησης της εργασίας, την ανασυγκρότηση του κράτους σε νέες βάσεις, την εγκαθίδρυση ενός σταθερού και δίκαιου φορολογικού συστήματος, τη στήριξη της υγιούς μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που υπερβαίνει το παρελθόν που κάποιοι νοσταλγούν και ανοίγει δρόμο για το μέλλον. Με μια κυβέρνηση όλων των Ελλήνων.

Η νεολαία να διαλέξει μόνη της ρόλο για τον εαυτό της (Στο εκλογικό αφιέρωμα του neolaia.gr)

neolaiaΦαντάζομαι ότι όποιος είναι νέος ή νέα σήμερα στην Ελλάδα, νιώθει «να μην τον χωράει ο τόπος». Είτε στερείται πολλά, είτε ανήκει στους σχετικά «τυχερούς», σίγουρα η σημερινή κατάσταση απέχει πολύ από τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τα όνειρά του. Προφανώς κανείς δεν ξεκίνησε τη ζωή του με όνειρο να είναι άνεργος ή να δουλεύει όλη μέρα για ένα χαρτζιλίκι, να μένει με τους γονείς του μέχρι τα 35 του και να βλέπει τους φίλους του να φεύγουν στο εξωτερικό.

Σκέφτηκα λοιπόν πολύ τι μπορεί κανείς να γράψει σε ένα site από και για τη νεολαία. Ειδικά όταν η κατάσταση είναι (περίπου) όπως την περιέγραψα. Και ειδικά όταν ο ίδιος ανήκει στην προηγούμενη γενιά – αυτή που, δίκαια ή άδικα, κατηγορείται ότι φταίει που φτάσαμε σήμερα εδώ.

Ποιος – λέω εγώ – θα είναι ο ρόλος της νέας γενιάς σε μια Ελλάδα που τα μνημόνια θα αποτελούν θλιβερό παρελθόν; Ε λοιπόν δεν ξέρω. Αυτό μόνο όποιος είναι νέος σήμερα το ξέρει.

Ήμουν, αντίστοιχα, νέος στην εποχή που η Ελλάδα αγωνιζόταν να απαλλαγεί από σαράντα χρόνια αυταρχικού παρακράτους και δικτατορίας και να μετασχηματιστεί σε σύγχρονη, σταθερή, ευρωπαϊκή δημοκρατία. Τότε, εγώ και οι συνομήλικοί μου διαλέξαμε ρόλο. Βγήκαμε στο προσκήνιο. Δώσαμε τις μάχες που δώσαμε, κάποιες τις κερδίσαμε, σε άλλες προδοθήκαμε. Κάπου τα καταφέραμε καλά. Αλλού κάναμε λάθη – και δεν θα προσπαθήσω να πάρω την ευθύνη από πάνω μου, αν και θα μπορούσα, γιατί δεν ήμουν από εκείνους που «βολεύτηκαν», όπως και όλη η μέχρι πρόσφατα περιθωριακή και «ντεμοντέ» Αριστερά. Πάντως τότε επιλέξαμε.

Το ερώτημα λοιπόν είναι τι ρόλο θέλει η ίδια η νεολαία για τον εαυτό της στην «επόμενη μέρα» της χώρας. Θα μπορούσα – αφού όπως λένε καθήκον κάθε υποψηφίου είναι να κολακεύει τους πιθανούς του ψηφοφόρους – να πω πόσο σημαντική και χρήσιμη είναι η νεολαία, το αύριο του τόπου κ.λπ. κ.λπ.

Δεν θα το πω. Όχι γιατί δεν είναι αλήθεια. Προφανώς η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και κάθε κόμμα που θα είχε να ξαναχτίσει μια χώρα από την αρχή, θα ήθελε και θέλει τους νέους ανθρώπους κοντά του. Θα ήθελε και θέλει τη ζωντάνια, τις ιδέες, την αισιοδοξία, την καθαρότητά τους.

Όμως, στην «επόμενη μέρα» δεν θα είναι όλα εύκολα και «χαλαρά». Δεν πρόκειται να λύσουν άλλοι τα προβλήματά μας για μας. Δεν πρόκειται να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να έχουν αλλάξει όλα ως δια μαγείας. Θα χρειαστεί δουλειά. Θα χρειαστεί ρήξεις. Θα χρειαστεί να αλλάξουμε τον κόσμο γύρω μας και μαζί του να αλλάξουμε κι εμείς οι ίδιοι. Θα χρειαστεί να ανοίξουμε το μυαλό μας σε νέες ιδέες, να βάλουμε «πλάτη», να πάρουμε την ευθύνη να συνεισφέρουμε με ό,τι ο καθένας και η καθεμιά μπορεί.

Το σίγουρο είναι ότι η νεολαία μπορεί να παίξει τον πρώτο ρόλο στην καινούρια εποχή που θέλουμε να ξεκινήσει από Δευτέρα. Είναι, άλλωστε, πιθανότατα η πιο μορφωμένη, πιο καλά πληροφορημένη και πιο ανοιχτή στις παγκόσμιες εξελίξεις γενιά που πέρασε μέχρι στιγμής από τη χώρα. Το αν θέλει να παίξει το ρόλο αυτό ή όχι, θα το αποφασίσει η ίδια. Μόνο, ας το κάνει γρήγορα. Ο καιρός τρέχει και σύντομα θα είναι στη δική μου θέση και θα αναρωτιέται αν έκανε ή όχι όσα έπρεπε κι όσα μπορούσε.

Δείτε το άρθρο στο : www.neolaia.gr

* Ο Κ. Πουλάκης είναι μαθηματικός, από εκείνους της «γενιάς του Πολυτεχνείου», μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ τώρα και της Αριστεράς από τότε που θυμάται τον εαυτό του και υποψήφιος στις εκλογές της Κυριακής (με το ΣΥΡΙΖΑ πάντα) στη Β΄Αθηνών.

Ως πότε θα κάνουμε όπισθεν ολοταχώς; (Άρθρο στην Εφημερίδα των συντακτών

ΕΦΣΥΝ

Με αφορμή την επιχείρηση τρομοκράτησης της ελληνικής κοινωνίας γράφτηκε κατ’ επανάληψη ότι η Νέα Δημοκρατία γυρνά την πολιτική ζωή της χώρας 70 χρόνια πίσω, επιλέγοντας μία εμφυλιοπολεμικού τύπου διχαστική προπαγάνδα φόβου. Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι ότι η Νέα Δημοκρατία στην πραγματικότητα γυρνά τη χώρα περισσότερο από δύο αιώνες πίσω.

Οι ακροδεξιές, μισαλλόδοξες, ρατσιστικές τοποθετήσεις όχι μόνο κορυφαίων στελεχών της ΝΔ, αλλά και του ίδιου του πρωθυπουργού αμφισβητούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας και ακυρώνουν όλη την κληρονομιά του Διαφωτισμού.

Τα βασικά συστατικά του πολιτικού λόγου του Αντώνη Σαμαρά είναι τρία : Πρώτον, εθνικισμός. Η επίκληση της πατρίδας, όχι ως ενοποιητικού στοιχείου, αλλά ως μέσου διαχωρισμού μεταξύ “δικών μας” και “ξένων” και, ακόμα χειρότερα, μεταξύ “εθνικοφρόνων” και δήθεν “εθνικών μειοδοτών” είναι χαρακτηριστική. Δεύτερον, ρατσισμός. Είναι βαθιά αντιανθρωπιστική η θέση που διατύπωσε επίσημα ο πρωθυπουργός από τον Έβρο, σύμφωνα με την οποία οι πρόσφυγες και μετανάστες που καταφεύγουν στη χώρα μας – εκτός του ότι πρέπει να αναχαιτίζονται με κάθε μέσο, ακόμα και αν αυτό σημαίνει κίνδυνο για την ίδια τους τη ζωή – θα πρέπει να αφήνονται αβοήθητοι, χωρίς καμία μέριμνα, χωρίς περίθαλψη.  Τρίτον, μισαλλοδοξία. Η ποινικοποίηση της αντίθετης άποψης, η στοχοποίηση όσων αμφισβητούν την κυρίαρχη λογική, η δημιουργία στο δημόσιο χώρο της λογικής όχι απλώς του πολιτικού αντιπάλου, αλλά του εχθρού αποτελεί επίσης πάγιο στοιχείο της στάσης της Νέας Δημοκρατίας.

Αυτό, ωστόσο, που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και κατέστησε την Ελλάδα την πρώτη ευρωπαϊκή χώρα με επίσημα ακροδεξιό πρωθυπουργό, ήταν η αντίδραση των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας και του Αντώνη Σαμαρά μετά τη δολοφονική επίθεση στο γαλλικό περιοδικό Charlie Hebdo που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Με μία λογική που θα ζήλευε και η Μαρίν Λεπέν, ο Αντώνης Σαμαράς, ούτε λίγο ούτε πολύ το μόνο που μας είπε είναι ότι οι τζιχαντιστές και οι πρόσφυγες που φτάνουν απελπισμένοι στην πόρτα της Ευρώπης ζητώντας σωτηρία είναι ένα και το αυτό. Και ότι ο τρόπος για να προστατευτεί η Ευρώπη από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό είναι ο φράχτης στον Έβρο.

Αυτή η ακροδεξιά εκδοχή της Νέας Δημοκρατίας είναι προφανές ότι δεν έχει καμία σχέση με τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη και απέχει έτη φωτός όχι μόνο από την έννοια της προόδου, αλλά και από αυτόν ακόμα τον φιλελευθερισμό και τον ορθολογισμό. Πρόκειται πλέον για μία αποδεδειγμένα στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή, η οποία θέτει την Ελλάδα εκτός του πλαισίου των σύγχρονων ευρωπαϊκών δημοκρατιών και αποδεικνύει ότι η σημερινή “παρέα” του Αντώνη Σαμαρά δεν έχει καμία σχέση ούτε με την ιστορική παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ούτε και με την ευρωπαϊκή κεντροδεξιά. Δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε και από τις “φιλικές κουβεντούλες” Μπαλτάκου με τους καθ’ ημάς νεοναζί, οι ομοϊδεάτες του Αντώνη Σαμαρά δεν είναι μόνο η Άγκελα Μέρκελ και το Λαϊκό Κόμμα.

Μέσα από αυτό το μόρφωμα – μείγμα ακροδεξιού λαϊκισμού και αναχρονιστικού ανορθολογισμού – είναι προφανές ότι δύσκολα μπορούν να εκφραστούν συντηρητικοί μεν, δημοκρατικοί και μετριοπαθείς δε ψηφοφόροι. Και, γι’ αυτό, αντιμέτωποι με το σκοτάδι και την οπισθοδρόμηση, έχουν μία επιλογή : Να ανεχθούν τον ακροδεξιό εκφυλισμό της παράταξης στην οποία ιστορικά ανήκαν, επιτρέποντας την υπονόμευση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα και το διεθνή διασυρμό της χώρας. Ή να κάνουν την υπέρβαση και να δουν ότι ο “εχθρός” δεν βρίσκεται στη διαφορετική άποψη. Και να στηρίξουν – με όλες τις υπαρκτές και σεβαστές διαφωνίες και επιφυλάξεις τους – την προσπάθεια που κάνει αυτή τη στιγμή ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπιστεί τους θεσμούς και τη δημοκρατία και να ξαναδώσει στη χώρα τον χαμένο ευρωπαϊκό προσανατολισμό της, τη χαμένη διεθνή της αξιοπρέπεια.

Λαός λωτοφάγων ή λαός πρωταγωνιστής; (Άρθρο στο «Χωνί»)

xoni

Λένε ότι “λαός χωρίς μνήμη είναι λαός χωρίς μέλλον”. Σε λίγες μέρες οι Έλληνες θα κληθούμε να αποδείξουμε ότι διαθέτουμε και μνήμη και μέλλον. Και να τα υπερασπιστούμε. Να αποδείξουμε ότι διαθέτουμε μνήμη απέναντι σε όλους εκείνους που έρχονται, ξανά και ξανά τόσα χρόνια, δήθεν να μας σώσουν. Όχι απλώς τα ίδια κόμματα, αλλά οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν στην καταστροφή. Όλοι αυτοί ποντάρουν στη λήθη μας.

  • Θέλουν να ξεχάσουμε το Καστελόριζο, όπου μας έταξαν “νηνεμία” αλλά μας έριξαν στα βράχια.
  • Θέλουν να ξεχάσουμε τις επιστολές υποταγής που απέστειλαν οι δήθεν “αντιμνημονιακοί” στην καγκελάριο Μέρκελ, κάνοντας την “κωλοτούμπα” του αιώνα.
  • Θέλουν να ξεχάσουμε την τεράστια “φούσκα” του success story. Θέλουν να ξεχάσουμε το πάρτυ της διαπλοκής που συνεχίστηκε κανονικότατα, τη στιγμή που οι απλοί πολίτες αιμορραγούσαν.

Και αν τώρα πιστεύουν ότι απευθύνονται σε μια χώρα λωτοφάγων, είναι αντίθετα ο ελληνικός λαός που στις 25 Ιανουαρίου θα τους στείλει στη λήθη.

ΑΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΜΝΗΜΗ, ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ…

Το μέλλον μπορούμε να το διεκδικήσουμε. Οι ανάγκες και τα όνειρα ενός λαού δεν είναι κίνδυνος, είναι δύναμη. Είναι η πηγή της αναγκαίας αυτοπεποίθησης, της ενότητας και της αλληλεγγύης με την οποία μπορούμε και πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πρόγραμμα ανάκτησης της αξιοπρέπειάς μας, τόσο του καθενός ατομικά όσο και τις χώρας συνολικά. Ένα πρόγραμμα που βάζει τέλος στη λιτότητα και την κοινωνική καταστροφή, δεν εξαντλείται όμως σ’ αυτό, δεν είναι ένα πρόγραμμα επιστροφής στο 2009. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ προτείνει ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης, έναν άλλο τρόπο παραγωγής και διανομής του πλούτου στη χώρα, έναν άλλο τρόπο άσκησης της πολιτικής και λειτουργίας του κράτους. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, με άλλα λόγια, ανοίγει δρόμο για το μέλλον. Κι αυτό το μέλλον της ισότητας, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και της προκοπής είναι σίγουρα ένα μέλλον που αξίζει να διεκδικήσουμε. Στις 25 Ιανουαρίου, ο ελληνικός λαός πρωταγωνιστής στη χώρα του και στην Ευρώπη.